ameles

Σήμερα το πρωί καθώς βάδιζα προς κάποιο μαγαζί για να αγοράσω μια λάμπα, έριξα κατά λάθος και έσπασα την καμμένη που κουβαλούσα για δείγμα. Ήταν από εκείνες που ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΕΤΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΣΠΑΣ ΠΑΡΑ ΜΟΝΟ ΝΑ ΑΝΑΚΥΚΛΩΝΕΙΣ. Γαμώτο, είπα. Κι όλη μου η στενοχώρια εξαντλήθηκε στο 1/4 του δευτερολέπτου που χρειάστηκε για να το ξεστομίσω. Λίγο αργότερα πήρα από το καθαριστήριο το καλό μου το κοστούμι. Ο μαγαζάτορας μου χαμογέλασε φαρδιά δείχνοντας τα κιτρινισμένα του δόντια και δε μου έκοψε απόδειξη. Ήταν όλα ευνοϊκά για έναν γενναίο, «αγαπάς-την-Ελλάδα» καβγά, καθώς είμαι νέος στη γειτονιά και δεν υπήρχε το ανάχωμα της προσωπικής σχέσης. Άχνα δεν έβγαλα. Του ΄δειξα και γω τα δικά μου άσπρα δόντια κι έφυγα. Στο καπάκι παίρνω το αμάξι για να πάω στην πλατεία διανύοντας μια ιλιγγιώδη απόσταση 563 μέτρων. Σκορπάω αφειδώς καυσαέρια ψάχνοντας να παρκάρω και σε κάποια διάβαση διασταυρώνομαι με 2 φοιτήτριες (στο διδακτορικό ελπίζω) που φορούν μίνι. Και το σοκ είναι διπλό. Γιατί ούτε η θέα των γυμνών τους ποδιών δεν είναι αρκετή -όπως άλλοτε- για να εγκλωβίσει το αμάξι σε μια υποκριτική χρονοστιγμή οδηγικής αβρότητας.

Τι συμβαίνει; Γιατί και σε τι αλλάζω; Η προστιθέμενη αξία των στριμωγμένων αυτών περιστατικών θα μπορούσε να εκληφθεί ως ένα καμπανάκι προειδοποίησης (λάβε τα μέτρα σου). Μόνο που πολύ φοβάμαι ότι περισσότερο ηχούν σαν τη σειρήνα κάποιου τρένου που έχει χαθεί εδώ και καιρό. Είναι δύσκολο να ξεχωρίσω στο μυαλό μου πότε ξεκίνησε η σταδιακή μεταστροφή μου προς το κοινωνικά «αδιάφορος». Άλλωστε, το να γίνεις «κακός» (επιτρέψτε μου τον αδρό αυτό χαρακτηρισμό) δεν είναι κάτι που το αποφασίζεις σε μια νύκτα κι αλλάζεις άρδην τη ζωή σου (εκτός κι αν είσαι rebounder στο NBA και ξέρεις ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να διακριθείς). Η άρνηση, η αδιαφορία, ο εγωισμός είναι σαράκια που άπαξ και μπουν μέσα σου κατατρώγουν σιγά σιγά και μεθοδικά όλη σου τη θετική διάθεση. Ή ίσως και να είναι από γεννησιμιού μας μέσα μας και απλώς κάποτε φτάνει το πλήρωμα του χρόνου για να βάλουν μπρος το ροκάνισμα. Απ΄την άλλη πάλι, το να θες να είσαι «καλός» είναι όντως μια απόφαση της στιγμής, είναι τότε που λες «δεν πάει άλλο, υπάρχει μια προφανής ποιοτική ασυμφωνία μεταξύ ιδεατού και πραγματικότητας, ή θα πετσοκόψουμε αυτό ή θα ντοπάρουμε εκείνη», οι μεν πρώτοι καμουφλαριστικά ονομάζονται πολιτικοί, οι δε δεύτεροι κοροϊδευτικά προσκοπάκια. Έτσι κι εγώ, κάποια πολύ χαρακτηριστική ημέρα, αποφάσισα να φορέσω κοντά παντελονάκια.

Ήταν κάπου στο 2001, Κυριακή βράδυ. Ένα τεράστιο χαμόγελο είχε σχηματιστεί στο πρόσωπό μου βγαίνοντας από την ποτέ-πιο-φωτεινότερη σκοτεινή αίθουσα ενός κινηματογράφου, εκεί όπου όλες οι καρδιές πετάριζαν ελέω αυτής:

Amelie

Το εξωτερικό χαμόγελο μπορεί και να σβήστηκε το βράδυ πάνω σε κάποιο μαξιλάρι, αλλά το εσωτερικό διατηρήθηκε για πολύ καιρό ακόμη. Ήταν η Amelie μια σαρωτική, «ξεδιάντροπη» επίθεση αγάπης και ευγενικών συναισθημάτων που όλους μας είχε πιάσει εξαπίνης. Πολύ αργότερα σκεφτόμουν ότι τελικά αυτό που κατέληξε να είναι ήταν μια μεγάλη, χαμένη ευκαιρία. Ένα πράμα σαν τον Euro2004 και το ελληνικό ποδόσφαιρο. Μια χαμένη ευκαιρία για να ξαναχτιστούν όλα από την αρχή. Για να απομακρυνθούν ή -για να είμαστε πιο πολιτικά ορθοί- για να εξυγιανθούν όλα τα καρκινώματα που μαστίζουν αυτόν τον πλανήτη. Για να πλεχτεί ένα νέο παγκόσμιο πλέγμα αλληλοκατανόησης και φιλίας. Και θα ΄ταν μια προσταγή αυτή που θα ξεκινούσε όχι από την κορυφή της πολιτικής/ταξικής πυραμίδας και με κατεύθυνση προς τα κάτω, αλλά από τις μεμονωμένες καρδιές εκατοντάδων χιλιάδων θεατών (και με κατεύθυνση προς το πλάι, γιατί δε θα υπήρχε εκεί και τότε πάνω και κάτω) που μετά τη δίωρη ένεση παιδικότητας, αθωότητας και καλής πρόθεσης θα θέλανε να μεταφέρουν κάτι από το πανί στη ζωή τους. Φυσικά έσφαλα.

Μια εβδομάδα μετά την προβολή της ταινίας παρουσιάστηκα στη νέα μου δουλειά. Σίγουρος, αλλά ψαρωμένος. Γιατί όσες γνώσεις και πτυχία και να έχεις ποτέ δεν είναι αρκετά για να νιώσεις άνετος και καλά ανταποκρινόμενος στις ιδιαίτερες απαιτήσεις κάθε πρωτόγνωρου εργασιακού περιβάλλοντος (εκτός κι αν είσαι επαγγελματίας συμβουλευτικής οπότε λες παντού και πάντα το ίδιο παραμύθι). Είχα ετοιμάσει στο μυαλό μου μικρές νόρμες συμπεριφορών που θα τόνιζαν με έμμεσο αλλά συνάμα και χαρακτηριστικό τρόπο στους εργοδότες και τους συναδέλφους μου ότι «ναι, κατέχω καλά τα μυστικά της τεχνολογίας, μπορείτε να βασιστείτε πάνω μου, αλλά δείξτε μου και σεις τα κατατόπια σας». Η πρώτη μέρα ήταν μέρα γνωριμίας με τα πρόσωπα και τις εγκαταστάσεις. Τη δεύτερη μέρα με βγάλανε έξω συνεργείο μ΄έναν 50άρη που απ’ ό,τι σύντομα κατάλαβα ζούσε το συνεχές δράμα το κεφάλι του να δουλεύει σε superfast και το υπόλοιπο σώμα του σε superslow motion. «Εσύ θα είσαι ο αμελές», μου είπε. «Ο αμελές«; «Ναι, ο αμελές. Θα κουβαλάς την τσάντα με τα εργαλεία και θα κάνεις ό,τι σου λέω». «Βοηθός δεν εννοείς»; «Ναι, αλλά το αμελές ακούγεται πιο εξωτικό, πιο επιστημονικό, σα να ΄ναι ας πούμε μια ηχοποίητη, εκλαϊκευμένη λέξη από κάποια γαμάτη τεχνολογική ειδικότητα, πχ Advanced Μachinery Looper, AML, a-me-le, ο αμελές! Στην πραγματικότητα σημαίνει τον νιόφερτο και άπειρο, αυτόν που συνέχεια λέει: εσύ θα-με-λες τι να κάνω, θα-με-λες τι να κάνω, θα-με-λες, θα-με-λες, αμελές. Αμελές!«

Την εξήγηση μου την ξαναείπανε αργότερα γιατί ο συνάδελφος με είχε χάσει ήδη από τη δεύτερη ερώτησή μου. Ήμουν εκεί, σε μια νέα δουλειά που δε με ήξερε κανείς, ούτε 10 μέρες δεν είχαν περάσει από το βύθισμα (χωρίς ανάδυση) στον κόσμο της Amelie, το Amelie ήταν το όνομα που χτυπούσε συνέχεια στα αυτιά, στο μεδούλι και στα ακροδάχτυλά μου, και να ‘σου ξαφνικά, κάποιος τελείως άγνωστός μου με βάπτιζε και μένα Amele! Σα σε κόμικ, ένα τεράστιο, υπέρβαρο σακί ευθύνης προσγειώθηκε αιφνιδιαστικά εκεί μπροστά μου και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα διαφορετικό από το να το σηκώσω.

Τα πράγματα κύλησαν όπως τα είχε σχεδιάσει -προφανώς- κάποιος Μεγάλος Προγραμματιστής: έτρεξα τη ρουτίνα μου, ανέλαβα το ρόλο μου. Κρατήθηκα μακριά από κραυγαλέες δράσεις αλληλεγγύης, από εκείνες που ενώ τραβούν τα φώτα της δημοσιότητας στην πραγματικότητα σε απομακρύνουν από την ουσία του σκοπού σου. Προτίμησα να δροσίζω με μικρές στάλες ποιοτικής αναβάθμισης τη καθημερινότητα των συνανθρώπων μου χωρίς εκείνοι καν να αντιλαμβάνονται ότι βρέχονται, ίσως άπειρα αόρατα, ασήμαντα, ισχνά μικρά να φτιάχνουν ένα εύρωστο, εκθαμβωτικό μεγάλο. Έπαιρνα το αμάξι το πρωί για να πάω στη δουλειά αν και δε το χρειαζόμουν, μόνο και μόνο για να το γυρίσω πίσω στις 12 το μεσημέρι ελευθερώνοντας μια ανέλπιστη θέση πάρκινγκ για τον πρώτο τυχαίο εποχούμενο. Τοποθετούσα αργά και προσεκτικά τα ψώνια στις σακούλες στο μάρκετ καθώς παράλληλα άνοιγα ανεπαίσθητα -εκεί, στα αιωνίως κολλημένα ακριανά- όσες προλάβαινα από τις στοιβαγμένες πλαστικές σακούλες για να τις βρει έτοιμες ο επόμενος. Τηλεφωνούσα στους φίλους μου και αυτοπροσκαλούμουν για φαγητό όποτε είχανε παστίτσιο μόνο και μόνο για να τους υποχρεώσω για ανταπόδοση να μου επιτρέψουν να πολεμήσω με τα κοκαλωμένα υπολείμματα στο ταψί κάτω από τη βρύση (σημειωτέον: σιχαίνομαι το παστίτσιο). Χωρίς διάθεση αυτοεπαίνου, ήταν μια έντονα εποικοδομητική περίοδος.

Μέχρι που το σύμπαν αλτρουισμού που είχα τόσο επιμελώς φιλοτεχνήσει συστάλθηκε απροειδοποίητα και συνθλίφτηκε σε μία και μόνο Big Crunch στιγμή: τη στιγμή που αστόχησα ηθελημένα σ’ ένα εύκολο σουτ στο περιφερειακό πρωτάθλημα μπάσκετ. Ήμασταν 1 πόντο πίσω 20 δεύτερα πριν το τέλος. Time-out. Είδα και άκουσα τους παθιασμένους συμπαίκτες μου να δίνουν όρκο για τη νίκη. Είδα και τους αντιπάλους στην ίδια ανούσια χορογραφία του γελοίου. Δε ζήτησα εγώ το τελευταίο σουτ. Μου το ανέθεσε ο προπονητής. Ίσως έπρεπε να τον είχα ενημερώσει ότι πέρα από «ο καλύτερος σουτέρ» ήμουνα πλέον και «ο καλύτερος ameles» της ομάδας. Σκέφτηκα ότι την ήττα της δικής μου ομάδας θα μπορούσα να την αλαφρύνω. Της απέναντι όχι. Τα φιλαράκια μου ήταν ευκολότερα διαχειρίσιμα. Ένα χτύπημα στην πλάτη, μια κλωτσιά στα αποδυτήρια, μια παραδοχή ευθύνης, ένα email αργότερα με ανέκδοτα, λίγο γυμνό, περισσότερη και καλύτερη προπόνηση στο μέλλον. Έτσι ήταν, αν το έβλεπα αντικειμενικά, η συνολική ευτυχία του μικρόκοσμου και των 2χ10=20 παιχτών θα προαγόταν καλύτερα αν αστοχούσα και χάναμε. 3…2…1, ταμπλό, στεφάνι, λήξη. Μόνο που μαζί με τη λήξη του αγώνα είχε λήξει και χρυσή περίοδος του Amele. σαν αντίστροφο χρονόμετρο μου πήρε 3 μέρες, 2 μπουκάλια κρασί και 1 συζήτηση με το σέντερ της ομάδας, τον Γιώργο για να το συνειδητοποιήσω.

Ο Γιώργος ήρθε ένα βράδυ στο σπίτι προβληματισμένος. Ακόμα δεν είχε χωνέψει την ήττα μας. Και είχε καλούς λόγους για να το σκέφτεται ακόμη. Είχε στοιχηματίσει σε μας – έχασε ένα σκασμό λεφτά. Διεκδικούσε την ίδια γκόμενα με έναν από τους αντιπάλους – φάνηκε ότι εκείνη τελικά προτίμησε την αρρενωπότητα της νίκης. Είχε απανωτές αποτυχίες στη δουλειά – μια ένεση ηθικού (έστω και μπασκετικού) θα ήταν -φευ-καλοδεχούμενη. Εγώ από τη μεριά μου θεώρησα βλακωδώς εκείνη τη στιγμή ότι μου είχε δώσει αρκετά πατήματα για να του παρουσιάσω το πλήρες κάδρο. Πίστευα ότι θα ενθουσιαζόταν που έγινε κομμάτι ενός μεγαλύτερου παζλ, ένα στρατιωτάκι σ΄ένα πόλεμο που δε διάλεξε: καλό vs καλύτερο. Του ομολόγησα ότι αστόχησα επίτηδες, αλλά με έκπληξη δεν τον είδα να με συγχαίρει. Αναρωτιέμαι αν η καλή του ανατροφή ή η βαθιά μας φιλία ήταν τελικά εκείνη που τον απέτρεψε από το να με γρονθοκοπήσει, έτσι τουλάχιστον μετέφρασα το σιωπηλό, δίλεπτο, δολοφονικό του βλέμμα που διαδέχτηκε το χάσκον του στόμα. Τέλος, σε μια αποκάλυψη καλά κρυμμένων δεξιοτήτων στη φιλοσοφική και ψυχολογική ανάλυση (που τολμώ να πω, αν αντιστοιχούσε και σε μια ανάλογη βιρτουοζομπασκετική επίδειξη δε θα είχε ποτέ χρειαστεί εγώ να σουτάρω buzzer-beater (ο Γιώργος είχε τελειώσει με 1 πόντο και 2 rebounds τον αγώνα)) μου ανέλυσε μπόλικες θεωρίες για το σύνδρομο του σούπερηρωα, για την αιώνια καταδικασμένη σε ψευδορκία υποκειμενική ματιά μας, για την αποτυχία των μαθηματικών να φτιάξουν ένα συμπαγές σύμπαν όπου να ισχύει ότι το άθροισμα της ευτυχίας των μερών είναι το ίδιο με την ευτυχία του αθροίσματος των μερών, συνέχισε το κήρυγμα για ώρα και έκλεισε (με ένα ομολογουμένως αδύναμο αποκορύφωμα σε σχέση με τη σημαντικότητα της κουβέντας): «δες το θεολογικά, άσε όσες θέσεις πάρκινγκ θες, αν πέσει ένα πιάνο (γιατί πέφτει πάντα πιάνο; γιατί ποτέ μια τρίφυλλη ντουλάπα ας πούμε; (σ.σ. το ΄χε ο Γιώργος αυτό, πάντα ξεστρατούσε στη συζήτηση)) στο αμάξι που θα παρκάρει τι θα γίνει τότε, πού θα έχει πάει η ευτυχία σου, δεν μπορείς να το παίζεις ρε μαλάκα Θεός με τις ζωές των άλλων, αφού δεν υπάρχει Θεός στο σύμπαν μας, κοίτα, ακόμα και η Μαίρη προτίμησε τον λαπά, ξενέρωτο με το 9άρι στην πλάτη αντί για μένα, ούτε Θεός, λοιπόν, ούτε λογική δεν υπάρχει ρε συ, άρα πώς διάολε, ποιανού αντιπρόσωπος είσαι εσύ και αποφασίζεις εσύ για το δικό μας μέλλον;» Δεν είπα κουβέντα καθώς βροντούσε την πόρτα πίσω του (ήμουν και άτυχος, πάντοτε τη βροντούσε λόγω βαρυκοΐας οπότε δεν ήξερα αν αυτή τη φορά είχε όντως σπαστεί).

Ίσως τελικά ναι, αυτή να ήταν η νύχτα που γύρισε την κλεψύδρα της ηθικής μου από την άλλη μεριά. Μου πήρε καιρό να το καταλάβω. Αλλά ο ίδιος μου ο εαυτός με είχε αφήσει ανυπεράσπιστο. Αν δεν μπορούσα να απαντήσω στις απλές αυτές ενστάσεις του Γιώργου που αφορούσαν 2 ντουζίνες νοματαίους, πώς θα μπορούσα να σταθώ όρθιος απέναντι σε πολύ εντονότερες, σκοτεινότερες και αρτιότερα ενορχηστρωμένες αντιδράσεις που σίγουρα θα συναντούσα αργότερα στο δρόμο μου. Ίσως δεν είχα την πάστα του ηγέτη, του μεσσία, της καλής νεράιδας. Είχα λιγότερη Amelie (συγγνώμη γλυκιά μου) απ΄όσο θα ΄πρεπε μέσα μου. Ήμουν ένας ameles σκέτος, χωρίς Α κεφαλαίο, θα ‘μενα το τσιράκι που για πάντα, ενώ είχε τις γνώσεις, τα εφόδια και τη διάθεση, το μόνο που ποτέ θα έκανε θα ήταν να κουβαλάει την τσάντα και τα εργαλεία των παλιών στη δουλειά.

***

Μεσσίας όχι, αλλά ίσως προφήτης; Έχω φτιάξει μια σελίδα στο facebook που μαζεύει υπογραφές και φίλους με τίτλο: 10yearsAmelie. Προτείνω να απαγορεύεται διά νόμου και με καθολική επιτήρηση σε όλα τα διαθέσιμα μέσα η ιδιωτική ή δημόσια προβολή της Amelie για 10 χρόνια. Στο τέλος κάθε δεκαετίας θα ξαναπροβάλλεται στους κινηματογράφους ώστε να την παρακολουθεί ως άγνωστο έργο κάθε νέα γενιά 20άρηδων. Ελπίζω το ωστικό κύμα αγάπης που είχε συνεπάρει τον πλανήτη τότε, το 2001, να χτυπάει το ίδιο τυφλά και μανιασμένα και σε κάθε επόμενη συντονισμένη προβολή της. Δεν μπορεί, όλο και κάποιος καλύτερος από μένα τόσο στα μαθηματικά όσο και στον πόλεμο θα βρει τρόπο να αποδείξει (και να ζήσει ακολoυθώντας το) ότι τελικά «ναι, άπειρα αόρατα, ασήμαντα, ισχνά μικρά φτιάχνουν ένα εύρωστο, εκθαμβωτικό μεγάλο».

Advertisements

5 thoughts on “ameles

  1. fevgati

    Ξερω ειναι ανοητη ερωτηση.Τα ονοματα ειναι τυχαια;Το ενα το εχω ξαναδει στα κειμενα σου.
    καποιες φορες.Εχει σημασια η επαναληψη;;Δεν εννοω ως προσωπο.μονο ως ονομα.

    1. sunCoater Συντάκτης

      Όχι βρε, το έσβησα γιατί τα έστειλα ιδιοχείρως τα χαιρετίσματα, οπότε δεν είχε νόημα το σχόλιο. Το μπάσκετ είναι ημι-πραγματικό, με την έννοια ότι είτε ήθελα είτε όχι σηνήθως άστοχα ήταν τα σουτ μου.

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s