στη συγκέντρωση της εΜεε

(post αγωνιστικό)

Αναβρασμός και οχλαγωγία επικρατούσε στη συγκέντρωση των Μεσαζόντων. Μπορούσες να διακρίνεις εκεί πολλές γνωστές φάτσες της εγχώριας (παρα)οικονομίας. Ένα μεγάλο πηγαδάκι αποτελούσαν οι μεσάζοντες των μεταφορών: φορτηγατζήδες, διανομείς, φορτοεκφορτωτές. «Ναι, αλλά δε μας λένε πώς τα πορτοκάλια της Άρτας θα φτάσουν στο Διδυμότειχο», ακούστηκε κάποιος να λέει. Πιο κει, μια ομάδα αγροτοπατέρων ντυμένοι κακόγουστα με καλόγουστες φίρμες μιλούσαν πολύβουα και δυνατά, τα πρόσωπά τους, όμως, εξέπεμπαν ένα σιωπηρό μήνυμα αγωνίας – δεν ήταν λίγοι οι συνεταιρισμοί που κατηγορούνταν για ατασθαλίες. Με χέρια λερωμένα ακόμα από το χώμα, ο μεσάζων της πατάτας φωνασκούσε και η φωνή του έφτανε ως την άκρη της αίθουσας: «όταν εγώ πριν έξι μήνες παρακαλούσα για βοήθεια όλοι κάνατε τους αδιάφορους. Τώρα που το αγγούρι έχει φτάσει στον κώλο, κάνουμε συνέλευση, εεεε;» Θορυβημένος ο μεσάζων του αγγουριού τηλεφώνησε στα γραφεία: «Πού είναι αυτός ο Κόλος και γιατί δεν παραδίδουμε εμείς εκεί πέρα;»

Παραδίπλα συζητούσαν ένας μανάβης, μια ιδιοκτήτρια μπουτίκ κι ένας πωλητής εσωρούχων. Η δεύτερη απευθυνόταν στον πρώτο που την αγριοκοίταζε: «και συγγνώμη που το λέω, άντε να πεις ότι στήνεται ένας χώρος που οι ΟΤΑδες με τους παραγωγούς μοιράζουν καφάσια με ντομάτες. Συγγνώμη που το λέω, αλλά γίνεται, δε γίνεται; Αλλά με τα ρούχα; Πώς; Πού θα τα δοκιμάζεις, πώς θα τα συμμαζεύεις; Πώς δε θα γίνεται ένα χάος τρελό; Θα καταντήσουμε παζάρι, θα πλακώσουν και οι γύφτοι, θα φοράμε όλοι τζιν Βουλγαρίας». Ο τρίτος δε μιλούσε. Ήθελε μόνο να ψηφίσει όποια πρόταση γεννούσε η συνέλευση και να φύγει. Δεν τον ένοιαζαν τα λεφτά, οι ΦΠΑδες, οι προσαυξήσεις, τα καρτέλ, τα κέρδη. Μόνο να διατηρούσε το μαγαζάκι του και να ηδονίζεται με το οπτικό φετίχ μιας κουρτίνας που από πίσω της γδύνεται μια γυναίκα. Μόνο αυτό.

Στην άκρη της αίθουσας στέκονταν μια ομάδα κομψευμένων αντρών και γυναικών που φορούσαν μαύρα γυαλιά. Ήταν οι αντιπρόσωποι τριών μεγάλων δισκογραφικών εταιρειών. Μπορεί το budget κάθε μιας από τις εταιρείες να ήταν πολλάκις πολλαπλάσιο από εκείνο των υπολοίπων στην αίθουσα αλλά ένιωθαν κι εκείνοι ένα αόρατο νήμα να ενώνει τον καημό τους. Εξαφάνιση. Αυτό θα ήταν το μέλλον τους. Και χρειάζονταν συμμάχους, όσο ταπεινοί και χωριάτες και ψιλικατζήδες και λίγο ημιάγριοι, βέβαια, κι αν ήταν οι υπόλοιποι. Ήρεμα και από μακριά. Κι ούτε λόγος να τους πεις ότι η δική τους κατάργηση είχε αρχίσει εδώ και δέκα χρόνια. Καταραμένo mp3. Καταραμένο Napster.

Το αστικό ενδυματολογικό μοτίβο που κυριαρχούσε στην αίθουσα τορπιλιζόταν από μια συστάδα ράσων που κετέληγαν σε μια μύτη από καμηλαύκια. Πράγματι, ίσως όχι και τόσο απροσδόκητα, 5 δασείς ιερείς παρευρίσκοντο ανάμεσα στους συμμετέχοντες και συζητούσαν σε γλώσσα ημικαθαρεύουσα για τη σημασία και το κύρος «του ηθικού μεσάζοντος, του βαρκάρη του καλού και ιερού και άγιου», δηλαδή συζητούσαν για τους εαυτούς τους. Είχαν πληθύνει τελευταία τα κρούσματα πιστών που αιτούνταν απευθείας πρόσβαση στα υψηλά, επουράνια κλιμάκια και οι ιερατικοί ηγετικοί κύκλοι κινητοποιούνταν ώστε να μην τρωθεί το μονοπώλιο της Εκκλησίας στο ψυχικό εμπόριο της συχωρέσεως.

Ήμουν κι εγώ εκεί. Δηλαδή το σώμα μου, γιατί η καρδιά μου είχε ταχθεί με την απέναντι πλευρά. Από τότε που 5 εκδοτικοί οίκοι είχαν απορρίψει μετά γέλωτος το πρώτο μου μυθιστόρημα ήξερα ότι έπρεπε να χαράξω μόνος το δρόμο προς το ακροατήριο μου. Αλλά αυτό, βέβαια, δεν το ήξερε κανείς στη διεύθυνση marketing του εκδοτικού οίκου στον οποίο εργαζόμουν κι έτσι εξηγείτο η φυσική μου παρουσία ως μέλος μιας διεκδοτικής αντιπροσωπείας. Δε φαινόμουν να με επηρεάζει η διάσταση αυτή μεταξύ πρέπει και θέλω. Ψιλομουρμούριζα ένεκα της περίστασης τραγούδια των go-betweens και με τις κεραίες ανοιχτές περιφερόμουν ασκόπως, μυστικός, ασήμαντος και απαρατήρητος. Σε ηχηρή αντίθεση με

τους 8 βουλευτές που, όπως παντού και πάντα καθυστερημένοι, εισήλθαν στην αίθουσα καμιά ώρα μετά την έναρξη της συνέλευσης. Σούσουρο σηκώθηκε, τα πνεύματα λίγο οξύνθηκαν, και κάποιος τους πέταξε: «τι γυρεύετε εσείς εδώ; η συνέλευση δεν είναι λίμνη για να ψαρέψετε ψήφους ούτε πεδίο επίδειξης δήθεν φιλολαϊκών αισθημάτων». Κάποιος του απάντησε: «ηρεμήστε αγαπητέ μου, κι εσείς όλοι φίλτατοι παρευρισκόμενοι και συναγωνιστές, ο μόνος λόγος που βρισκόμαστε εδώ είναι γιατί η ένωσή μας είναι και αυτή μέλος της εΜεε! Θυμίζω, το είδος του πολίτευματός μας είναι ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΤΙΚΗ δημοκρατία κι εμείς οι βουλευτές δεν είμαστε τίποτα άλλο από συνειδητοποιμένοι, εργατικοί μεσάζοντες της λαϊκής βούλησης. Αν νομίζουμε ότι το internet θα πλήξει μόνο τους καλλιτέχνες και τις πωλήσεις δίσκων και βιβλίων, τότε γελιόμαστε όλοι». Κάποιος πήγε κάτι να πει, αλλά παρενέβη ο γενικός γραμματέας της εΜεε επιβεβαιώνοντας ότι η ένωση βουλευτών πληρούσε όλες τις προδιαγραφές ενός νόμιμου μέλους: δρούσε μεταξύ πρωτογενούς (κοινωνία) και δευτερογενούς τομέα (δημοκρατικοί θεσμοί), χαρακτηριζόταν από ισχυρή συντεχνιακή νοοτροπία, η επενέργειά της ανέβαζε σημαντικά το κόστος στο εμπόριο της ελπίδας.

Αφού ηρέμησε λίγο η τεταμένη κατάσταση, η συνέλευση συνεχίστηκε κι εγώ ξεκίνησα πάλι να περιδιαβαίνω ανάμεσα στους συντρόφους. Ήταν εκεί ακόμη 4 προξενήτρες που καθόλου δεν τις ενδιέφερε η έκπτωση από το λειτούργημά τους, μόνο φοβόντουσαν μη χάσουν τη ροή κουτσομπολιού που το συνόδευε, κάποιοι μεσίτες που έτρεμαν τα νέα apps για smartphones που συνέδεεαν απευθείας ιδιοκτήτες και υποψήφιους ενοικιαστές, 3 ISP που αγανακτούσαν γιατί οι εταιρείες υπηρεσίας περιεχόμενου αποκόμιζαν πολλαπλάσια κέρδη στηριζόμενες στα δικά τους δίκτυα, 2 χοντροκοιλαράδες μαφιόζοι με 6 χοντροκοιλαράδες φουσκωτούς που ανησυχούσαν (οι μαφιόζοι, οι φουσκωτοί δεν…) μήπως τερματιστεί η μεσιτεία προστασίας που τόσο ευγενικά παρείχαν και πολλοί άλλοι ενδιαφέροντες τύποι που ποτέ δε θα φανταζόμουν ότι ανήκαν στην εΜεε.

Στο βήμα κάποιος γραμματιζούμενος διακήρυττε (και κανείς δεν καταλάβαινε) ότι οι μεσάζοντες είναι τα φωνήεντα τα ελληνικής οικονομίας, εκείνοι που μεταφέρουν τον αέρα από εμπορικό σε εμπορικό σύμφωνο και έτσι δομείται η οικονομία, χωρίς αυτούς η αγορά θα ήταν λέξη χωρίς φωνήνεντα, θα ΄ταν στατική, δυσπρόφερτη, αυχμηρή, στείρα, αντιπαραγωγική. Σκεπτόμουν να σηκωθώ να του απαντήσω (εντός μου) ότι εντάξει, καλά τα λέει, αλλά δε χρειάζεται να το παρακάνουμε, ένα ι θα έφθανε για να καταλαβαινόμαστε, αλλά εμείς θέλουμε και ει και η και υ και οι και υι κι ό,τι άλλο ξεχνάω, αλλά σταμάτησα το φοβερό επιχείρημά μου, γιατί πρώτον, ό,τι πεις ενάντια στην πολυμορφία της ελληνικής γλώσσας είναι πάντα αυτοκτονικό και δεύτερον, δεν μπορούσα πλέον να αρθρώσω λέξη γιατί… γιατί είχα μαρμαρώσει καθώς αντίκρισα ΕΚΕΙΝΗ.

Στεκόταν εκεί, σε μια γωνιά, στηριζόταν με την πλάτη στον τοίχο, ήταν ντυμένη σα τη Ρούνεϊ Μάρα στο Κορίτσι με το Τατουάζ, φαινόταν να μην την πολυενδιαφέρουν όσα λέγονταν από τους ομιλητές, μόνο παρατηρούσε προσεκτικά τον κόσμο. Απορούσα και πώς είχε μπει καν στην αίθουσα, σιγά μην ήταν μέλος. Κι όμως, από όσους μεσάζοντες έχω γνωρίσει ήταν η πιο επηρεαστική, η πιο καθοριστική, η πιο σκληρή απέναντι στο δικό της πρωτογενή τομέα. Λεγόταν Ατολμία και ήταν η δική μου και πολλών άλλων η ατολμία. Σε αντίστροφη κατεύθυνση από τους κερδοσκόπους της αγοράς, ο δικός της ρόλος ήταν να υποβαθμίζει κι όχι να εκτοξεύει. Μεσολαβούσε μεταξύ της ενθουσιώδους πρόθεσης και της μηδαμινής πράξης. Ήταν υπεύθυνη να παραλαμβάνει το πλούτο των επαναστατικών συναισθημάτων της καρδιάς, τα πακετάριζε δήθεν αεροστεγώς, τα φόρτωνε σε αρτηρίες, νευρώνες, θυμικό, τα μετέφερε προς τα κέντρα διοχέτευσης δράσης, μόνο που στο δρόμο φρόντιζε να τα μολύνει και να τα εξασθενίζει και να τα μαλθακώνει, όταν έφτανε η ώρα κατανάλωσης, η ώρα πυγμής και αποφασιστικότητας, οι προθέσεις μύριζαν μούχλα, απάτη και φτήνια, το σώμα δυσπιστούσε, οι μύες αγκύλωναν, το μυαλό αρνούταν, όλοι σκεπτόντουσαν «καλύτερα ας μείνουμε με αυτά που ξέρουμε, μούφα οι καινούριες ιδέες, θέλει κούραση και πόνο, άσε την ρήξη για κάποιον άλλο, όλο και κάποιος θα βρεθεί να σηκώσει κάποιο μπαϊράκι, πάμε για ύπνο τώρα». Ω, πόσο πολύ τη μισούσα την Ατολμία μου, τη μισούσα και την έθρεφα ταυτόχρονα, και το χειρότερο, δεν έβλεπα διέξοδο καμιά, ήμουν καταδικασμένος να ζω μαζί της, να τη βρίζω, να την προσκυνώ και να τη σέβομαι.

Η συγκέντρωση τελείωσε. Μια που τους είχαν εύκαιρους, βάλανε τους παπάδες να κάνουν ένα ευχέλαιο, τους βουλευτές να παραδώσουν ένα ψήφισμα στους εαυτούς τους στην Κυβέρνηση, τους μαφιόζους να ετοιμάσουν μερικά στοχευμένα χτυπήματα και τις προξενήτρες να τακιμιάσουν κανέναν υπουργό με κανά μοντέλο. Θρησκεία, πολιτική, βία, σεξ. Δεν μπορεί, κάτι θα ‘πιανε.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s