μακριά. σιμά. το ίδιο είναι.

(post παραθαλάσσιο)

Κάθεσαι στο μπαλκόνι και αγναντεύεις τη θάλασσα. Δηλαδή εκεί που νομίζεις ότι βρίσκεται η θάλασσα. Γιατί έχεις πιει μερικά ποτάκια και το contour detection σου δε δουλεύει και τόσο καλά. Δεν έχει σημασία, και νηφάλιος να ήσουνα δε θα διέκρινες και πολλά, είναι περασμένα μεσάνυχτα και η μαυρίλα έχει καταπιεί τα πάντα. Αλλά και μέρα να ήταν, πάλι κάτι θα σε εμπόδιζε να τη θαυμάσεις, έχεις 3-4 πολυκατοικίες μπροστά που σου πετσοκόβουν τη θέα. Θα μπορούσες να τις ανατινάξεις – δε θα ήταν και πολύ αποτελεσματικό, όμως, καθώς δεν πήγες διακοπές και το μπαλκόνι σου απέχει 30 χιλιόμετρα από την κοντινότερη ακτή. Αγνοείς όλες αυτές τις μικρολεπτομέρειες. Συνεχίζεις να αγναντεύεις τη θάλασσα.

Γιατί σου μεταδίδει την ηρεμία της. Πρώτα σε γραπώνει από το πέτο, μετά αιχμαλωτίζει τη ματιά σου, σε αναποδογυρίζει και αδειάζει από τα περιττά και τα ανούσια, σου βάζει απαλή μουσική, σου ρίχνει τους σφυγμούς και διατάζει: «και τώρα μίλα», «και τώρα σκέψου», «και τώρα ονειρέψου». Κι οι σκέψεις ξεπηδάνε ασυντόνιστα, χωρίς κοινή αφετηρία και χωρίς προφανή προορισμό, ξέρω γω, σαν ποπ κορν που το καθένα σκάει όποτε γουστάρει. Για λάθη σοβαρά που έκανες και για άλλα που θα ήθελες αλλά δεν έχεις κάνει. Για την αλυσίδα της απώλειας (κάθε κρίκος κι ένα δάκρυ) και για το ημερολόγιο της έλευσης (κάθε στίχος κι ένα χαμόγελο). Για γεγονότα μακρινά και πρόσωπα σε μέλλον και σε παρελθόν που τα νιώθεις να αναπνέουν δίπλα σου, σα κύματα που μεταφέρουν την ενέργειά τους από τα βάθη του πελάγους. Για όσους σε χρειάζονται και όσους εσύ χρειάζεσαι. Για τη θέση σου μέσα στον κόσμο και για τον κόσμο σκέτο, δεν έχεις ούτε τη ματαιοδοξία ούτε την αυταπάτη ούτε τη θέληση να ζητήσεις ένα σταθερό σημείο για να κινήσεις τη γη. Τι τα θες, κάποια ποπ κορν δε σκάνε ποτέ.

Και τότε τυχαία σηκώνεις το κεφάλι προς τα πάνω και αντικρίζεις μιαν άλλη θάλασσα. Θυμάσαι τόσο έντονα μιαν αντίστοιχη αυγουστιάτικη νύχτα πριν -πόσα;- χρόνια, ένα γενικευμένο black out σας απάλλαξε από τη μόλυνση της υπερβολικής φωταγώγησης και ήταν το κοντινότερο που ένιωσες ποτέ σε «αρχαίος λαός», παρατηρώντας με τέτοια διαύγεια τον ουρανό όπως τον μελετούσανε χιλιάδες χρόνια πριν κάποιοι πολύ πιο ανήσυχοι κάτοικοι αυτού του πλανήτη. Εύχεσαι για ένα παρόμοιο black out. Αυτό φυσικά θα σήμαινε μπόλικες τράκες στα φανάρια και μπόλικους εγκλωβισμένους στα ασανσέρ, αλλά απόψε λίγο σε νοιάζει. Θες να ξαναθαμπωθείς από εκείνη την πρωτόφαντη πυκνότητα των χιλιάδων αστεριών, την ποικιλία της φωτεινότητας, την ιντριγκαδόρικη χάραξη μοτίβων στην προβολή τους στο θολωτό τους φόντο. Υποσχέθηκες εκείνη τη βραδιά να σπουδάσεις Φυσικός. Φυσικά και καταπάτησες την υπόσχεσή σου (άλλη μια φορά). Λόγια του ουρανού, λόγια του αέρα, λόγια της θάλασσας.

Συνεχίζεις να αγναντεύεις. Ένα αυτοκίνητο με α. εκκωφαντικό στέρεο β. ανοιχτό παράθυρο γ. ηλίθιο οδηγό βιάζει τη μυσταγωγία της στιγμής και σου χαλάει όλο το mood. Βρίζεις, αλλά δε σε νοιάζει, ξέρεις ότι η νυχτερινή αυτή καφρίλα λειτούργησε εν τέλει υπέρ σου. Γιατί πόση ενδοσκόπηση (χα) να αντέξει κανείς; Πόσο άχθος (μπου) να μετακυλήσει; Πόσες αθωώσεις; Πόσες ενοχές; Πόσο ουρανό; Πόσο θάλασσα;

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s