παρσεξήγηση

(post αποκατάσταση)

Έπρεπε να περάσουν 25 χρόνια για να ανοίξουν τα αρχεία του foreign office και να μαθευτεί όλη η αλήθεια. Κάποιοι απλώς σύγκριναν την ξενόφερτη αυτή καταγραφή με τα όσα είχαν κατακλύσει τότε τα social media, έσκασαν ένα εσωτερικό χαμόγελο και φλεγματικά συνέχισαν να πίνουν το ρακίτο τους. Κάποιοι, περισσότερο ευαίσθητοι, ένιωσαν την ανάγκη να ζητήσουν συγγνώμη. Από τον σκαιότατα συκοφαντημένο πρωταγωνιστή της ιστορίας, που από χρόνια είχε εγκαταλείψει τη χώρα του. Αλλά κι απ’ την ίδια τη χώρα, ίσως, που από χρόνια είχε εγαταλείψει τον εαυτό της. Κι ίσως η (μεθοδευμένη;) κατακραυγή τότε εκείνη να ήταν η μικρή τρύπα που έμπασε σιγά σιγά νερά στη βάρκα του σχηματισμού, βουλιάζοντάς τον αυτόν μαζί με την ελπίδα για μια διαφορετική προσέγγιση των πραγμάτων. Κι όλα αυτά εξαιτίας μιας πλάνης.

—————

Σ’ ένα δρομάκι κάπου στο Παγκράτι είχε ανοίξει ένα μικρό μπαράκι, όχι πάνω από 30 τετραγωνικά. Η διακόσμηση ήταν φθηνή, η μπάρα στενή, τα σκαμπό άβολα, τα τραπέζια κουτσουλιές, ο φωτισμός αδιάφορος. Κι όμως, το μπαράκι μετέδιδε μιαν αίσθηση ζεστασιάς στους θαμώνες του και υπεύθυνος γι’ αυτό δεν ήταν άλλος από τον ιδιοκτήτη του, τον Νώντα. Ο Νώντας ήταν παιδί έξω καρδιά, είχε φάει τη νύχτα με το κουτάλι από διάφορα μπαρόβια πόστα, κι αυτό ήταν το μεγάλο του στοίχημα. Με οικονομίες και δανεικά έστησε τη γωνιά του κι ήλπιζε τώρα να εξαργυρώσει τα καλά λόγια που δέκα χρόνια άκουγε στις νυχτερινές του βάρδιες από αφεντικά, γκόμενες, φοιτητόνια, μηχανόβιους, κυριλέδες κι εναλλακτικούς αναρχοαυτόνομους. Τα πάντα περνούσαν από το χέρι και τη φροντίδα του: τα καθαρά ποτά, τα σερβιρίσματα, οι δημόσιες σχέσεις, το μουσικό ύφος, η οργάνωση των πάρτι, οι επισκευές στα καζανάκια, τα σκουπίσματα των πρωινών πεζοδρομιακών ξερατών, οι καλές επαφές με τους γείτονες και βέβαια η πρόσληψη, γαλούχηση και επιτήρηση των υπαλλήλων του.

Οι οποίοι ήταν: ο Φίλιππος, ο φουσκωτός μπάρμαν, που είχε παρατήσει τη σχολή τουριστικών επαγγελμάτων για να ακολουθήσει ανεπιτυχή καριέρα δημοτικού συμβούλου και μποντιμπιλντερά – όχι αναπάντεχα πίσω στην πλάτη του είχε χτυπημένους αετούς και έτρεφε μια ανυπόμονη συμπάθεια προς το ΛΑΟΣ και τον αρχηγό του. Η Κλαίρη, η ναζιάρα σερβιτόρα, ξανθιά μπίμπο που είχε περάσει αλλά ποτέ πατήσει στο ΤΕΙ ιχθυοκαλλιέργειας, είχε αποτύχει σε δύο παρακμιακά καλλιστεία καταγγέλλοντας τις επιτροπές που τις απάρτιζαν τριτοκλασάτοι μόδιστροι και αγροίκοι κρεοπώλες και προσπαθούσε να συμπληρώσει το κομπόδεμά της για να ανοίξει bubble κομμωτήριο. Και η Fey, αγγλίδα δεύτερης γενιάς, θα ΄λεγε κανείς ένα σώμα κινητό κοσμηματοπωλείο με ειδίκευση στα σκουλαρίκια που τρυπιόντουσαν οπουδήποτε περίσσευαν 5 γραμμάρια λίπος – η αγγλική προφορά της τρέλαινε τους συνεσταλμένους, άγαμους φοιτητές που αυτοδικαιολογούνταν ότι ήταν πολύ Ευρωπαίοι για να τους προσέξουν οι χαμούρες Ελληνίδες και κυνηγούσαν μεθοδικά την τύχη τους με τη Fey παραγγέλλοντας ποσότητες μαύρων μπυρών και προσμένοντας τη στιγμή που εκείνη θα έλεγε για πρώτη φορά κάτι διαφορετικό από ορρίστε και 5+90 plis.

Το μπαράκι δεν άργησε να γίνει στέκι και σε αυτό ίσως να οφειλόταν ότι για καιρό ο Νώντας, που είχε φάει τα νιάτα του βοσκώντας στους πάγκους και προσπαθώντας να κλέψει δίσκους από το Happening, εκτελούσε ο ίδιος χρέη DJ και περήφανα είχε καταστρώσει ένα σχέδιο διαφορετικών μουσικών στυλ ανά ημέρα: Jazz, 80s, διασκευές only, κινηματογραφική, brit pop, dance+late rock, 60ς+70ς. Το πονηρό αυτό δόλωμα για προσέλκυση ετερόκλητου κοινού έπιασε, ο Νώντας κουραζόταν αλλά η επιχείρηση απέδιδε, όχι τόσο, ίσως, σε οικονομικά μεγέθη αλλά κυρίως σε μεγέθη διασκέδασης και διάθεσης και στίγματος στον χάρτη. Μέσα σε λίγους μήνες, το μαγαζί είχε βρει το ρυθμό του, οι μπύρες έρεαν άφθονες, η πελατεία φώναζε, γελούσε, χόρευε, οι τουαλέτες ενίοτε είχαν και τα τυχερά τους από ξαναμμένους πότες που θολωμένοι από μπίτια και ιδρώτα αντικαθιστούσαν το εκεί και αργότερα κάποιων εξευγενισμένων, αρωματισμένων, καθαρών σεντονιών με το εδώ και τώρα λίγων πρωτόγονων στιγμών ζωικής έκστασης.

Οι σεξουαλικές ιστορίες που διαδραματίζονταν στην αριστερή -κυρίως- τουαλέτα θα μπορούσαν άνετα να συνθέσουν ένα σινε-ερωτικό κολάζ, έναν ιντριγκαδόρικο συνδυασμό του «καπνός και τσιγάρα» με τις «ιστορίες της μαντάμ Ο». Όλες οι κάστες του μπαρ κάποτε έτυχε και έστειλαν αντιπροσώπους τους στα πεντάλεπτα αυτά λάγνα ζευγαρώματα, οι μεθυσμένες φοιτήτριες με τα κοιλαράδικα μέταλλα, οι ανερχόμενοι ηθοποιοί με τους μαραμένους σκηνοθέτες, οι δεξιοί φλώροι με τις κοκότες προαστίων, οι dance-addicteds με τα κουρασμένα delivery-boys, οι αγχωτικοί δικηγόροι με τις επαρχιώτισσες ξαδέλφες, οι αριστεροί διανοούμενοι με τα wanna-be ιντελεκτουάλε μοντέλα. Και, βέβαια, στο στήσιμο του κολάζ δεν παρέλειπαν να συνεισφέρουν και οι νεαροί υπάλληλοι του μπαρ, καθώς η διάχυτη ζεστασιά και ο έντονος ερωτισμός του μαγαζιού είχε συχνά ισχυρότερη επίδραση πάνω τους από τις αυστηρές συστάσεις του Νώντα.

Με σπουδαιότερη αναμφίβολα στιγμή τους τη νύχτα που όλοι συνδέθηκαν χωρίς να το ξέρουν με τον ίδιο άνθρωπο. Τον μεσήλικα εκείνο άντρα που έπινε μόνος του famous grouse σε μια γωνιά του μαγαζιού δίχως να αγγίζει τα ξηροκάρπιά του. Που είχε το βλέμμα στραμμένο σε μια απροσδιόριστη συμπαντική κατεύθυνση βυθισμένος στις έγνοιες και τις σκέψεις του. Που ξεχώριζε για την άδετη γραβάτα, το αναμαλλιασμένο μαλλί, το χρυσό δαχτυλίδι, το βιβλίο για κάποιο κτήνος που είχε αφήσει στον πάγκο δίπλα του. Που τον κάρφωνε έντρομος ο Φίλιππος – του θύμιζε ένα αποτυχημένο του πείραμα στα χρόνια της σχολής με κάποιον εγγλέζο τουρίστα. Που τον λιγουρευόταν εντυπωσιασμένη η Κλαίρη – διέκρινε πάνω του μια κλάση χαρακτήρα και πορτοφολιού που θα μπορούσε να αποτελέσει εχέγγυο επιτυχίας (για ένα νέο καλλιστείο, για ένα νέο κομμωτήριο, για ένα νέο τριαράκι). Που τον περιτριγύριζε σαγηνευμένη η Fey – επιτέλους κάποιος κοιτούσε τα μάτια της κι όχι το σκουλαρίκι στο στόμα της όταν μιλούσε.

Πρώτος έκανε την κίνησή του ο Φίλιππος. Τον είδε να μπαίνει στην τουαλέτα και έσπευσε πίσω του. Τον κοίταξε μέσα από τον καθρέπτη καθώς έπλενε το πρόσωπό του. Ήταν έτοιμος να κλάψει, αν του τρυπούσε κάποιος τα μπράτσα θα ξεφούσκωνε σα αλαφιασμένο μπαλόνι. Εκείνος κατάλαβε. «Ούτε να το σκέπτεσαι μάγκα μου!» Η δύναμη του χαρακτήρα επικράτησε της δύναμης των μυών. Ο Φίλιππος ντροπιασμένος έτρεξε πίσω από την κάνουλα της βαρελίσιας μπύρας. Εκείνος έκανε να βγει από την τουαλέτα. Έπεσε πάνω του με φόρα η Κλαίρη. Εντελώς τυχαία, όσο τυχαία είχαν ξεκουμπωθεί 3 από τα 4 κουμπιά του πουκαμίσου της αποκαλύπτοντας ένα πλούσιο στήθος που παλλόταν πίσω από ένα wonderbra. Παλλόμενα στήθη. Η αχίλλειος πτέρνα του. Η αχίλλειος πτέρνα όλων των διανοούμενων αντρών. Η αχίλλειος πτέρνα όλων των αντρών. Βυθίστηκε μέσα τους πάνω από την αριστερή λεκάνη της τουαλέτας. Για 4 λεπτά, οι βαθυστόχαστες σκέψεις του πήραν ρεπό, μόνο και μόνο για να επιστρέψουν φιλότιμα, να τον αφυπνίσουν και να τον απομακρύνουν πάραυτα μετά τη συνουσία, μην αφήνοντας περιθώρια στην Κλαίρη να εκτοξεύσει όλες τις ατάκες που είχε απομνημονεύσει για τέτοιες red alert καταστάσεις. Εκείνος επέστρεψε στη γωνιά του. Ήπιε άλλο ένα ποτό, παίζοντας με τα νεύρα των «πρώην» του. Τετάρτη βράδυ, κόντευε τρεις, το μαγαζί σχεδόν είχε αδειάσει, αύριο είχε μια παρουσίαση, ώρα να την κοπανούσε. Καθώς μπήκε στο αμάξι του και άνοιξε τα παράθυρα να μπει φρέσκος αέρας, διέκρινε τη φιγούρα της Fey να σκύβει από το παράθυρο και να του ζητάει να την πάει στο σπίτι της. «Πού μένεις, είσαι μακριά», ρώτησε. «Όχι πολύ, όπου πας κι εσύ, μόνο ένα μαξιλάρι δρόμος». Τη στάθμισε. Έκανε τα μαθηματικά: δύο στους τέσσερις – σεξ με το μισό μπαρ. Δεν είχε βυζιά. Αλλά είχε κάτι ακόμα πιο γκαβλωτικό. Κοντό μαλλί και θράσος. Έλιωσε σα ζεστό βούτυρο. Δεν το έδειξε. «Μπες μέσα». Δε νόμιζε ότι θα προλαβαίνανε να φτάσουν ως τα μαξιλάρια του. Την κοίταξε για λίγο. Γλυκιά. Και με μια αίσθηση αυτοκυριαρχίας. Ένα στεφάνι από νέον είχε σκαλώσει πάνω στα ασύμμετρα μαλλιά της. Χαριτωμένο εφέ. Τι να ΄ταν; Θόλωσε. Έτριψε τα μάτια του.

Μα, βέβαια βέβαια, η φωτεινή επιγραφή του μπαρ.

Advertisements

14 thoughts on “παρσεξήγηση

  1. mathepeze

    Μιας και το ρίξαμε στα προσωπικά, μου θύμισες τις παλιές κακές μου εποχές… με τα μπαρ.

    Έχεις άνεση στις περιγραφές χαρακτήρων!
    Θα ξεχωρίσω τον μπλε πρόλογο και τον ευφάνταστο τίτλο!

  2. sunCoater Συντάκτης

    mathepeze, μου αποδίδεις πάντα περισσότερα εύσημα απ’ ό,τι αξίζω. Ώστε κακές μπαρόβιες εποχές, ε; Νομίζω όλοι έχουμε τέτοιες, για άλλους κρατάνε χρόνια, για άλλους μια ή δύο νύχτες.

  3. Ανώνυμος

    Κάθε αγόρι που σέβεται τον εαυτό του, έχει τέτοιες νύχτες.

    Όσο για τα εύσημα, υπάρχει αυτό που λέμε «αντικειμενικό κριτήριο», αλλά θ’ αποφύγω τις αναλύσεις. Είναι τόσο βαρετές. Από την άλλη η διαφωνία είναι τόσο εποικοδομητική κι αν κάποιος διαφωνεί για τα γραπτά, το συζητώ μαζί του…

    Δεν γνωριζόμαστε. Οπότε δεν έχω και λόγο να λέω «σάλια».

        1. sunCoater Συντάκτης

          υποθέτω για κάθε έναν που ξενερώνει κάποιος άλλος ενθουσιάζεται και το ανάποδο. συμπαντική ισορροπία.

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s