ΣΚΔ στιγμές

(post ημιμαραθώνιος)

Τα ταξίδια πάντοτε σε ανανεώνουν. Αν μη τι άλλο συναντάς και 2-3 διαφορετικά πράματα που μπορείς μετά να τα ποστάρεις στο μπλοκαρισμένο σου blog.

moving

-Μεσημέρι στην Τσιμισκή. Το σύνδρομο Αγορα-φοβίας ξαναχτυπά. Δώδεκα η ώρα του Σαββάτου είναι η λάθος ώρα για να βρίσκεσαι σε οποιοδήποτε εμπορικό κέντρο του κόσμου. Στρέφω το κεφάλι αριστερά και δεξιά και το μόνο που βλέπω είναι σκουροντυμένες, δίποδες κινούμενες μάζες να πλησιάζουν ή να απομακρύνονται. Κάπως έτσι απ’ την ανάποδη θα μοιάζει και για τους αστρονόμους το σύμπαν, όπου και να ΄σαι και όπου και να κοιτάξεις αστέρια και ακτινοβολίες και άπειρη σκοτεινή ύλη. Στριμωχτοί στο πεζοδρόμιο σα σαρδέλες που κυνηγάνε κάποιο υποθαλάσσιο ρεύμα ή τρέχοντας στα πράσινα εκείνα φανάρια που για να τα διασχίσεις εντός χρόνου πρέπει να ‘χεις μετάλιο στα 100 από Παμπεριφερειακούς και πάνω. Αδηφάγα πλάσματα που υποκύπτοντας στην κεντροmallο προχωράνε σκυφτά, στοχεύουν απροσδιόριστα, φωνασκούν, κρατούν σφιχτά ξέχειλες σακούλες και τους κρατούν σφιχτά τηλέφωνα φορητά, σκουντιούνται, ανεβαίνουν σκάλες, κατεβάζουν κρεμάστρες, παραμερίζουν κουρτίνες, καθρεφτίζονται, πλασάρονται, ξοδεύουν. Ξάφνου, νιώθω την παρορμητική ανάγκη να σηκώσω πανό με μια δήλωση. Κανείς δε θα θέλει να ακούσει, αλλά αυτό ιστορικά είναι το λιγότερο που ανησυχεί τους τρελά αποφασισμένους (ή αποφασισμένα τρελούς). Το μπουφάν μου είναι διπλής όψης, χειμώνας/καλοκαίρι, εκεί μπροστά, μέσα στο σκοτεινό αυτό χαοτικό μείγμα αποφασίζω και φοράω το μέσα έξω, είναι εκρού πουά με μωβ βούλες και ροζ ανταύγειες, φουσκώνω τα στήθια, στέκομαι γερά στα πόδια μου και φωνάζω: εγώ δε θα καταναλώσω απόψε (εκτός κι αν βρω αυτό το πετρόλ τζιν καμπάνα που τόσο καιρό ψάχνω και παρακαλώ ειδοποιήστε με).

-Το βράδυ σε κάποιο σταθμό στα τιμελερτζιανά. Η νέα μόδα στο αθλητικό ραδιόφωνο είναι, αν κατάλαβα, να βάζουν να τσακώνονται δύο οπαδοί διαφορετικών ομάδων. Πετυχαίνω έναν ηρακληδέα κι έναν παοκτζή. Ξετυλίγουν δυο παράλληλους μονολόγους ξερνώντας ο καθένας το παραλήρημά του και απαξιώνοντας να απαντήσει στα μονολιθικά επιχειρήματα του άλλου. Έχουν κι οι δύο βαριά θεσσαλονικιώτικη προφορά, ο ένας οικτίρεται ως οπαδός ομάδας ανίκανης για τα μεγάλα πράσινα ποδοσφαιρικά σαλόνια, ο έτερος ως οπαδός ομάδας με βεβαρημένο παρελθόν ρουσφετολογικής οσφυοκαμψίας στα πολιτικά σαλόνια. Κι ενώ οι μονόλογοι συνεχίζουν προς πρόδηλη ευχαρίστηση του ραδιοπαραγωγού, οι «συνομιλητές» αποδεικνύονται και ικανότατοι χειριστές του λεκτικού σχήματος της ειρωνείας καθώς δεν παραλείπουν ανά δίλεπτο να αλληλοκατηγορούνται για έλλειψη διάθεσης διαλόγου. Γέλιο τρελό. Μετά σκέπτομαι ότι μερικές φορές τα λόγια είναι πολύ δύσκολα και πολύ βάρβαρα για τους ανθρώπους, αν αυτούς τους έβαζες στο ίδιο καφενείο, στο ίδιο γήπεδο, στον ίδιο δρόμο θα υπήρχε κάποιος επικίνδυνος μεν, ουσιώδης δε διάλογος, θα αλληλοέβριζαν τον ανδρισμό, τη μάνα και τα σόγια τους, θα πετούσε ο ένας μία πέτρα – θα απαντούσε ο άλλος με καδρόνια, θα έσπαγε μία βιτρίνα ο πρώτος – θα κατέστρεφε και τα έπιπλα ο δεύτερος. Πολεμικός διάλογος, λέγεται, αλλά τουλάχιστο εκεί υπάρχει μια διαδραστικότητα, μια επικοινωνία, ένα πάρε δώσε βρε αδελφέ.

-Διαβάζω το Ντελίριουμ του Σεντάρις. Απολαυστικός όπως πάντα. Απάντηση της μάνας στην χωρισμένη κόρη που επιστρέφει σπίτι: αν ψάχνεις για συμπόνια θα τη βρεις στο λεξικό ανάμεσα στα σκατά και τη σύφιλη. Μια σταθερή (και ρολαρισμένη) μηχανή παραγωγής διεστραμμένων (με την έννοια όχι της διαστροφής αλλά της αλλοίωσης) καθημερινών καταστάσεων και άπειρου γέλιου. Αν ξαναδιαβάσω τα γραπτά του ίσως καταλάβω αν έχει εξελιχτεί σε κάτι το στυλ ή η θεματολογία του. Κάνει εντύπωση, όμως, στα πρώτα κεφάλαια που βρίσκομαι η εκτεταμένη ομοπροσαρμογή – ίσως για αντίδραση(;) σε κάποια εξάπλωση ομοφοβισμού στην αμερικάνικη κοινωνία; Γαμιάδες, δόντια σε κώλους, διάσημα ανδροζευγάρια, σεξουαλικοί πειραματισμοί αποκτούν περισσότερο από ποτέ περίοπτη θέση στη δόμηση κάθε διηγήματος σε σημείο που να σε υποβάλλει στο τριπάκι να στοιχηματίζεις με την έναρξη κάθε ιστοριούλας πού και πότε θα εμφανιστεί η κάθε gay στιγμή. Σαν κάποιος ή κάτι να ΄χει οργίσει τον Σεντάρις και εκείνος αποφασίζει να ξεσκεπάσει κάθε κεκαλυμμένη, καταπιεσμένη σεξουαλικά μικροαστική συμπεριφορά.

-Από μουσική; Ακούω σε κάποιο σταθμό το παλιό, καλό(;), γνωστό blister in the sun. Η κοπέλα στο μικρόφωνο εν-θου-σι-α-σμέ-νη. Κι εγώ; Θυμάμαι ότι ίσως κάποτε και να το διασκέδαζα. Αλλά τώρα κανένα κρασί και καμία μέθη δεν είναι αρκετά ζαλιστικά για να με καταφέρουν να συμμεριστώ το κέφι της. Δεν κουνάω φρύδι. Τι απέγινε; Ωρίμασα; Ή απλώς γήρασα; Πετάγεται ο συνήγορος των 20 χρόνων μου και φωνάζει ότι και τότε μούχλας ήμουν, οι άλλοι χόρευαν και γω κοιτούσα, κι αυτόν το δικαστήριο τον όρισε, κανείς δεν ήθελε να αναλάβει την υπεράσπισή μου. Λες; Περνάω ένα αγωνιώδες, νυχτερινό 12ωρο εσωτερικού προβληματισμού που μου κόβει κάθε διάθεση να διασκεδάσω, απορρίπτω τη δεύτερη μερίδα λουκουμάδες, δε βάζω τρίτη μπάλα στο παγωτό κι ούτε καν ακουμπάω -όπως συνηθίζω- τις πατάτες που έχουν αφήσει οι υπόλοιποι στο σουβλατζίδικο. Το πρωί κάποια συμπαντική πλεκτάνη αναπάντεχα λειτουργεί υπέρ μου: στο ράδιο το νέο τραγούδι των Suede: barriers. Πώς το λένε οι νέοι σήμερα; Τασπάι; Αυτή η φωνή. Και αυτό το intro. Κολλήματα. Κολλήματα με το παρελθόν. Μεγάααααααλο ποστ.

-Μένοντας πιστός σε μία συνήθεια ετών καθώς πλησιάζω στην επιστροφή στο σπίτι βάζω στο player ένα αγαπημένο τραγούδι, έτσι για το καλωσόρισες στον εαυτό μου. Αυτή τη φορά επιλέγω μία σαγηνευτική μέταλ μπαλάντα, από εκείνες που σε παρασέρνουν να αγοράσεις όλο το δίσκο μόνο και μόνο για να βρεθείς μπροστά σε ένα κρεσέντο βιρτουόζας, κακόφωνης βαβούρας. Η μπαλάντα είναι σχετικά σύντομη για τα στάνταρ της κατηγορίας της, ούτε οκτώ λεπτά. Κάνω λάθος υπολογισμό, όμως, κάποια πολύχρονα δημόσια έργα πρόκλησης κυκλοφοριακής συμφόρησης έχουν τελειώσει(!) και βρίσκομαι ένα φανάρι μακριά από το σπίτι χωρίς καν ο τραγουδιάρης να έχει φτάσει στο δεύτερο λυγμό του. Λύσεις όπως μη ολοκλήρωση ή ολοκλήρωση του τραγουδιού κάτω από το μπαλκόνι μου εννοείται ότι απορρίπτονται ως τραγικά ανεπαρκείς και χωρίς νόημα, αφού η όλη ιδέα είναι ο απόλυτος συγχρονισμός άφιξης και μουσικού outro. Ξέρω τι πρέπει να κάνω, βέβαια, και δεν είναι τίποτα άλλο από το να παραμείνω αδρανής κάτω από το φανάρι για όσους πρασινοκόκκινους κύκλους χρειαστεί (το ρεκόρ μου είναι 3). Η αφοσίωση στον ευγενικό, μουσικόφιλο σκοπό μου είναι συγκινητική θα έλεγε κανείς, σίγουρα όχι, πάντως, όσοι στέκουν από πίσω μου στην ουρά και που μετά την πρώτο κύμα έκπληξης, κορναρίσματος και λεκτικού αναθέματος αποφασίζουν να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους και έρχονται δίπλα μου στο τζάμι σηκώνοντας απειλητικά (νομίζουν) τις μπουνιές τους και χτυπώντας μου καπό και υαλοκαθαριστήρες. Τους κατανοώ μέσα στην άγνοιά τους. Δεμένοι σ’ ένα αγχωτικό τρένο που τρέχει να προλάβει κάθε επόμενη στάση ξεχνούν ότι η στάση θα είναι πάντοτε εκεί και θα τους περιμένει, τα φανάρια μας προπονούν σε μια εσωτερική αίσθηση πειθαρχίας, μας συντονίζουν με ένα γαλήνιο τέμπο καρτερικότητας, τι κρίμα που εγώ, το κοκκαλωμένο μου αμάξι και ο μαλλιάς μεταλάς στο -ακόμα- 5:37 δεν μπορούμε να τους το μεταδώσουμε.

Advertisements

2 thoughts on “ΣΚΔ στιγμές

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s