γλυκιά μπαράμνηση

(post επιστροφή)

Περπατάς σε δρομάκια ημιγνωστά, δεν τα ‘χεις και πολύ ξεκαθαρισμένα στο μυαλό σου, πού στρίβουν, από πού ξεκινάνε, πού σε βγάζουν, με ποια άλλα διασταυρώνονται, ποια γκράφιτι, ποιες γωνιές, ποια κτήρια και χαμόσπιτα θα συναντήσεις. Το μόνο που με σιγουριά θυμάσαι ότι κάποτε εδώ υπήρχε κάποιο μπαρ που «σύχναζες». Τώρα μπορεί και να έχει κλείσει, να έχει μεταφερθεί ή να έχει πλαισιωθεί από νεότευκτα που ομορφαίνουν ή αλλοιώνουν το χαρακτήρα της γειτονιάς, μπορεί να έχει αλλάξει διακόσμηση, dj, μουσική, ηλικιακό και ταξικό κοινό, ίσως και από χοροπηδάδικο να έχει μετατραπεί σε λέσχη ανάγνωσης ποίησης, ίσως από μεταλλική τρύπα να έχει μεταλλαχθεί σε βελούδινο μπιστρό, οι διευθύνσεις αλλάζουν, οι ανάγκες αλλάζουν, τα ενοίκια πάλι όχι, κάθε επιχειρηματίας κοιτάζει το συμφέρον του, ωραίο και το παραμύθι με τους ιδεολόγους μαγαζάτορες που σκοπός τους ήταν η παραγωγή feel good διάθεσης, νυχτερινής κουλτούρας και εναλλακτικών κατευθύνσεων, αλλά το παραμύθι μάς τελείωσε, ήταν όλα τόσο οξύμωρα αγνά μέσα στη βρωμιά της νύχτας και την κάπνα και τα κάθε μορφής μεθυσμένα οργανικά απόβλητα που δεν μπορούσε να σταθεί άλλο.

Αλλά καθώς περπατάς έξω από τα μπαρ της νιότης σου κοντοστέκεσαι και αφήνεις να φτάσει στ’ αυτιά σου ο χαρακτηριστικά ξεθυμασμένος εκείνος βόμβος της διασκέδασης. Μια συνισταμένη από το μπάσο κάποιας ροκιάς, το κελάρυσμα της μπύρας, το τσούγκρισμα των ποτηριών, το ερωτικό κελάηδισμα και τον αχό των θαμώνων καθώς αλλοιώνονται και απορροφώνται από την ηχομόνωση (την ποια;) και τη βαριά δρύινη εξώπορτα. Περιμένεις καρτερικά (λίγο ή πολύ, εξαρτάται από την επιμονή σου) μέσα στο κρύο μήπως κάποιος μπει ή βγει, από την για 3 δευτερόλεπτα ανοιχτή τότε πόρτα ίσως καταλάβεις ποιο τραγούδι παίζει, 5 νότες που δραπέτευσαν στο δρόμο για να βρουν καταφύγιο στ’ αυτιά ενός περαστικού, κάτι ελάχιστο αλλά σημαντικό είναι κι αυτό, αφού απόψε δε θα φλερτάρεις, δε θα διονυσιαστείς, δε θα υποκριθείς, ας δικάσεις τουλάχιστον την κονσόλα: συνήθως θα πεις «πάλι βλακείες», άμα είσαι στις καλές σου «ωραίο!», πολύ σπάνια, αν έχεις κερδίσει το λόττο και σου χει κάτσει και κάνα γκομενικό (αλλά την ίδια μέρα αυτά), «πωωω, τι παίζει ρε ο άνθρωπος!»

Από εκεί που στέκεσαι και παρατηρείς δεν είναι μόνο η ένταση της μουσικής αδυνατισμένη. Είναι κι όσα θυμάσαι απ´ όσα μικρά κι ανώριμα και φευγαλέα έζησες εκεί μέσα. Καμία σχέση με επικά μεθύσια, τρανταχτά γέλια, προεόρτια κρεβατιών. Δυο μόνο πράματα. Ένα: τα βράδια που έπινες μαύρη μπύρα και το μόνο που έκανες ήταν (να τρως πατατάκια και) να παρατηρείς τους άλλους: το φυτολόγιο των ζευγαριών, τους κομψευμένους επαγγελματίες του σαββατόβραδου, τους αμήχανους, παρορμητικούς, συμπεριφοριστές εφήβους, τις cool φοιτητοπαρέες, τις στερεοτυπικά λιγουρευτές γκαρσόνες, τους εστέτ γευσιγνώστες του αλκοόλ, τους τραβηγμένα υπερβάλλοντες του γλεντιού, τους αλαζόνες δορυφόρους του αφεντικού, τους ετσιθελικά αλαλάζοντες, τους άβολα σεμνούς και μετρημένους, τις καλοδεχούμενες σέξι παρουσίες, τους σπαστικούς συλλαβιστές των στίχων κάθε σπάνιου b-side.

Και δύο: την απόδειξη της αδυναμίας σου, το σβήσιμο όλων των μονηρών ωρών σου, την υπογραφή στο συμβόλαιο ενσωμάτωσης: τότε που βγαίνατε μαζί, ευτυχώς όχι πολύ νωρίς κι ούτε πολύ αργά (στο μεγάλο ρολόι της ζωή σας), εκείνη και συ, τα ίδια στέκια πόσο διαφορετικά μοιάζανε πάνω απ´ τα μαλλιά της και μέσα από το γέλιο της, ποτέ άλλοτε οι blur δεν ακούστηκαν καλύτεροι, ποτέ ο jarvis δεν ήταν τόσο προσιτός,  ποτέ η κόκκινη δε καταπιώθηκε πιο εύγευστη, ποτέ η κάπνα δε σου μύρισε σαν αιθέρια έλαια. Τότε που η ομορφιά και η χάρη της γινόντουσαν παραμορφωτικοί φακοί που φορούσες και όλα εξωραΐζονταν. Ο Cave ήταν άγγελος χαρμόσυνων νέων, οι Happy Mondays κάτι παραπάνω από one-hit-wonders, οι ακατονόμαστοι ικανοί ακόμα να ροκάρουν, οι depeche order πρόσθεταν το -τερο στο απολυτο-, το The only one i know γινόταν… δε γινόταν τίποτα, σε καμία χωροχρονική συνθήκη και συντεταγμένη δεν μπορεί να γίνει κάτι διαφορετικό (λιγότερο ή περισσότερο) από αυτό που τελεσίδικα είναι: το λαμπυρίζον μουσικοχορευτικό απόσταγμα μιας γενιάς, το τραγούδι που κάψαμε στο cd που έφυγε στο διάστημα για να μάθουν κάτι για μας οι εξωγήινοι παραλήπτες του.

Και η ρετρό αναπόληση συνεχίζει; Μόνο όσην ώρα περπατάς σε κείνα τα σοκάκια, καθώς στρίβεις και συναντάς το πρώτο φαστφουντάδικο ο εαυτός σου αποφασίζει να θρέψει και τ’ άλλα στόματα του οργανισμού σου που πεινάνε. Το πισωγύρισμα αυτό δεν είναι τίποτα παρά ένα βραχύβιο φολκλόρ ταξίδι, σα να ‘χεις πάει διακοπές στο 90, άλλωστε ο νόστος δε σε ζαλίζει ποτέ για τα μπαρ της πόλης σου – μόνο για τα ξένα, εκεί που κυκλοφορούσες άγνωστος μεταξύ αγνώστων, εκεί που δε χρειαζόταν να φοράς την καθημερινή στολή της χτισμένης σοβαροφανούς περσόνας σου.

blurVision

Είναι αυτά τα μπαρ τελικά μια γλυκιά ανάμνηση που αντηχεί από το παρελθόν, σαν ένα άστρο που από καιρό έχει εξαντλήσει την καύσιμη ύλη του κι έχει πεθάνει, κοίτα, το ξέρεις ότι δεν υπάρχει πια κι ούτε θα το ξαναβρείς,  πατάς πλέον στερεά τα πόδια σου πάνω στη γη, αλλά το φως του συνεχίζει το ταξίδι του, φτάνει πάνω σου και σε λούζει, κουβαλάει πάνω του σαρωτικές εναλλαγές, προβολικά εφέ, πολύχρωμα στίγματα και το αποτύπωμα μιας νεανικότητας που (στοχευμένα ή χωρίς νόημα λίγη σημασία έχει, πάντως αμετάκλητα) ξοδεύτηκε.

Advertisements

3 thoughts on “γλυκιά μπαράμνηση

  1. sunCoater Συντάκτης

    Δεν είχα ποτέ πάρε δώσε. Δύσκολο να πω. Υποθέτω ότι θα τους εμπιστευόμουν όπως κάθε επιστήμονα (αλλά με κάποια ιδιαίτερη «προσοχή» λόγω του αντικειμένου).

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s