και ο κβαντομαθής λύκος

(post τυχαιότητα)

Δε βιαζόταν να (τη) φάει. Μόνος στο δάσος για καιρό, ήταν μέρες που ‘χε να μιλήσει με κάποιον, πόσο μάλλον με άνθρωπο και δε θα άφηνε την ευκαιρία να πάει χαμένη. Θυμήθηκε μια διαφήμιση ενός ταχυφαγείου: φαγητό που μιλάει. «Χα, για μερικούς από εμάς είναι κυριολεξία, τρώμε τον ντελιβερά και την πίτσα για επιδόρπιο», σκέφτηκε. Αναρωτήθηκε, βέβαια, αν ήταν δίκαιο που η συζήτηση συντηρούταν μόνο από το γεγονός ότι αυτός φορούσε προβιά γιαγιάς. Αλλά πάλι, και οι άνθρωποι προβιές φορούν όταν συναναστρέφονται ο ένας τον άλλον, μόνο που εκείνοι τις φοράνε από μέσα. Αφαιρέθηκε στις σκέψεις του, μια γλυκιά και νόστιμη (μιαμ μιαμ) φωνή του φώναζε «ε, γιαγιά, γιαγιά, δεν ακούς;» Επανήλθε.

Μιλήσανε. Για πράγματα τετριμμένα και για πράγματα σοβαρά. Για το πόσο υγιεινές και πόσο άγευστες ήταν οι τροφές στο καλάθι. Για τον καιρό που αλλάζει (κάθε Σεπτέμβρη) και για τους καιρούς που αλλάζουν (κάθε γενιά). Για τη μορφολογία του προσώπου της/του και πώς την κοροϊδεύουν τα άλλα παιδιά που έχει κι εκείνη μεγάλα αυτιά και αναγκάζεται συνέχεια να φοράει σκουφιά για να τα κρύβει. «Αλλά τώρα που σε βλέπω καταλαβαίνω, γιαγιά και δε με νοιάζει, θα το βγάλω το σκουφί, άμα είναι να σου μοιάζω».

Την ρώτησε τι γίνεται στο χωριό. Του είπε ότι το talk of the village ήταν ένας μυστηριώδης 40άρης που έμεινε για δυο βδομάδες στο πανδοχείο. Κάθε βράδυ πήγαινε στο καπηλειό και προκαλούσε όποιον είχε τα κότσια να παίξουν μια παρτίδα από εκείνο το παιχνίδι με τους κύβους με τις βουλίτσες. Και πάντα κέρδιζε. Είτε ήταν μεθυσμένος είτε όχι. Είτε παίζανε με τους δικούς τους κύβους είτε με άλλους. Έφερνε πάντα ό,τι νούμερο ήθελε κι όλοι οι άντρες του χωριού είχανε σκάσει γιατί σταδιακά έχασαν όλα τους τα υπάρχοντα, δηλαδή τις κατσικούλες, τις κοτούλες και τα γουρουνάκια τους. Δεν ξέρανε το όνομά του και όλοι τον φωνάζανε μεταξύ τους θεό, γιατί έκανε ό,τι ήθελε στο παιχνίδι αυτό, ήταν παντοδύναμος. Ένα βράδυ πήγε στο καπηλειό και μόνο ήπιε, δεν έπαιξε καθόλου και όλοι παραξενεύτηκαν και σούσουρο σηκώθηκε: «ο θεός δεν παίζει ζάρια! Ο θεός δεν παίζει ζάρια», λέγανε.

Την άλλη μέρα είχε εξαφανιστεί. Τα ζώα που είχε κερδίσει βόσκανε όλα στη μικρή, έρημη φάρμα που τα αφήνανε οι χωρικοί κάθε πρωί μετά τη χασούρα. «Η φάρμα των ζώων», έτσι τη λέγανε απογοητευμένοι οι άντρες του χωριού, «η φάρμα των ζώων», έτσι τη λέγανε και αγανακτισμένες οι γυναίκες, αλλά η θεία Μαριώ είπε ότι εκείνες δεν εννοούσαν τα ζωντανά. Κανένα ζώο δεν έλειπε. Ο ταξιδιώτης είχε αφήσει ένα γράμμα που έλεγε ότι τον λέγανε Ιλό και αυτές ήταν οι ωραιότερες διακοπές του, κι ότι οι άντρες θα έπρεπε να είναι περισσότερο υποψιασμένοι με τα παιχνίδια της τύχης κι ότι τα ζώα τους τα επέστρεφε. Επειδή τα ζώα δεν είχανε σημάδια και για να μη γίνει καμιά αδικία αποφασίσανε να φτιάξουν μια πίτα που την ονομάσανε χασιλόπιτα (από το χάσε+ιλό, γιαγιά, το κατάλαβες;) και μέσα να βάλουνε λαχνούς και ό,τι λαχνό τύχαινε ο καθένας να έπαιρνε το αντίστοιχο ζο. Κι έτσι έγινε, αλλά κανένας δεν έτυχε το δικό του ζο, τι πιθανότητες ήταν αυτό άραγε, αλλά κανένας δε διαμαρτυρήθηκε γιατί όλοι αφού φάγανε την πίτα συμπεριφέρονταν πολύ περίεργα, ήταν τόσο μουδιασμένοι και τόσο ευτυχισμένοι και ρωτήσαν τη κυρά Βαγγέλω, που της είχαν αναθέσει να φτιάξει τη «χασιλόπιτα», «μα τι έβαλες μέσα;», και κείνη που βαριάκουγε απάντησε «τι έβρασα, δεν έβρασα, στο φούρνο την έφτιαξα».

«Τώρα, γιαγιά, όλοι έχουν ηρεμήσει, αλλά από μέσα τους φοβούνται, το νιώθω εγώ, το βλέπω στο πόσο διστακτικά περνάνε έξω από το καπηλειό, φοβούνται μην έρθει ξανά κανένας άλλος μυστήριος που θα τους ξεγελάσει και μήπως εκείνος δεν είναι τόσο γενναιόδωρος στο τέλος. Κι εγώ φοβάμαι, γιαγιά, καμιά φορά, όχι με τα παιχνίδια των μεγάλων, αλλά να, τώρα που ερχόμουν στο δάσος άκουσα μια κραυγή και είδα μια σκιά να κουνιέται, αλλά θα ήταν ιδέα μου, θα ‘ταν τυχαίο, άλλο τίποτα στο δάσος από σκιές ακανόνιστες και φύλλα ακανόνιστα, ε γιαγιά, τυχαίο δεν ήταν, όλα τυχαία δεν είναι; Σαν το παιχνίδι του κυρίου Ιλό και σαν την κλήρωση στη χασιλόπιτα και σαν το σχήμα των δέντρων γύρω από το μονοπάτι που μ’ έφερε εδώ».

Εκείνος χαμογέλασε. Κοίτα να δεις που μ’ ένα περίεργο τρόπο συμφωνούσανε. «Τυχαία είναι παιδί μου όλα, τυχαία, τουλάχιστον όσα έχουν σημασία. Η ζωή, η απώλεια, η αγάπη. Αλλά προχτές διάβασα ένα βιβλίο, δεν της άρεσε της κυρίας Επιστήμης που γίνονται πράματα που δεν τα καταλαβαίνει και που δεν τα προβλέπει, που δεν ακολουθούνε όλα τους κανόνες που εκείνη έχει ανακαλύψει για το πώς γυρίζει η γη και για το πώς κινούνται οι ανθρώποι και φτιάξανε μια ιστορία για όλα τα τυχαία του κόσμου και την είπανε Κβάντα. Κοίτα να δεις τι είναι τα Κβάντα».

«Σκέψου πόσες φορές έχεις περάσει δίπλα από το ξύλινο τραπέζι στο σπίτι σας. Εκατό; Χίλιες; Ποτέ δε σκέφτηκες την πορεία σου, περνάς αυτόματα από δίπλα του και όλα είναι ΟΚ, μια φορά στα τρία χρόνια χτυπάς το πόδι σου κατά λάθος στο βαρύ του δρύινο πόδι, πονάς και αναρωτιέσαι πώς έγινε, τι λάθος έκανες, τίποτα λάθος δεν έκανες, απλώς το μυαλό σου για μια φορά στις τόσες δεν υπολόγισε σωστά, αυτά είναι που τα λένε Κβαντικά Ατυχήματα, σα το δάγκωμα της γλώσσας και το πιάσιμο του δάχτυλου στην πόρτα».

«Σκέψου ο μπαμπάς σου, ήταν για χρόνια ταξιδευτής πριν έρθει και εγκατασταθεί σε τούτο εδώ το βουνό. Πόσες γυναίκες αντίκρισε πριν από τη μαμά σου. Δεκάδες. Κι η μαμά σου ακόμα δίδυμη και ολόιδια με την αδελφή της. Αλλά ο μπαμπάς σου αγάπησε μόνο τη μαμά σου. Γιατί; Από τύχη ανεξήγητη. Κβαντικός Έρωτας».

«Σκέψου τον παππού σου. Γερός σα βράχος. Μια φορά κοιμήθηκε και δεν ξαναξύπνησε. Ο γιατρός είπε ότι σταμάτησε η καρδιά του. Και ποιος της είπε της καρδιάς μετά από δέκα εκατομμύρια τάκα τάκα να σταματήσει; Κανείς. Ήταν μια τυχαία διακύμανση της στιγμής. Κβαντικός Θάνατος».

«Έχεις δει τα γαϊδουράκια που μοιάζουν με τα άλογα; Τους σκύλους με τους γκουχ γκουχ λύκους; Πώς έγινε αυτό; Έτσι απλά, με μια τυχαία παραλλαγή στο αρχικό καλούπι. Μετάλλαξη το είπανε. Εγώ το λέω Κβαντική Γέννηση».

«Τα λουλούδια που μυρίζεις, τα λιβάδια που τρέχεις, τα αστέρια που θαυμάζεις τη νύχτα, πώς γίνανε όλα αυτά; Ποιος τα έφτιαξε; Και από τι πηλό; Κανείς και από το τίποτα. Γίνανε μόνα τους σε μια στιγμή που το τίποτα ταρακουνήθηκε. Μα κι εσύ ταρακουνάς μια άδεια καρδάρα και τίποτα δε φτιάχνεται. Ποιος ξέρει, ίσως και συ κάποτε φτιάξεις ένα γατάκι. Σα τους μάγους και τα καπέλα τους που έρχονται στην πλατεία του χωριού. Κβαντικός Κόσμος».

«Και η ηθική; Ξέρεις τι είναι η ηθική; Να κάνεις πάντα το σωστό. Ή το κακό, εξαρτάται. Και γιατί δεν το κάνουμε πάντα; Και γιατί όταν πολλές φορές θέλουμε, φλεγόμαστε να το κάνουμε τελικά προτιμάμε το ανάποδο; 50 εκατομμύρια αναγνώσεις και πάντα σε τρώω. Γιατί; Δεν είμαι δα και ο πιο πεινασμένος λύκος του δάσους. Και ο κυνηγός. 50 εκατομμύρια αναγνώσεις και πάντα σε γλιτώνει. Γιατί; Δεν είναι δα και ο ευγενικότερος άνθρωπος στο βουνό. Γι΄αυτό είμαι και πάλι εδώ. Αν και ξέρω ότι θα σκοτωθώ. Ένας τετράποδος Αχιλλέας! Ελπίζοντας (όχι εντελώς μάταια λένε οι πιθανότητες) για μια διπλή κβαντική διακύμανση της ηθικής. Και της ανάγνωσης. Για να με δω να διατρανώνω ότι δεν θα φάω τη γιαγιά κι ούτε και σένα και καθόμαστε και παίζουμε τόμπολα. Και για να δω τα ξινισμένα μούτρα του κυνηγού που ακούει τα ξεφωνητά μας και νομίζει ότι κινδυνεύετε αλλά αποφασίζει να αλλάξει δρόμο, πού καιρός για λεονταρισμούς. Κι εγώ να βγαίνω στο παράθυρο και να του γνέφω, έχασες διπλά κυνηγέ, δε σε χρειαζόμαστε εσένα και την απολιθωμένη σου ηθική, ακόμα και οι λύκοι έχουν αισθήματα και κάποτε σταματούν το αιμοβόρικο χόμπι τους για λίγη ζεστασιά και κατανόηση. 50 εκατομμύρια αναγνώσεις και ακόμα τίποτα. Αλλά δεν απελπίζομαι. Ποτέ δεν ξέρεις πότε θα του κβαντοσαλέψει αυτού του Κβάντα».

«Ραντεβού στην επόμενη ανάγνωση. Μην τρομάζεις. Θα σωθείς».

ΧΛΑΠ!

Σημείωση: αν κάτω από το κείμενο εμφανίζεται κάποια διαφήμιση είναι εμβόλιμη από το WordPress και καμία σχέση δεν έχει με τον λύκο και τις ιστορίες του.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s