ΠατατArtist (2012)

(post νοσταλγικό)

Αυτό τον καιρό φτιάχνω μια ταινία (εμείς οι μερακλήδες, παλιομοδίτες κινηματογραφάνθρωποι ποτέ δε «γυρίζουμε», πάντα «φτιάχνουμε» ταινίες). Ο προσωρινός (και πιθανότερος τελικός) τίτλος είναι ΠατατArtist. Και είναι μια ταινία ωδή στη μαγεία της βιντεοκασέτας.

Μιλάει για ένα αστέρι της βιντεοκασέτας, τον Μπίλια Ταμτάκου, που μεσουρανεί στις ενοικιάσεις όλη τη δεκαετία του 80 και βλέπει τον κόσμο του να γκρεμίζεται όταν εισβάλλουν στη βιομηχανία του θεάματος τα ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια με την πληθώρα παραγωγής ελληνικών σίριαλ. Ο Μπίλιας αδυνατεί να προσαρμοστεί στις συνθήκες που οι νέες εποχές επιβάλλουν: παραγωγές δαπανηρές και προσεγμένες, σκηνοθέτες φυτευτοί από το κανάλι, ηθοποιοί που παλεύουν να αναδειχθούν κυνηγώντας την καλύτερη ατάκα, ρόλοι που απλώνουν σε χρονική διάρκεια και απαιτούν μεγαλύτερη υποκριτική ικανότητα. Σε ένα εναγώνιο γράπωμα από το παρελθόν ο Μπίλιας γυρίζει μόνος του 2 βιντεοταινίες που καταλήγουν άπατες, τα ράφια με τις κασέτες του στέκουν αραχνιασμένα στο βιντεοκλάμπ της γειτονιάς, ο Ταμτάκου πλέον ατενίζει το χείλος της οικονομικής καταστροφής.

Από εκεί τον σώζει μια γοργά ανερχόμενη τηλεοπτική σταρ, η Ζωή Λαμπάκη, που εκείνος είχε βοηθήσει στα πρώτα βήματα της καριέρας της δίνοντας της ένα μικρό αλλά χαρακτηριστικό ρόλο ως πωλήτρια κρεμμυδιών στο παζάρι της Νίκαιας. Η Ζωή, που όλα αυτά τα χρόνια ήταν κρυφά ερωτευμένη με τον Μπίλια, τον συνδράμει οικονομικά, του τονώνει την ψυχολογία του και τον πείθει να πρωταγωνιστήσουν μαζί σε κάποιο σίριαλ της επόμενης χρονιάς. Το πρόβλημα του συνδυασμού της λάμψης της Ζωής με την (απαιτούμενη για βιντεοταινία, αλλά ανεπαρκή για σίριαλ) περιορισμένη εκφραστική γκάμα του Μπίλια λύνεται επιχειρώντας σε ένα νέο είδος σίριαλ, την ψευδογκλαμουράτη σαπουνόπερα.

Η χαρακτηριστικότερη, άκρα συμβολική σκηνή της ταινίας εκτυλίσσεται περίπου στη μέση του φιλμικού χρόνου στο λόφο του Στρέφη. Εκεί συναντώνται (κατεβαίνοντας) το παλιοκαιρισμένο Datsun του Μπίλια με καρότσα κατά το ήμισυ γεμάτη πατάτες και κατά το ήμισυ με ένα φθηνό σετ λήψης σκηνών με το (ανεβαίνοντας) γκαζιάρικο υπερσύγχρονο βανάκι εξωτερικών λήψεων του ιδιωτικού καναλιού στο οποίο συνεπιβαίνει η Ζωή Λαμπάκη. Η Ζωή αναγνωρίζει τον Μπίλια, κατεβαίνουν από τα αμάξια, συζητάνε για λίγο τα επαγγελματικά τους σχέδια και συνεχίζουν αμέριμνοι την πορεία τους, εκείνος την «κατηφορική» προς άλλο ένα μάταιο γύρισμα σε παζάρι, εκείνη την «ανοδική» προς άλλη μια επαγγελματική κατάκτηση.

Το Πατατάρτιστ γυρίζεται μονοφωνικά σε φιλμ εσκεμμένα κακής ποιότητας, γεμάτο κόκκους, κοψίματα και μαύρες σκιές για να προσομοιάσει την ποιότητα των VHS ταινιών μετά από 10+ ενοικιάσεις (από διψασμένους μικροαστούς, καταπιεσμένες νοικοκυρές, αεριτζήδες μεγαλογιατρούς, σεξουαλικά περίεργους μπόμπιρες κλπ) και εξαντλητικά FF, RW και Στοπ καρέ. Το δε φορμά θα είναι 4:3, ως να προορίζεται για προβολή στις «τετράγωνες» τηλεοράσεις της εποχής της βάτας. Αυτό, βέβαια, θα επιφέρει την κατά πλάτος αλλοίωση των σκηνών στις κινηματογραφικές αίθουσες με αποτέλεσμα οι ηθοποιοί να «γράφουν» τετράπαχοι, είναι ένα ρίσκο, όμως, που πρόθυμα όλοι αναλαμβάνουν καθώς οι σινεμπούκηδες προβλέπουν μεγάλη καλλιτεχνική και εμπορική απήχηση.

Κι αυτό γιατί:

– οι συνηθισμένοι στη βαρετή 100% πιστότητα της ψηφιακής τεχνολογίας νεαροί θεατές θα ανακαλύψουν ένα νέο, αυθεντικά κιτς κόσμο, έναν κόσμο γεμάτο κακέκτυπα αντιγραφών, υποτυπώδεις (μη) ερμηνείες, διεκπεραιωτικές σκηνοθεσίες, χαμηλές αναλύσεις

– οι παλιότεροι θα δακρύσουν συγκινημένοι ενθυμούμενοι όλο εκείνο το πρωτόκολλο και την κινησιολογία της ενοικίασης, το κακομοίρικα βιντεοκλάμπ, τα σκονισμένα ράφια, την αναζήτηση για το λαυράκι, το πελατολόγιο σε DOS, τους χαμερπείς ιδιοκτήτες, το υπαινικτικό μειδίαμα του υπαλλήλου βλέποντας τη λίστα με τα (πονηρά και μη) ενοικιασμένα, τη λιγδιασμένη θήκη, το RW και το ανάθεμα στον προηγούμενο ενοικιαστή, το stop, το play, το repeat, το μούγκρισμα της κεφαλής, το ενδιάμεσο τηλεφώνημα στον/την κολλητό/γκόμενα, το μάσημα, το τύλιγμα, την επιστροφή, το «τίποτα καινούριο;»

– και, βέβαια, οι κριτικοί θα δαγκώσουν το τυράκι της (βιντεο)ταινίας μέσα στην ταινία ενθουσιασμένοι με τη feel good διάθεση, τις kameo εμφανίσεις και το πλήθος αναφορών σε διάσημες σκηνές

Τόσο που θα παραμεριστεί ότι το στόρι ήταν τελείως προσχηματικό, το ξετύλιγμα του κουβαριού απίθανο και ότι το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της ταινίας -πέρα από την παλαιομοδίτικη χάρη της- ήταν ότι κατάφερε ετσιθελικά να αυτοχρίζεται ως και να πείθει για σπουδαία.

υ.γ. μουσικό θέμα αυτό σε διάφορες παραλλαγές.

Advertisements

2 thoughts on “ΠατατArtist (2012)

    1. sunCoater Συντάκτης

      Μάλλον με πέτυχε σε λάθος στιγμή. Μια χαρά περνάς με την ταινία, αλλά σκέπτομαι που θα βρισκόμουν τώρα αν είχα προλάβει να γυρίσω την ταινία με τον Μπίλια πριν από τον Hazanavicius.

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s