χωρίς ζύγι

7dishes

Συνηθισμένος να ξυπνάει νωρίς νωρίς για τη δουλειά δεν μπόρεσε να πείσει ούτε το σώμα ούτε και τη συνείδησή του να κοιμηθούν λίγο παραπάνω τη μέρα της αργίας. Την προηγούμενη σκέπτηκε να κάνει κάτι γι΄αυτό πίνοντας 3-4 ποτηράκια κρασί, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν αντί για λεπτά ύπνου να προσθέσει κιλά βαρύτητας στο κεφάλι του. Την ώρα που φορούσε τη ζακέτα του το πλεονάζον ξυπνητήρι έσκισε την ησυχία με μερικές συγχορδίες βιολιών – ως συνήθως είχε ξεχάσει να το ξεπρογραμματίσει από το «κάθε μέρα» mode. Εκείνη στριφογύρισε στο κρεβάτι. Εκεινού του στριφογύρισε το μυαλό: «τι βλάκας που είσαι» και «αφού πάντα ξυπνάς από μόνος, γιατί το θες» και «είναι η αίσθηση της έξωθεν ασφάλειας» και «ποτέ δε ρισκάρεις» και «γι’ αυτό δε θα ψηφίσεις ποτέ ΣΥΡΙΖΑ» και «ΚΟΨΤΟ επιτέλους»!

Βγαίνοντας από το δωμάτιο ένα υπερθέαμα: το χολσαλόνι (και ευτυχώς όχι χολσαλονοκουζίνα) σε μια εκκωφαντική κατάσταση ευταξίας, τα πάντα τακτοποιημένα, καθαρά και όμορφα – σε πλήρη αντίθεση δηλαδή με την κατάσταση άπειρης εντροπίας που εσύ και οι φιλοξενούμενοι φίλοι σου το είχατε αφήσει αργά τη νύχτα: χυμένα φαγητά, μισοπιωμένα πέμπτα ποτά, ξέστρωτοι καναπέδες, βρισιές κολλημένες σε τοίχους και έπιπλα. Χαμογέλασες. Αλλά βιάστηκες να χαμογελάσεις πλατιά κι έτσι δεν είχες διαθέσιμη την υπερθετική διαβάθμιση όταν άνοιξες την πόρτα της κουζίνας και είδες το τραπέζι στρωμένο με τα σερβίτισια να παρακαλάνε για πρωινό και όλων των ειδών τα καλούδια παραταγμένα στο κέντρο σα να συμμετείχαν σε καλλιστεία εδεσμάτων. Υπολόγισες πόση ώρα θα χρειάστηκαν όλα αυτά μετά τις 2 που εσύ, ο προτελευταίος του σπιτιού, πήγες για ύπνο. Και τα μαθηματικά σε ζάλισαν.

Δεν την είχες καν ρωτήσει για το αν δεχόταν να σας επισκεφτούν οι φίλοι σου (που εκείνη σχεδόν δεν τους ήξερε). Που θα δεχόταν, δηλαδή, αλλά μια ερώτηση ευγενείας δεν έβλαπτε. Δεν την είχες καν ρωτήσει που ως καλός οικοδεσπότης είχες αποφασίσει να παραχωρήσεις τα πιο ζεστά υπνοδωμάτια στους φιλοξενούμενους. Δεν την είχες λογαριάσει καν που τις τελευταίες 3 εβδομάδες δούλευες και τα Σαββατοκύριακα («για τα λεφτά», σίχαμα, «για τα λεφτά») αφηνόντάς την να τρέξει όλες τις κουραστικές προετοιμασίες μόνη της. Κι όταν το γκρουπ κατέφτασε κι εσύ τους υποδέχτηκες με ένα ξερό, παλιό, καλό «ουγκ», εκείνη τους αγκάλιασε, τους φίλησε, τους ζέστανε και τους έκανε στο δευτερόλεπτο να αισθανθούν ότι αυτή θα ήταν απλώς μια επίσκεψη στο δεύτερό τους σπίτι.

Τα μαζεύεις όλα αυτά μαζί κι απ΄την άλλη μεριά τοποθετείς τι έκανες, τι κάνεις εσύ για εκείνην: άντε το πολύ πολύ κάθε 2 χρόνια να τσουβαλιάζεις επιλογές της αρεσκείας σου και να της γράφεις μια νέα playlist (παλιότερα CD, ευτυχώς δεν είστε τόσο παλιοί για τις κασέτες (όχι τίποτα άλλο, αλλά εκεί κάθε λάθος τραγούδι μετρούσε σε χρόνο και καταπόνηση)). Εντυπωσιακό, πώς τόσο καιρό δεν το αντιλήφθηκες, έπρεπε να έρθει μια πραγματικά going gets tough περίσταση για να διαπιστώσεις ότι η σχέση σας είναι τελείως μα τελείως ανισόρροπη. Είναι, λοιπόν, οι σχέσεις ζύγια που κάποιος κλέβει στο μέτρημα; Είναι δούναι και λαβείν, συναλλαγές, αρισβερίσια, γίνονται εκεί μέσα υπόγεια παζάρια, σου χαρίζω επίχρυσα φύκια για λίγη μαλαματένια στοργή, κι είναι αυτό πάντα το καλύτερο που μπορώ να κάνω οπότε (στις προθέσεις τουλάχιστον) είμαι αθώος ή ενσυνείδητα κρατάω εφεδρείες και εκπλήξεις και συναίσθημα για κάτι μελλοντικό, το αληθινά μεγάλο που μπορεί να μην έρθει και ποτέ;

Ή ίσως η σχέση δεν είναι τίποτα άλλο από ένα μεγάλο αναδευτικό χωνευτήρι, ένα κλειστό κυκλικό ταψί, μια σκούρη κουρτίνα καλύπτει την είσοδο και ο πωλητής μας τάζει «μπείτε και δε θα χάσετε», μπαίνουμε και μεις μέσα, άλλοι χέρι-χέρι, άλλοι αγκαλιά, άλλοι απόμακροι, άλλοι επειδή κάποιος τρίτος σκουντάει και κλειδώνει πίσω την έξοδο. Και το ταψί αρχίζει και περιστρέφεται, άλλοτε γρήγορα άλλοτε αργά, μας ταρακουνάει, μας κοσκινίζει, καθησυχαστικά μας ηρεμεί μόνο και μόνο για να μας στροβιλίσει απότομα, κι εμείς χάνουμε τον έλεγχο του εαυτού μας, τα συναισθηματικά σώψυχά μας εγκαταλείπουν το σώμα και την καρδιά μας και ελευθερώνονται στην ατμόσφαιρα. Και τότε απέξω ο πωλητής μετράει τις ποιότητες, αν επιτεύχθηκε καλή πρόσμειξη ή αν τα υλικά είναι ξένα μεταξύ τους, αν το άρωμά του έχει αντοχή ή θα ΄ναι εφήμερο, αν είναι γλυκό ή πικρίζει, ποιος συνεισφέρει τα ευωδιαστά υλικά και ποιος τα αδιάφορα. Γράφει τα αποτελέσματα των παρατηρήσεων σε κάποιο χαρτί, έτσι για στατιστικούς λόγους, και μετά, βέβαια, το σκίζει το χαρτί, άπαξ και μπεις μέσα στο ταψί είσαι μόνος σου υπεύθυνος (όσο δύσκολο κι αν είναι) να διαπιστώσεις αν το αντέχεις το χαρμάνι της συμβίωσης.

Το δεύτερο βράδυ και πάλι πήγες πριν από αυτή για ύπνο. Πέρασες όλη τη μέρα παλεύοντας να βρεις μια στιγμή να της πόσο καταπληκτική είναι κι όταν βρέθηκε αυτή η στιγμή πάλευες να βρεις έναν τρόπο να χωρέσεις τόσα πολλά μέσα σε τόσο λίγο και τελικά δεν ξεστόμισες τίποτα. Οι ενοχές σ’ έχουν κυριέψει. Πιέζεις τον εαυτό σου να μην κοιμηθεί μέχρι να έρθει δίπλα σου – βοηθάει και το player με τα εύκολα και οικεία greatest hits. Έρχεται και ξαπλώνει δίπλα σου, εκεί, κάπου στο 14ο track. Παίρνεις μέσα στο σκοτάδι ύφος σοβαρό αλλά εκείνη φυσικά το καταλαβαίνει από τη στάση του σώματός σου.

-Μη σοβαρεύεις. Και δε χρειάζεται.
-Τι δε χρειάζεται;
-Να το πεις.
-Ποιο;
-Ξέρεις ποιο, την απαγορευμένη λέξη.
-Την απαγορευμένη λέξη; Χα! Γιατί; Φοβάσαι;
-Τι να φοβηθώ; Είμαι και είσαι εδώ. Αυτό μετράει. Κι ό,τι κι αν ειπωθεί δεν πρόκειται να γίνει καλύτερο. Αλλά ούτε και χειρότερο.

Την/τον φίλησε. Τον/την αγκάλιασε. Το πρωί ξύπνησε πάλι πρώτος. Το χολσαλόνι στην εντέλεια. Η κουζίνα αυτή τη φορά λίγο ανάκατη. Μερικά άπλυτα ποτήρια, το τραπέζι χωρίς πιάτα, τα καλούδια στο ψυγείο. Να η ευκαιρία! Κάτι θα μπορούσε να κάνει κι αυτός τελικά. Μην τα περιμένει όλα από εκείνη. Ένας πασάς αυτοεξυπηρετούμενος. Εύκολα κερδισμένος βαθμός. Πάτησε το ON, άνοιξε το ψυγείο και άπλωσε: τη μαρμελάδα στο ψωμί του. την αφεντιά του στο laptop. την αυτοεκτίμησή του στο δωμάτιο. Πόσο μα πόσο την αγαπούσε.

Advertisements

7 thoughts on “χωρίς ζύγι

  1. Marianthiτ

    Αν δεν ηταν ολα στην τριχα,θα την αγαπουσες περισσοτερο;?
    ή αλλιως
    Αν ειχες παντρευτει τον ερωτα της ζωης σου και το σπιτι ηταν μονιμως ανω-κατω;?

  2. sunCoater Συντάκτης

    Μια που είμαι τύπος άνω-κάτω η δύσκολη ερώτηση θα ήταν «τι γίνεται αν είναι όλα αηδιαστικά γυαλιστερά». Υποθέτω ότι θα το ανεχόμουν.

  3. Marianthiτ

    Προς αποφυγην παρεξηγησης στο προηγουμενο σχολιο εννοω τη δικη μου κακη υγεια που μπορει να επηρεασει δυσμενως ο,τιδηποτε καλο.

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s