δίχως «πετιέται»

(post σύνθεση)

Στη χώρα χωρίς αγωνιστικά τραγούδια κανείς δεν έδειχνε να του λείπουν.

Στα σπίτια τα πικάπ γρατζουνούσαν απαλά βελούδινες μελωδίες για την αγάπη, για τα περασμένα, για την ξεγνοιασιά. Οι ψαγμένοι καθηγητές στο Λύκειο πρότειναν στους μαθητές τους μόνο τα άγνωστα και τα μεγάλα ερωτικά. Και κείνοι με τη σειρά τους στις μαθητικές συναυλίες παίζανε κουρσάρικα ποπροκοτράγουδα. Και οι κοπέλες από κάτω λικνίζονταν χωρίς ποτέ να καμώνονται ότι αναλογίζονται τη μοίρα κάποιων συνομίληκών τους στη Σπάρτη και το Βόλο. Κάποιοι αιώνια αντιδραστικοί ποτέ δε χλεύαζαν για τη συσσωρευμένη υποκρισία των εθνικών επετείων. Την πρωτομαγιά κανένας Πέτρος δε σηκωνόταν παιάνας εκκωφαντικός από ντουντούκες και στόματα. Στα εκλογικά κέντρα τα μεγάφωνα δε στέναζαν απ’ τη βροντή των καπηλευμένων εμβατηρίων. Σε κάποιον πόλεμο κανένα ραδιόφωνο δεν πλημμύριζε από αέρηδες και παλικαράδες και μεγαλοϊδεατισμούς. Και ύστερα από κάποια δικτατορία σε κανένα καλλιμάρμαρο δεν αντηχούσαν βροντώδεις φωνές για την παλινόρθωση και τη γενναιότητα και τη ζωή την ίδια. Κανείς τραγουδιστής δεν εξαργύρωσε πολιτικά την ξεσηκωτική χροιά της φωνής του. Κανείς ακροατής δεν τόλμησε ποτέ να χορέψει απρεπώς με ή να αδιαφορήσει για ανύπαρκτους στίχους που εξυμνούσαν την πατρίδα του. Και κανείς ποτέ ακούγοντας ένα κάποτε πολλά υποσχόμενο άσμα της νιότης του δεν κοίταξε τον καθρέπτη 20 χρόνια μετά και δεν έφτυσε αηδιασμένος τον εαυτό του.

Και τότε, πώς γίνονταν οι απεργίες; Πώς μάχονταν στον πόλεμο; Πώς έπειθαν το λαό να ψηφίσει; Πώς καλλιεργούσαν την εθνική συνείδηση;

Οι απεργίες γίνονταν γιατί απλά οι εργάτες διεκδικούσαν καλύτερες συνθήκες εργασίας και ζωής. Και οι μάχες δίνονταν γιατί υπερασπίζονταν τα σπίτια τους. Και στις εκλογές ψήφιζαν όποιο κόμμα τους φαινόταν πιο αξιόπιστο και πιο ικανό. Και για την εθνική συνείδηση αρκούσαν τα βιβλία ιστορίας, τα κοινά έθιμα και η γλώσσα. Κι όποτε ο λαός υπέφερε, ξανασηκωνόταν έτσι, χωρίς τραγούδια, γιατί το να σηκώνεσαι είναι το μόνο πράμα που μπορείς να κάνεις όταν πέφτεις.

Κάποτε, βέβαια, και για πρώτη φορά στα χρονικά τους η εθνική ομάδα ποδοσφαίρου της χώρας προκρίθηκε στα τελικά μιας μεγάλης διοργάνωσης. Προπονητής, παίκτες και ομοσπονδία, εισάγοντας ξενόφερτα καινά δαιμόνια, απαίτησαν τη σύνθεση («επιτέλους») ενός αγωνιστικού τραγουδιού που να αποτελεί πηγή έμπνευσης και καύσιμο μαχητικότητας για τους παίκτες αλλά και για τους οπαδούς, ώστε να μπορέσει η εθνική ομάδα να διακριθεί απέναντι σε πιο ταλαντούχους αντιπάλους. Οι κυβερνώντες αποτάθηκαν σε ντόπιους συνθέτες, αλλά με έκπληξη διαπίστωσαν ότι κανείς δεν ήταν πρόθυμος και ενθουσιώδης για ένα τέτοιο, βαρύτιμο έργο. Μέσα στο πέρασμα των δεκαετιών είχε θολώσει η απαρχή της στέρφας στρατευμένης τραγουδοποιίας: δε γράφονταν τέτοια τραγούδια γιατί δεν υπήρχαν κατάλληλοι συνθέτες ή δεν υπήρχαν κατάλληλοι συνθέτες γιατί κανείς δεν ενδιαφερόταν για τέτοια τραγούδια; Σε κείνο το κρίσιμο -για την ομάδα ποδοσφαίρου- σημείο μικρή σημασία είχε. Οι κυβερνώντες κάλεσαν βοήθεια από το εξωτερικό.

Πέντε παγκοσμίως αναγνωρισμένοι συνθέτες επικών, επαναστατικών ασμάτων από πέντε αγκομαχούσες, ταλαιπωρημένες από εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς χώρες προσέτρεξαν σε βοήθεια. Έλαβαν κατευθύνσεις από τους κυβερνώντες. Πήραν συνεντεύξεις από οπαδούς και ποδοσφαιριστές. Συνομίλησαν με απλούς πολίτες. Περπάτησαν σε κάμπους, λόφους και χωριά. Αγνάντεψαν τις θάλασσες και τα ηλιοβασιλέματα. Εισέπνευσαν τις μυρωδιές των βουνών και τις κακοσμίες των ξεχασμένων αστικών σοκακιών. Διάβασαν λογοτεχνία. Χώθηκαν στα βιβλία της ιστορίας. Στο τέλος, καθένας συνέθεσε το δικό του αγωνιστικό τραγούδι, μεγαλόκαρδο δώρο σε μια χώρα κι ένα λαό που το είχε ανάγκη.

Αλλά φευ. Κανένα τραγούδι δεν κατάφερε να ξεσηκώσει μια αύρα αλλοφροσύνης στα μυαλά των πολιτών της χώρας. Ήταν όλα τους όπως ενδείκνυται: δυναμικά και κλιμακωτά και πομπώδη, αφηγούνταν πράματα οικεία και προσφιλή στο λαό, περιελάμβαναν αφηρημένους στίχους με αναφορές στις «εθνικές τοιχογραφίες», την παράδοση, τη θέληση, τον αγώνα ανοικοδόμησης, εξυμνούσαν αρετές και φυσικές ομορφιές και ανθρώπους που υπερβαίνουν τα εσκαμμένα. Αλλά παρέμεναν κενά γράμματα, εντυπωσιακοί πίνακες νεκρής φύσης που μέσα στην παγερή ωραιοπάθειά τους αδυνατούσαν να φορτίσουν ηλεκτρικά ακόμα και τον πιο ευσυγκίνητο και ευάλωτο ακροατή τους. Η εθνική ομάδα ποδοσφαίρου καταποντίστηκε στο τουρνουά και ίσως, βέβαια, το ίδιο να γινόταν ακόμα κι αν είχε βρεθεί το τέλειο τραγούδι με το οποίο θα διονυσιάζονταν ιδεολογικά οι οπαδοί και οι παίκτες. Μετά από κάποιο αμήχανο διάστημα η λαϊκή δυσφορία οδήγησε στην απομάκρυνση των παικτών, την κατάργηση της ομοσπονδίας, την πτώση της κυβέρνησης. Όχι γιατί δεν κατάφεραν τη διάκριση, αλλά γιατί αντίθετα την επιδίωξαν, την επιδίωξαν μ΄έναν τρόπο τεχνητό και βίαιο και συντετμημένο που καθόλου δεν άρμοζε στην ψυχοσύνθεση της χώρας χωρίς αγωνιστικά τραγούδια.

συνεχίζεται

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s