η χαρά του κήπου: μαρασμός

(post μεγαλεπήβολο (3/3). ένα εν τάχει, αδέξιο διήγημα βασισμένο σε μια ιδέα του Σταύρου. links για το 1ο και 2ο μέρος)

Το πρωί της 21ης Οκτωβρίου οι Garden’s Delight είχαν προγραμματίσει μία μισάωρη πρόβα. Η μετεωρολογική πρόβλεψη μιλούσε για ελαφριές βροχοπτώσεις και ο Μάικ ενίστατο ότι μπορεί να βραχούν τα όργανα, αλλά ο τελειοθήρας Τζέρι ήταν ανένδοτος. Άλλωστε, αυτή ήταν η πάγια τακτική τους και δεν υπήρχε λόγος να την αλλάξουν εκείνη τη μέρα για ένα ψιλόβροχο. Οι τεχνικοί του φεστιβάλ έστησαν τα όργανα στο πάλκο, το οποίο σκεπάστηκε κάτω από μια πρόχειρη τέντα. Η μπάντα μόλις τελείωνε το πρωινό της (αυγά, μπέικον και μπίρα) σε μια παρακείμενη καντίνα, όταν ένα ξαφνικό μπουρίνι βάλθηκε να διαψεύσει παταγωδώς το μετεωρολογικό δελτίο. Σηκώθηκε απότομα ένας δυνατός αέρας που με μανία παραμάζεψε τα τραπεζάκια της καντίνας ποτίζοντας το έδαφος με τις μπίρες των παιδιών. Εκείνοι, μετά την πρώτη βλαστήμια, συνειδητοποίησαν ότι η σπαταλημένη μπίρα ήταν το μικρότερο κακό για το οποίο έπρεπε να ανησυχούνε. Έτρεξαν προς το πάλκο με μια μίνι καταιγίδα να χύνεται στα κεφάλια τους, να βρέχει τα ρούχα τους, να μουλιάζει το σώμα τους. Φθάνοντας στο πάλκο με απόγνωση είδαν την τέντα να έχει ξεσκιστεί και τα όργανά τους να δέχονται το ανηλεές μαστίγωμα της βροχής. Ο Μάικ βρήκε στα γρήγορα ένα κομμάτι πλαστικό και το έριξε πάνω από την ντραμς γραπώνοντάς το σε βίδες και γωνίες. Ο Τόνι και ο Φίλιπ ρίξανε τις θήκες με τις κιθάρες του κάτω από το πάλκο για μεγαλύτερη προστασία. «Θα γεμίσει λάσπη εκεί από κάτω», τους φώναξε ο Τζέρι που με σπασμωδικές κινήσεις αφαίρεσε το σύνθι από τη βάση και έτρεξε προς το πλησιέστερο στεγασμένο οίκημα, την καντίνα. Στη βιασύνη του πάνω, όμως, γλίστρησε και βούτηξε με τα μούτρα σ’ ένα λασπωμένο λάκο. Την ίδια τύχη είχε και το σύνθι που ξεφεύγοντας από τα χέρια του Τζέρι προσγειώθηκε σε μια γούβα γεμάτη νερά.

Το μπουρίνι δεν κράτησε πάνω από 40 λεπτά. Ο Μάικ κάλεσε σε αποτίμηση απωλειών. Κιθάρα ΟΚ. Μπάσο ΟΚ. Μικροφωνικές με προβλήματα αλλά υπήρχαν ανταλλακτικά. Ντραμς νοτισμένη, καλύτερα να έπαιζε με την εφεδρική. Σύνθι; Το σύνθι είχε βραχνιάσει, μερικές νότες και κάποια ηχητικά εφέ είχαν χαθεί μες στην αντάρα. «Άρα κι εσύ Τζέρι με το εφεδρικό το βράδυ».

Το απόγευμα όλο κύλησε με τις προσπάθειες των διοργανωτών να φέρουν σε τάξη τα σκηνικά που είχαν πληγεί από το μπουρίνι. Ο καιρός ήταν μουντός, νέες βροχές προμηνύονταν, η συναυλία όμως δεν επρόκειτο να αναβληθεί. Μέχρι τις 5 είχαν στηθεί νέα όργανα και ηχεία και μια καινούρια, πιο ανθεκτική τέντα είχε δεθεί στην οροφή. Κατά τις 6, η συμβεβλημένη με το συγκρότημα εταιρεία άρχισε τη διαδικασία τοποθέτησης των αυτότροφων θεατών σε ειδικές θέσεις περιμετρικά της σκηνής. Η μπάντα δεν πρόλαβε να κάνει την πρόβα που ήθελε, αλλά αυτό σε τελική ανάλυση δεν τους απασχολούσε ιδιαίτερα. Μετά από τόσες εμφανίσεις συνεννοούνταν πια με κλειστά μάτια. Λίγο πριν την έναρξη της συναυλίας οι ουρανοί άνοιξαν και πάλι. Ευτυχώς όχι με την πρωινή ένταση, αλλά με μια σταθερή, μέτρια ροή. Το ψιλόβροχο δεν πτόησε ούτε το συγκρότημα ούτε τους θεατές που από ώρα είχαν αρχίσει να γεμίζουν το συναυλιακό χώρο. Οι Garden’s Delight ήταν αποφασισμένοι να υπερβάλουν εαυτούς. Καθώς ολοκλήρωναν το 2ο τραγούδι τους με ανησυχία και έκπληξη διαπίστωσαν ότι οι αυτότροφοι θεατές αρνούνται να «συνεργαστούν». Τα μπουμπούκια παρέμεναν κλειστά και κανένα φύλλο δε συγκινούταν. Ο φωτεινός πίνακας στις πλάτες τους καθοδηγούσε την προσοχή των θεατών προς συγκεκριμένα σημεία του συναυλιακού περιβολιού, αλλά η αμηχανία ολοένα και φούντωνε καθώς οι πιστοί τους, πράσινοι «οπαδοί» παρέμειναν ως το τέλος πεισματικά αδρανείς. Ευτυχώς το συγκρότημα είχε πια αποκτήσει ακροατές που ενδιαφέρονταν και για το μουσικό του στίγμα, οπότε η πρωτογενής αντίδραση στην αποτυχία της «πράσινης σαγήνης» (όπως είχε κωδικοποιηθεί από τα ΜΜΕ το χάρισμα της μπάντας) διατηρήθηκε -υποβοηθούμενη από τα συνεχή συγγνώμη του Τζέρι και αστεία του Φίλιπ- στα χαμηλά επίπεδα μιας υπόκωφης απογοήτευσης χωρίς να λάβει μεγαλύτερες διαστάσεις.

Η νύχτα τους βρήκε όλους προβληματισμένους. Ήταν η πρώτη φορά στα 5 αυτά χρόνια της βασιλείας τους που συνέβαινε κάτι τέτοιο και δεν ξέραν πώς να το ερμηνεύσουν. Το κακό ήταν ότι μη γνωρίζοντας την αιτία για την οποία σαγήνευαν τα φυτά δεν μπορούσαν να ξέρουν και τι θα μπορούσε να ήταν αυτό που την μπλοκάριζε. «Παλιοκατάσταση, παλιοσυναυλία, παλιόκαιρος», αναθεμάτισε ο Μάικ και τότε τα πρόσωπα όλων μεμιάς φωτίστηκαν σα λάμπες παραλιακής που ανάβουν αυτόματα με το πρώτο σκοτάδι. Η ΒΡΟΧΗ! Αυτό πρέπει να ήταν. Προσπάθησαν να ανασύρουν αν ποτέ άλλοτε είχαν παίξει υπό βροχή αλλά κανένας δε θυμόταν κάτι τέτοιο. «Αυτό πρέπει να είναι! Δεν εξηγείται αλλιώς». «Θα πρέπει να το δοκιμάσουμε και μόνοι μας. Πείτε μου πού βρέχει αύριο να πάμε να παίξουμε εκεί» αναφώναξε ο Τζέρι για να απαντήσει μόνος του στον εαυτό του: «Αλλά δεν προλαβαίνουμε. Σε 2 μέρες έχουμε τη συναυλία της WWF στην αναδασωμένη περιοχή στο Κατέρμπουρι. Ω Θεέ μου, πρέπει να δούμε το δελτίο καιρού, αλλιώς δεν τολμώ να σκεφτώ τι θα συμβεί!»

Αλλά το δελτίο καιρού ήταν καλός σύμμαχος. Πρόβλεψη για λιακάδες και νηνεμίες. Η τύχη ήταν μαζί τους. Εφησυχασμένοι προσωρινά και αφήνοντας στην άκρη του μυαλού τους ότι θα έπρεπε κάποια στιγμή στο άμεσο μέλλον να επιδιώξουν ξανά το τεστ βροχής οδήγησαν τα μουσικά τους βήματα στο Κατέρμπουρι…Μόνο και μόνο για να υποστούν κάτω από έναν λαμπερό ήλιο άλλη μία πανωλεθρία.

Δέκα μέρες αργότερα τα παιδιά βρίσκονταν ακόμα σε αναβρασμό. Ανησυχούσαν αρκετά από μόνοι τους για το μέλλον τους, δε χρειάζονταν τους πηχαίους τίτλους των εφημερίδων να τους το υπενθυμίζουν: «ΤΟ ΧΑΣΑΝΕ;;;;» Η WWF τους καλούσε να ξανασυζητήσουν τους όρους του συμβολαίου τους, η δισκογραφική τους εταιρεία απαιτούσε μια άμεση, πειστική απάντηση, διαφημιστικές εταιρείες τους στέλνανε επιστολές που ευγενικά, αν και αρκετά δηκτικά, προειδοποιούσαν για τις συνέπειες παράτασης του νέου αυτού status, οι χρήστες των social media είχαν βρει άλλο ένα παγκόσμιο θέμα για να διοχετεύουν τη χολή και την ειρωνεία τους, οι συμπολίτες τους στην πατρίδα είχαν αρχίσει να τους πιέζουν για δράση καθώς το σκάσιμο του πράσινου μπαλονιού θα σήμαινε και το σκάσιμο της επιχείρησης τουριστικής εκμετάλλευσης που είχε σταθεί στην πλάτη των Garden’s Delight. Εκείνοι προσπαθούσαν να συνέλθουν από το σοκ της διπλής αποτυχίας. Ήταν κάτι που πάνω στο φρενήρη ρυθμό των τελευταίων 5 χρόνων δεν είχαν προλάβει (ή είχαν φοβηθεί) να συζητήσουν. Τι θα έπρατταν όταν έφθανε η στιγμή της απώλειας, της προσγείωσης, του ευτελισμού. Πώς θα αντιδρούσαν; Με τι οπλοστάσιο; Ποια θα ήταν η αντεπίθεσή τους, τόσο σε μουσικό όσο και σε διαχειριστικό επίπεδο; Ο Τζέρι αναρωτιόταν αν είχαν φυτρώσει γερές ρίζες στη μουσική βιομηχανία για να μπορέσουν να διατηρηθούν αλώβητοι μέσα σ’ αυτή τη λαίλαπα. Ίσως ένα γρήγορο single και μια νέα επιτυχία στα charts με κομμάτια που ήδη είχε έτοιμα στο συρτάρι του να υποβάθμιζε το θόρυβο και να γινόταν η απαρχή για ένα νέο, καθαρό ξεκίνημα. Από την άλλη, φαινόταν πελαγοδρομένοι, έπρεπε να επενδύσουν πλέον αποκλειστικά στη μουσική τους ή να αναλώσουν πόσο-άραγε-χρόνο για να σκάψουν επιτέλους προς τις βαθύτερες αιτίες όλου αυτού του φαινομένου;

Το συγκρότημα ακύρωσε μια σειρά προγραμματισμένων συναυλιών και συνεντεύξεων με το πολυφορεμένο, σαθρό πρόσχημα της επείγουσας εγχείρησης κάποιου μέλους. Κύλησαν δύο εβδομάδες στο ίδιο μοτίβο. Δεν είχαν παράπονο, οι παλιοφυλλάδες δεν άφηναν μέρα να περάσει χωρίς να τους χλευάσουν. Αυτό που δεν ήξερε κανείς, βέβαια, ήταν ότι οι πρόβες που κάνανε στο στούντιό τους εξακολουθούσαν να είναι ανεπιτυχείς. Πλησιάζαν στα όρια της νευρικής κατάπτωσης. Εκείνη την Τετάρτη το πρωί χτύπησε το κουδούνι της πόρτας. «Ποιος είσαι εσύ; Δημοσιογράφος»; «Όχι, όχι, με λένε Τοσίρο Μιγιάκι και έχω φέρει πίσω το χαλασμένο σύνθι του κ. Μπάρνοου». «Είσαι από το RadarMusic»; «Όχι όχι, είμαι υπάλληλος της κατασκευάστριας εταιρείας, τα RadarMusic μας καλέσανε». Το είχανε ξεχάσει. Ο Τζέρι είχε στείλει το σύνθι στο RadarMusic, το κατάστημα απ’ όπου το είχε αγοράσει στο Λονδίνο για να εξετάσουν τις δυνατότητες επισκευής. Ώρα που βρήκε κι αυτός ο ευλογημένος. «Έλα πέρασε μέσα. Τι έγινε με το σύνθι; Όλα καλά»; «Φοβάμαι πως όχι. Η υγρασία στο bus βραχυκύκλωσε κάποια τσιπάκια κι έσκασε κάποιους πυκνωτές. Θα μπορούσατε να το κρατήσετε αν ξεχνούσατε για πάντα διαστημικά, ambient και θρησκευτικά εφέ. Το αφεντικό μου σκέφτηκε ότι καλύτερα είναι σε προβεβλημένους πελάτες σαν και σας να χαρίσει ένα νέο, το οποίο ήδη έχει αποσταλεί. Θα ΄ναι καλή διαφήμιση για την εταιρεία μας. Συγνώμη, βλέπω ότι σας πέτυχα πάνω στην πρόβα. Έχω κάνει πολύ δρόμο. Θα ήταν υπερβολικό να ζητούσα να παρακολουθήσω λιγάκι τις δοκιμές σας»;

Η μπάντα πρόβαρε ένα δικό της καινούριο τραγούδι και συνέχισε με λίγο κλασικό ροκ, Rolling Stones, Who, Band. Καθώς τελείωνε το Stage Fright o Τοσίρο παρατήρησε: «κάπου εδώ θα ανοίξει εκείνη η μπιγκόνια στο περβάζι σας, ε»; Η τετράδα αλληλοκοιτάχτηκε, η μπιγκόνια παρέμενε μαζεμένη, αλλά «Όπως βλέπεις όχι, αλλά εσύ πού το ξέρεις αυτό»; Ο Τοσίρο με μια φυσικότητα απάντησε ότι «είμαι μέγας λάτρης τόσο της κηπουρικής όσο και της μουσικής σας και σας έχω δει σε συναυλίες KAI ζωντανά KAI στο youtube». «Ααα, youtube, ναι, νομίζω μερικά τραγούδια μας έχουν μαζέψει αρκετές χιλιάδες hits, έτσι;», συμπλήρωσε ο Μάικ και καθώς χτύπησε τις μπακέτες για το επόμενο τραγούδι ακούστηκε η παγωμένη φωνή του Τζέρι να διακόπτει απότομα: «ΜΙΑ στιγμή. ΠΟΤΕ δεν έχουμε παίξει live με μπιγκόνιες, δεν είχαμε καταφέρει να τις ανθίσουμε σε εξωτερικό χώρο. Κύριε Μιγιάκι, αν είστε λάτρης της κηπουρικής αποκλείεται να έχετε μπερδέψει την μπιγκόνια με άλλο φυτό, μπορείτε, λοιπόν, να μας διευκρινήσετε λιγάκι όσα λέτε»; Το μυαλό του Τζέρι έτρεχε προς τα μπροστά δίνοντάς μόνο του τις απαντήσεις, σίγουρα είχε να κάνει με μουσική κατασκοπία, κάποια κάμερα ίσως στο στούντιό τους, ποιος είχε πρόσβαση στο άβατό τους τα τελευταία χρόνια, αυτοί, τα κορίτσια, κάποιοι δημοσιογράφοι…

«ΟΛΑ ΤΑ ΧΡΩΣΤΑΤΕ ΣΤΟ ΣΥΝΘΙ, Τζέρι. ΟΛΑ»! Ο Τοσίρο μιλούσε ήρεμα αλλά η φωνή και η παρουσία του είχε αποκτήσει μια επιβλητικότητα που κάλυπτε τα πάντα. «Είστε καλά παιδιά, και συ κύριε Τζέρι φαίνεσαι αρκετά έξυπνος, χαίρομαι που έλαχε σε σας ετούτο εδώ το προνόμιο». «Τι λες, για ποιο προνόμιο μιλάς; Και τι σχέση έχει το σύνθι με όλα αυτά»; «Για σκεφτείτε λίγο τη συναυλία. Αποτύχατε και αν κατάλαβα καλά από τη συνέντευξή σας μάλλον αποδώσατε στη βροχή την αδρανοποίηση της «πράσινης σαγήνης». Στο Κατέρμπουρι, όμως, παίξατε με ήλιο και πιστεύω ότι ήδη έχετε κάνει αρκετές πρόβες από τότε στο στούντιο αυτό και το αποτέλεσμα είναι πάντα αρνητικό. Ποιος είναι ο  κοινός παρονομαστής σε όλες αυτές τις εμφανίσεις; Η απουσία του…» «Σύνθι!», συμπλήρωσε μηχανικά ο Τζέρι. «Ελπίζω να μην παίζεις με τα νεύρα μας αλλιώς θα σε πετάξω έξω. ΕΞΗΓΗΣΟΥ ΚΑΘΑΡΑ ΑΝΘΡΩΠΕ ΜΟΥ»!

«Η εταιρεία μου δεν φτιάχνει μόνο μουσικά όργανα. Πρωτοστατεί, χωρίς να το ξέρει κανείς φυσικά, σε πειράματα και μελέτες για την εύρεση νέων μεθόδων διακίνησης της πληροφορίας. Αρκετά νομίζω πορευτήκαμε με τα απαρχαιωμένα bit και Bytes, ήδη όσοι επιστήμονες είναι αρκετά ανοιχτόμυαλοι βλέπουν το τέλος αυτού του είδους ψηφιακής «αρχιτεκτονικής». Ο ήχος είναι ένα είδος σήματος που κατακλύζει το σύμπαν μας, βρίσκεται παντού και είναι σχεδόν τζάμπα. Επιπλέον είναι εύπλαστος και παίρνει πολλές μορφές, θυμηθείτε τα mp3, θυμηθείτε ακόμα ακόμα τους ήχους που ακούνε πχ οι σκύλοι αλλά όχι οι άνθρωποι, βλέπετε; Γιατί, λοιπόν, να μην εκμεταλλευτούμε τον ήχο για να διακινήσουμε σήματα που ο δέκτης τους δε θα ΄ναι κάποιο κλασικό ακουστικό τύμπανο, αλλά ποιος ξέρει τι, ας πούμε ένα άλλο είδος έμβιου οργανισμού που θα «ακούει» ήχους που εμείς δεν μπορούμε, αλλά όχι μόνο αυτό, δεν έχει σημασία μόνο να ακούς κάτι αλλά αυτό το κάτι να έχει νόημα, να έχει ένα μοτίβο, να κουβαλάει πληροφορία που ο δέκτης αφομοιώνει και αξιοποιεί. Στους ανθρώπους η αφομοίωση μπορεί να λέγεται ψυχική ευχαρίστηση (γιατί η μουσική προκαλεί ευφορία; δεν θα έπρεπε να είναι αξιωματικό αυτό), στους σκύλους η αφομοίωση του ήχου μπορεί να σημαίνει εγρήγορση και γάβγισμα, στα φυτά όμως κάποιοι συγκεκριμένοι ήχοι σηματοδοτούν την «πράσινη ευφορία»: ενδυνάμωση ριζών, απορρόφηση οξυγόνου, παραγωγή χλωροφύλλης, ταχυλειτουργία όλου του «κυκλοφορικού» και «πεπτικού» τους συστήματος».

Κανείς δε μιλούσε.

«Όταν φθάσαμε σε κάποιο σημείο που ήμασταν ικανοποιημένοι από το βαθμό επιτυχίας μας στον τομέα διέγερσης-ανταπόκρισης των «συστημάτων» μας αποφασίστηκε ότι έπρεπε να προχωρήσουμε στα επόμενα δύο βήματα. 1. Επικάλυψη και καμουφλάρισμα των «μυστικών» ήχων μέσα σε συμβατικά μουσικά όργανα και 2. διοχέτευση των οργάνων στην αγορά. Tο πρώτο φανταστείτε το σαν την αντίστροφη διαδικασία από εκείνη με την οποία φτιάχνεται ένα mp3. Αντί να κόβουμε, προσθέτουμε συστοιχίες ήχων που δεν πιάνονται από το ανθρώπινο αυτί – μόνο που οι δικές μας συστοιχίες είναι φορείς ειδικών μηνυμάτων προς τους αποδέκτες τους. Οι συστοιχίες αυτές για να έχουν αποτελεσματικότητα δεν μπορούν να μπουν οπουδήποτε παρά μόνο ανάμεσα σε συγκεκριμένες εναλλαγές πραγματικών νοτών, και αυτό ακριβώς έκανε το σύνθι του Τζέρι, ήταν μια γεννήτρια πράσινων συστοιχιών που έπαιρνε μπρος ανάλογα με το τι έπαιζε ο Τζέρι. Γι’ αυτό και εγώ ξέρω πάνω κάτω τι να περιμένω σε κάθε τραγούδι, πέρα από μηχανικός και βοτανολόγος είμαι και άριστος μουσικός. Όσο για την προώθηση στο εμπόριο τέτοιων οργάνων αυτό ήταν το πιο εύκολο καθώς συνειδητά έγινε τελείως μα τελείως τυχαία».

«Μα καλά, αν υποθέσουμε ότι όσα λες έχουν κάποια δόση αλήθειας», διέκοψε δύσπιστα ο Μάικ, «γιατί αφήσατε τα πράγματα να κυλήσουν έτσι τυχαία; Δε φοβηθήκατε μήπως κάποιοι ανακαλύψουν και εκμεταλλευτούν το μυστικό σας, όπως εμείς ας πούμε»;

«Μα αυτός ήταν ο σκοπός μας. Προσδοκούσαμε τέτοιες τυχαίες ανακαλύψεις σαν και τις δικές σας, για να ‘μαι ειλικρινής απορώ πως δεν σημειώθηκαν και άλλες – ή τα όργανά μας δεν πουλήθηκαν ή κάποιοι άλλοι δεν είναι τόσο παρατηρητικοί όσο εσείς. Θέλαμε να καταγράψουμε τον αντίχτυπο που θα είχε όλο αυτό το φαινόμενο στον πλανήτη χωρίς να χρειάζεται να είμαστε εμείς το επίκεντρο του ενδιαφέροντος μια που οι μελέτες μας συνεχίζουν ακόμα – δε νομίζω να τελειώσουν και ποτέ. Άλλωστε έχουμε κατοχυρώσει αρκετές πράσινες πατέντες κάτω από επιμελώς ασαφείς περιγραφές, ξέρετε, η υπηρεσία κατοχύρωσης πατεντών δεν δουλεύει και ΤΟΣΟ σχολαστικά όσο νομίζουν μερικοί. Κοντολογής, αν θέλετε να νιώσετε καλύτερα, απ΄τους πολλούς που βρέθηκαν σιμά σε αυτό τη θαυμαστό, καινοφανές μονοπάτι, εσείς ήσασταν οι μοναδικοί που το ανακάλυψαν παραμερίζοντας τα χόρτα που έφραζαν την είσοδό του – το μονοπάτι, βέβαια, το είχαμε ανοίξει εμείς.»

Κανείς δεν είχε διάθεση να φέρει αντίρρηση. Ίσως δεν ήταν τόσο η πειστικότητα των λόγων και της ιστορίας του Τοσίρο Μιγιάκι που τους υπαγόρευε τη σύμφωνη σιγή, όσο ο λυτρωμός για την ανακάλυψη του χαμένου κομματιού το παζλ που τόσο αναπάντεχα είχαν σχηματίσει τα 5 αυτά χρόνια. «Και τώρα; Τώρα τι»;

«Τώρα, καλά μου παιδιά, νομίζω ότι το παραμύθι τέλειωσε. Είμαστε έτοιμοι να βγούμε μπροστά στον κόσμο και να ανακοινώσουμε περίπου όσα είπα και σε σας. Τρέχουμε πολλά παράλληλα project μελετών και καθόλου δε θα μας χαλούσε η εισροή κεφαλαίων που αναμένουμε από τις πωλήσεις οργάνων και βασικά από την προσεκτική, δοσομετρική απελευθέρωση του know-how. Το τι θα γίνει με σας, είναι μια άλλη ιστορία. Μια που χωρίς να το ξέρετε μας παρείχατε πολύτιμες υπηρεσίες και αφού τα 5 αυτά χρόνια δε βρέθηκε άλλος που να μοιραστεί μαζί σας την επιτυχία σας, μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι ήσασταν εν γνώσει όλων μας μέρος του γενικού σχεδίου. Ως εταιρεία, δεν έχουμε κανένα πρόβλημα με αυτό. Τι λέτε»;

Είπαν όχι. Μετά από διαβουλεύσεις και παλινωδίες κανένα επιχείρημα δεν μπόρεσε να υπερπηδήσει το ξερό και ανυποχώρητο ΌΧΙ που εξαρχής είχε χτίσει ο Τζέρι. Του το χρωστούσαν. Εκείνος είχε αγοράσει το όργανο, εκείνος ήταν που έγραφε τα τραγούδια, εκείνος ήταν που απελευθέρωνε στον αέρα όλη εκείνη την «πράσινη σαγήνη». Παρά τις επιμέρους αντιδράσεις τους συμφώνησαν ότι δεν άξιζε να ζουν μέσα στο ψέμα, ότι θα παρατούσαν τη δουλειά αν δεν κατάφερναν να διατηρήσουν το μισό έστω από το κοινό τους που ενδιαφερόταν για τη μουσική και όχι τη βοτανολογική αξία τους. Δεν τα κατάφεραν. Το οικοδόμημά τους κατέρρευσε σα πύργος από τραπουλόχαρτα. Επιταχύνθηκε από το γεγονός ότι πριν προλάβει η εταιρεία του Τοσίρο Μιγιάκι να προβεί σε δημόσιες ανακοινώσεις ένας μοναχικός, ιδιόρρυθμος χεβιμεταλάς ισχυρίστηκε ότι οι Garden’s Delight είχαν πεθάνει και το χάρισμα είχε μεταβιβαστεί σε αυτόν. Ο επόμενος δίσκος τους είχε μηδαμινή εμπορική απήχηση.

————————–

21 Οκτωβρίου 2016

Ο Τζέρι σκεφτόταν το πόσο ψηλά ανέβηκαν, ήταν επόμενο να τσακιστούν όταν τελικά έπεσαν. Όλοι επέστρεψαν σε μικροδουλειές στην πατρίδα τους. Ο Τζέρι δε συνήλθε ποτέ, για την ακρίβεια συνετρίβη, από το σοκ όχι τόσο της πτώσης αλλά μιας διπλής απογοήτευσης. Μία για το γεγονός ότι δεν κατάφερε να ξεδιαλύνει εκείνος το μυστικό πριν τους καταπιεί αυτό και δύο, γιατί η μουσική του κατέληξε να μην αξίζει τίποτα χωρίς μια γαρδένια δίπλα της. Κράτησε το σύνθι. Ποτέ δεν ξανατοποθέτησε κοντά του λουλούδι ούτε για δείγμα, όσο κι αν τον παρότρυνε η Τζοάνα που ελκυόμενη από την κατάπτωσή του ανέλαβε ρόλο επίσημης συντρόφου και ερωμένης. Το μονοπάτι αυτό είχε φτάσει οριστικά στο τέρμα του κι ο Τζέρι είχε τσιμεντώσει και σφραγίσει την πόρτα που θα το ξαναφανέρωνε.

Καθώς τα αποσπασματικά αυτά καρέ της δεκαετίας πλησιάζαν ολοένα και περισσότερο στο σήμερα, ο Τζέρι πρόσεξε στο τραπεζάκι ένα διπλωμένο χαρτί με σφραγίδα το κόκκινο κραγιόν της Τζοάνα.

δεν είσαι πράσινος κι ούτε αυτότροφος

αλλ΄είσαι για πάντα στη καρδιά μου οικότροφος

η τζοάνα σου

η χλωροφύλλη είναι το ωραιότερο τραγούδι που έχω ακούσει στη ζωή μου

Ο Τζέρι μυρίζει το άρωμα της Τζοάνα και διπλώνει το σημείωμά της. Κοιτάει στην άκρη του δωματίου το σύνθι του. Του λείπουν ένα σωρό εφέ, δεν μπορεί να παίξει το Star Wars theme ή ένα ορατόριο ή μια chill out σύνθεση. Αλλά η μουσική παραμένει απλή στη βάση της, επτά νότες που συνδυάζονται με άπειρους τρόπους και ξαφνικά ο Τζέρι κατακλύζεται από ένα αίσθημα ολοκλήρωσης και ευεξίας, και θέλει να το μοιραστεί μαζί της, θα πάει να την πάρει από το γραφείο, σκέπτεται ότι δε χρειάζονται εφέ, κρυμμένες συστοιχίες και μηνύματα, για να συγκινήσει αυτή που αγ…νοιάζεται. Αρκούν μια δόση γλυκιά μελωδία και δυο δόσεις αγνό συναίσθημα.

Το καμπανάκι πάνω στην πόρτα ήχησε για να υποδηλώσει την είσοδο κάποιου πελάτη. «Τζέρι, δε σε βλέπουμε συχνά από τα μέρη μας. Πώς είσαι; Και τι θα ήθελες»; -«Μια χαρά Γουόλτερ. Δώσε μου δύο τριαντάφυλλα…Και πού ‘σαι. Κάντα μπουμπούκια»!

Τέλος


Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s