2 αρνήσεις =

(post χαμένες ευκαιρίες)

Συμμετέχω σε ένα τηλεπαιχνίδι γνώσεων, τα έχω πάει περίφημα, έχω εντυπωσιάσει με την ευρυμάθεια, την τύχη και την αυτοπεποίθησή μου, έχω φτάσει στην ακροτελεύτια ερώτηση, τα παίζω όλα (χιλάδες ευρώ) ή τίποτα (φιλικό χτύπημα στην πλάτη). Η ερώτηση έχει σχέση με κάποιο άγαλμα στην Αθήνα, όχι τι έκανε αυτός ο τύπος και τον κάνανε άγαλμα, αλλά ποιο άγαλμα στέκει εκεί, γωνία Πρωτευουσιανισμού και Αστυφιλίας. Χουρέι! Έχω περπατήσει δεκάδες φορές σε κείνα τα μέρη – όταν ήμουν φοιτητής με είχε μια κοπέλα εκεί κοντά. Βέβαια, όποτε περνούσαμε από εκεί -και από οπουδήποτε άλλωστε- ποτέ δεν πρόσεχα τα αγάλματα, μόνο το αγαλμάτινο το δικό της το κορμί και τα φωτεινά της μάτια. Τότε με είχε παρατήσει – δεν είχα αρκετά φράγκα. Τώρα ίσως και να ‘ναι αυτή η αιτία που θα τα αποκτήσω. Χαμογελάω. (Ο προσεκτικός αναγνώστης εδώ αναρωτιέται αν χαμογελάω γιατί ξέρω την απάντηση ή γιατί θυμάμαι την κοπέλα ή γιατί ζω την ειρωνεία της μοίρας. Ο παρουσιαστής και το κοινό, όμως, ΔΕΝ ΞΕΡΟΥΝ την ιστορία με την κοπέλα, οπότε έχουν ΜΙΑ ΜΟΝΟ επιλογή. Κάπως πρέπει να λέγεται αυτό στην κινηματογραφική γλώσσα, αλλά δεν ξέρω πώς). Επαρχία. Αθήνα. Κοπέλα. Λεφτά. Φαντασιώνομαι διστακτικά ευρώ να ξεπηδάνε ένα ένα από το θησαυροφυλάκιο. Ξεδιπλώνω(;) την απάντησή μου. Καταγγέλω τη στρεβλωτική και υποτιμητική αθηνοκεντρική αντίληψη των πραγμάτων (ασήμαντο απότοκο της οποίας είναι και τούτη εδώ η θλιβερή, καταγέλαστη ερώτηση) που θέλει όλους τους Έλληνες υποτελείς και θεωρεί ότι η γνώση της πολεοδομίας μιας ανυπόληπτης αθηναϊκής συνοικίας είναι τόσο σημαντική ώστε να αξίζει ένα κάρο βρώμικα λεφτά, πιο σπουδαία από τη γνώση μιας αποστροφής κάποιου περίφημου φιλοσόφου ή ενός οδυνηρού ιστορικού περιστατικού ή ενός παγκόσμιου έργου τέχνης. (σηκώνομαι όρθιος) ΑΡΝΟΥΜΑΙ ΝΑ ΑΠΑΝΤΗΣΩ (αποχωρώ).

Η σε ζωντανή μετάδοση έκρηξή μου οδηγεί σε αλυσιδωτές αντιδράσεις. Οι παρευρισκόμενοι συγγενείς μου μουτζώνουν και αποχαιρετούν τα όνειρα για την επιχείρηση catering, η παραγωγή του παιχνιδιού με κατηγορεί για προβοκατόρικο εύκολο εντυπωσιασμό (χωρίς να μπορεί να κρύψει την ανακούφισή της για το άθικτο του κουρμπανά της), οι φιλανθρωπικές οργανώσεις στις οποίες είχα υποσχεθεί τα χρήματα κινούνται νομικά εναντίον μου για διαφυγόντες δωρεές, οι live-bet συγχωριανοί που είχαν στοιχηματίσει υπέρ μου (οι μόνοι μαζί με κείνη την καλλίπυγη Βουλγάρα σε κάποιο τραπέζι μπλακ τζακ που το κάνανε ποτέ για μένα) πετάνε αυγά στα παράθυρά μου, η ζωή μου μετατρέπεται σε κόλαση γιατί δεν απάντησα μια ερώτηση που ίσως και να ήξερα, γιατί ίσως και να αρνήθηκα κάποια χιλιάδες ευρώ που δεν ήταν δικά μου.

Παράλληλα, βέβαια, με το πεζοδρομιακό ρεύμα εναντίον μου γρήγορα σχηματίζεται κι ένα ψηφιακό υπέρ μου από επαρχιώτες ή αριστερούς, που στο ανιδιοτελές ξέσπασμά μου ανακαλύπτουν το άδολο μανιφέστο που μπορεί να εμπνεύσει ένα νέο κίνημα υπέρ της καταπατημένης εντόπιας χωρικής ισονομίας και «ισοευκαιρίας». Οι σχετικές σελίδες οπαδών στο facebook φτάνουν τάχιστα σε τετραψήφιους αριθμούς μελών μόνο και μόνο για να αυτοβυθιστούν -αναμενόμενα- λόγω της παντελούς έλλειψης ενός κοινού ιδεολογικού τόνου, έλλειψη που -μετά την πρώτη υποψία εσωτερικής διαφωνίας- εκφράζεται γλαφυρά σε ευγενικά σχόλια του τύπου: «3 μπαλάκια ρουφήξατε προχθές ρε Αρτινοί, μιλάτε και για ίσες ευκαιρίες», «κοίτα, φίλε, όταν λέμε να πέσουν λεφτά σε όλη την Ελλάδα, δε νομίζω να εννοούμε και την Γκατζολία, έτσι;» και άλλα παρεμφερή.

Εγώ προσπαθώ να κρατήσω μια απόσταση από όλα αυτά. Τα κανονίζω με την εργοδοσία και μετατίθεμαι -τι ειρωνεία- στην Αθήνα, η παντοπώλισσα, όμως, ως αυθεντικό «μάτι της γειτονιάς» με αναγνωρίζει και αμέσως τρανσφορμάρεται σε αυθεντικό «στόμα της γειτονιάς». Δεν πτοούμαι. Θα διεξαγάγω πάνω μου μια κοινωνιολογική έρευνα: σε τι βαθμό πρέπει να είναι η περιρρέουσα κοινωνική σήψη πολύ γρηγορότερη από την ιδιωτική δική μου ώστε εγώ -λόγω σχετικότητας- να φαίνομαι στα μάτια ενός ουδέτερου παρατηρητή ότι ευημερώ; Πηγαίνω κάθε βράδυ στις 8:15 στην παντοπώλισσα για ασήμαντο αφορμή (για σοκολάτα (την απεχθάνομαι), για τσιγάρα (δεν καπνίζω), για γάλα (με αηδιάζει), για την ανιψιά της (είναι λουκουμάκι)) και στήνομαι κάτω από τον καρφωμένο στον τοίχο και τον ΑΝΤ1 δέκτη της τηλεόρασής της. Δεν μπορεί, κάποια στιγμή θα σταματήσει να ασχολείται μαζί μου, θα με θεωρήσει ανάξιο σχολιασμού, ένα αδιάφορο μυρμήγκι που σηκώνει το ψίχουλο μιας μικρής προσωπικής θλιβερής ιστορίας, ένα σαρκοβόρο ζωάκι που προγραμματισμένο από τη φύση ολοκλήρωσε τον ταξίδι του στην διατροφική αλυσίδα, έφαγε λίγο, το φάγανε πολύ, τώρα πια έχει εκπέσει σε ένα ξεδοντιασμένο είδος άνοστου χορτοφάγου.

Ένα βράδυ στις 8:30, κάτω από την τρόικα που μπαινοβγαίνει σε κάποιο ασανσέρ δέχομαι ένα αναπάντεχο τηλεφώνημα. Είναι εκείνη. Η πρώην. Η «συνοικία του αγάλματος». Με παίρνει για να μου πει ότι χάρηκε που με είδε στο γυαλί, στις φίλες της περηφανευόταν ότι με ήξερε απ’ την καλή και την ανάποδη, δεν περίμενε στην τελική τίποτα καλύτερο από μένα. Αιώνιος loser, ήσουν εσύ παιδί μου. Το λέει έτσι, εντελώς φυσιολογικά, σα να ‘ναι τίτλος τιμής. Αφού χάνεται για λίγο στην ανασκόπηση μιας δεκαετίας που δε ζήτησα να μου διηγηθεί, ξεσπάει. Την παράτησε και ο μεγαλοδιαφημιστής για τον οποίο παράτησε εμένα και ο μεγαλοδικηγόρος για τον οποίο παράτησε τον μεγαλοδιαφημιστή. Δυο μόνο καρχαρίες σε 10 χρόνια; Συμπεραίνω ότι συντετμημένα και από συστολή παραλείπει αρκετούς ενδιάμεσους σταθμούς. Κλαίει. Τι καλά να βρισκόμασταν, λέει. Εσύ πάντα ήσουν δικός μου άνθρωπος, προσθέτει. Ζω στην Αθήνα, ενημερώνω. Το πρόσωπό μου μόλις φωτίστηκε, (δεν παραδέχεται, αλλά το) καταλαβαίνω. Κανονίζουμε να βρεθούμε. Για ποιο σκοπό άραγε; Όλοι αντιλαμβανόμαστε. Αλλά δεν αντιλαμβανόμαστε το ίδιο.

Εσύ χρειάζεσαι ένα μπράτσο για να στηριχτείς σε μια δύσκολη εποχή. Και γω μια βαλβίδα που θα εκτονώσει τη συσσωρευμένη μου αρνητικότητα για να παραδοθώ ήρεμος σε άλλον ένα υποσχόμενο κύκλο ερωτικών διεργασιών. Γιατί δεν ξέρεις ότι όσην ώρα σου μιλούσα είχα τα μάτια μου καρφωμένα στη λιγουρευτή ανιψιά πίσω από τον πάγκο. 15 χρόνια νεότερη (σου). (Εννοείται) πιο σφριγηλή, (εννοείται) πιο ανοιχτόκαρδη, προοδευτικά μυαλά, τατουάζ μεταμοντέρνα. Χάρμα οφθαλμών και μελωδία ώτων. Κι ελπίζω σύντομα να ‘χω συμπληρώσει όλες τις αισθήσεις μαζί της. Χαμογελάω κοιτώντας την αλλά έχω ακόμα κολλημένο το τηλέφωνο στο αυτί. Νεύει απειροελάχιστα αναρωτόμενη αν απευθύνομαι σε κείνη. Την πλησιάζω.

Καταφάσκω.

Advertisements

5 thoughts on “2 αρνήσεις =

  1. mathepeze

    Δεν υπάρχει κινηματογραφικός όρος.

    Το άλλαξες σε happy end βλέπω.

    Το διήγημα σου ταιριάζει και λέγε οτι θες – ταπεινότης ταπεινοτήτων…

      1. mathepeze

        χαχαχαχα

        Εγώ ψηφίζω το αρχικό, με το άγνωστο «ξεκίνημα». Ποιο γοητευτικό.

        Αυτό που εν τέλει επέλεξες είναι ποιο πιασάρικο, ποιο κινηματογραφικό.

  2. mathepeze

    Ναι, μικρού μήκους. Κι ας ασελγήσει όποιος θέλει.

    * Πρέπει να μετριάσω το αλκοόλ. Με το τόσο αστεία ορθογραφικά, πόσες ανοησίες θα κάνω που δεν πέφτουν στην αντίληψή μου…

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s