πού είναι ο φοίβος, οέο;

Λίγο πριν παραδώσει την περσόνα μου στο TrueLife RPG ο δημιουργός μου είδε ότι περίσσευαν λίγα ακόμα credits για άλλο ένα (φτηνό) attribute. Δε φτάνανε για ομορφιά, δε φτάνανε για εξυπνάδα, δεν είχε και πολλές διαθέσιμες επιλογές λόγω ασύμβατων χαρακτηριστικών, έπρεπε οπότε να επιλέξει ανάμεσα στα: α. να χτυπάω επιδέξια τις σφραγίδες στο Δημόσιο και β. να είμαι ελιτιστής. Και αγόρασε το δεύτερο. Μα καλά, και γιατί ο ελιτισμός είναι τόσο φτηνός; Γιατί είναι ευχή και κατάρα, δεν ξέρεις σε τι μονοπάτια μπορεί να σε οδηγήσει, σε καταδικάζει να στέκεις σ΄ένα υπερώο και να ψάχνεις με τα κιάλια για να συναντήσεις το ωραίο – ποτέ δεν μπορείς να το απολαύσεις, όμως, αν υπάρχει έστω και η παραμικρή εξωγενής τρύπα στο μπαλόνι της μέθεξης, αν ας πούμε το αντικείμενο του πόθου κουβαλάει κάποιο μικροψεγάδι ή κυρίως αν εκεί κοντά σουλατσάρει κάποιος άσχετος τουρίστας της καλοπέρασης.

Κι αν τα λέω όλα αυτά, τα λέω γιατί δεν μου έχω επιτρέψει ποτέ να δω live τον Φοίβο Δεληβοριά. Δίπλα σε: κοπελίτσες που συγκινούνται από και προβάλλουν τους εαυτούς τους στις θηλυκές ελεγείες του, κουφιοκέφαλους που αδημονούν να τραγουδήσουν την «υβρεοπομπή», κολλημένους σκυλάδες που αποζητούν ένα παρασκευιάτικο διάλειμμα, μαγαζάτορες που τον θεωρούν άλλον έναν της σειράς του έντεχνου, εναλλακτικούς που όλο τους το σώμα φωνάζει «κοιτάτε-εγώ-διαφέρω», αλιείς στίχων που ψαρεύουν μόνο στα ρηχά νερά της πρώτης ανάγνωσης.  Μα γιατί τα λες αυτά; Είσαι ελιτιστής; Το ‘παμε αυτό. Και τι θα ΄θελες δηλαδή; Μια ιδιωτική συναυλία στο σπίτι σου; Όχι, όχι, βέβαια, δεν είμαι τόσο εγωιστής, το πιθανότερο δε είναι ότι άμα ήμουνα στην ίδια παρέα με τον Δεληβοριά και τον καλούσαμε για ντίνε και κείνος ήταν τόσο ενθουσιασμένος απ’ το κρασί και τον μουσακά και έπιανε την κιθάρα να τραγουδήσει την «εκείνη», εγώ τότε θα τραβιόμουν παραπέρα και θα ξερνούσα όλες τις καρβουνιασμένες μπριζόλες που θα ΄χα φάει, κι εκεί ανάμεσα στις ριπές αποβολής θα πετούσα βρισιές και συννεφάκια κακής αύρας.

φοιβος

Όπως δηλαδή είχα περίπου αντιδράσει όταν σε πρωτάκουσα στην «μποσανόβα» σου: επιβάτης σ΄ένα αυτοκίνητο που ΄τρεχε ξέφρενα σε κάποιο βουνό και μ΄έναν οδηγό που επιδείκνυε εσένα, τη γκόμενα, το αμάξι και τη σιντιέρα του ως τα νέα τρόπαια του σαφάρι στο δικό του TrueLife RPG. Σε αντιπάθησα αμέσως. Τι τύχη. Γιατί απαλλαγμένος από θετικές επιρροές και προκαταλήψεις έπρεπε να έρθω με γυμνό αυτί και γυμνή καρδιά και να σε ξανασυναντήσω, 3 χρόνια μετά. Σε κάποιο μικρό καφενεδάκι, εκεί που μου χαμογέλασες (ή που σου χαμογέλασα εγώ) όταν είδες ότι η σερβιτόρα γέλασε με το αστείο που δεν της είπα.

Υπήρχε ένα τεράστιο κενό στην ελληνική δισκογραφία. Εκεί ανάμεσα στο καψουροχτυπημένο λαϊκό, στη γελοία καρικατούρα του ελληνικού ροκ, στο βαρετό σοβαροφανές έντεχνο, στα σλογκανοειδή τσιτάτα των σκυλάδικων, στους απλοϊκά σατιρικούς στίχους κάποιων ψαγμένων. Ήρθες εσύ, τυχερός(;) και το κάλυψες πριν προλάβει κανείς άλλος – αναρωτιέμαι αν θα γινόταν καλύτερα. Κι ήταν το κενό του να μπορείς να μιλάς και να τραγουδάς για πράγματα οικεία και όμορφα με τρόπο τόσο απλό που να γίνεται σύνθετος. Ήταν το κενό του να ανακαλύπτεις και να αναδεικνύεις την ομορφιά και την ποίηση που υπάρχει στις καθημερινές μας κινήσεις. Ήταν το κενό του να εκφράζεις μια γενιά που μισούσε τις ταμπέλες (εκτός απ’ τις δικές της!), μια γενιά που έβλεπε το κόσμο της να αλλάζει με ταχύτητα, σιγά τα αυγά, σε κάθε γενιά ο κόσμος αλλάζει, ναι, ο κόσμος αλλάζει κι εσύ δε πέφτεις στην παγίδα να μιλήσεις για νέο αέρα και μεγαλεπήβολα οράματα και παταγώδεις διαψεύσεις και δυναμικούς αγώνες και νέες τάξεις πραγμάτων, εσύ είσαι ο ρομαντικός χρονικογράφος που η εφημερίδα του δεν είχε άλλον και σ’ έστειλε στο μέτωπο να γίνεις ο πολεμικός ανταποκριτής της στον πόλεμο του Καινούριου με το Παλιό, και συ στερεώνεις πρόχειρα το κράνος σου, σαλιώνεις το μολύβι σου και γράφεις στο τεφτέρι σου για την αναπόφευκτη επέλαση του Σύγχρονου και τα οχυρώματα εσωτερικισμού, αναζήτησης και αγάπης που είναι οι μόνοι τρόποι για να αντιταχθούμε, να βαστάξουμε και να αντεπιτεθούμε (ή και να συνθηκολογήσουμε;).

Αναρωτιέμαι αν προχθές στη συναυλία είπες πάλι την Πατώκαινα. Κι αν έψαξες και πάλι για τις γυναίκες του Βαγγέλη και του Κώστα και του Θανάση που ήταν στο ακροατήριο. Ή αν ξεφούρνισες ωραίες ιστορίες για τα τραγούδια σου, σα μικρά, αχρείαστα, φωσφορίζοντα μέμο που διαλύουν λίγη από την αχλύ της δημιουργίας. Θυμάμαι την ιστορία για το «θέλω να σε ξεπεράσω». Που σε «υποχρέωσαν» από τη δισκογραφική να γράψεις κάτι γρήγορο γιατί ποιος θα ακούει και ποιος θα παίζει τα υπόλοιπα τα περίεργα. Κι ήταν το «θέλω να σε ξεπεράσω» τελικά το τραγούδι που ακούστηκε λίγοτερο απ’ όλα. Μην τους συνερίζεσαι. Αυτά τους μάθανε, αυτά λένε.

Έψαξα να σε βρω στο youtube στο «Στην υγειά μας». Τι ανακούφιση που (αν κατάλαβα καλά) δεν έχεις εμφανιστεί ποτέ εκεί. Και μετά διάβασα και το σχετικό μανιφέστο σου.

Το ωραίο με τους καλλιτέχνες που μεγαλώνεις μαζί είναι να βλέπεις πώς σταδιακά το set-list τους απλώνεται σε όλη τη διάρκεια της καριέρας τους. Εκεί που όταν έχεις βγάλει μόνο 2 δίσκους η επιλογή από τα best είναι πρακτικά να παιχτούν όλα τα κομμάτια των 2 δίσκων για να γεμίσει το πρόγραμμα. Αλλά όταν έχεις βγάλει 5-6, τότε ναι, μπορείς και κάνεις παιχνίδι, διαλέγεις λίγη παρελαύνουσα αθωότητα, αρκετή μονόδρομη ομορφιά, μια βουτιά σε μια χάλια θάλασσα, δυο τζούρες καθρεπτισμένης εσωστρέφειας, μια ελευθερωτική βόλτα εκτός, μια γεμάτη αμφιβολίες περιπλάνηση χωρίς ίχνη.

Και μεις από κάτω να προσπαθούμε να διατηρήσουμε ένα τέμπο, να προσπαθούμε να αναγνωρίσουμε το νήμα που ενώνει όλες αυτές τις ιστορίες απ΄την εφηβεία ως την ενηλικίωση, άλλοτε πικρές, άλλοτε γλυκερές, άλλοτε αγανακτισμένες – ευτυχώς πέρα από τον κόσμο και τις γενιές που αλλάζουν, αλλάζουν και οι δημιουργοί, πόσο βαρετό να επαναλάμβαναν για πάντα την ίδια μανιέρα – αλλά και πάλι, όσο κι αν αλλάζουν τα όργανα, η ηλεκτρική ένταση, το στήσιμο της παράστασης, ο τρόπος κι ο στόμφος της απαγγελίας, ο στιχουργικός στόχος και το ενορχηστρωτικό όχημα, τα τραγούδια σου θα αρέσουν και θα συγκινούν για έναν και μόνο αυταπόδεικτο λόγο:

είναι όλα φτιαγμένα από σένα.

ΥΓ. Εντωμεταξύ ο ελιτισμός ομολογώ μ΄έχει κουράσει. Άσε που έχω προσληφθεί και στο Δημόσιο και αποτυγχάνω παταγωδώς στο παταγώδες χτύπημα της σφραγίδας. Οπότε, παρακαλώ, αν υπάρχει εκεί κάποιος που θέλει να κάνουμε ανταλλαγή γνωρισμάτων (ελίτ <-> σφραγίδες) ας μου το πει, είναι η μόνη μου ελπίδα να συνδυάσω στην ίδια μέρα το μεν πρωί εύφημο μνεία στη δουλειά, το δε βράδυ απενοχοποιημένο ξέδωμα με στήθη, δραχμές και εφοιβικό τραγούδισμα ένα-με-τον-κόσμο.

Advertisements

2 thoughts on “πού είναι ο φοίβος, οέο;

  1. fevgati

    Μου χαλασες τον ερωτα για τα δροσερα τραγουδια,παροτι ειχα μια-δυό ενστασεις για τη διακριση των εννοιων Εκεινη-γκομενα απο τον ποιητη.Το ζητημα ειναι τι θα συμβουλευε μια μανα που η ιδια υπηρξε μια ασημαντη γκομενα,τις κορες της.Μπορει να βρισκομαι μακρια απο τον προβληματισμο σου,αλλα το δικο μου θεμα το κατεχω καλυτερα.
    Επισης μ’απασχολησε το γιατι επιμενω να στελνω εδω σχολια εχοντας σχεδον εγκαταλειψει 5-6 αλλα μπλογκ.Μπορει σε ποιοτητα τα κειμενα σου να υπερτερουν ολων,εγω ομως εφυγα απο
    τους αλλους μαλλον γιατι βαριομουνα τις κολακειες.
    Σορυ για τις απλοϊκες παρατηρησεις.Ειχα αποφασισει να μην ξανασχολιασω πουθενα..
    Ιδωμεν….

    1. sunCoater Συντάκτης

      fevgati, οι συμβουλές είναι περίεργο πράμα. Μερικές από τις πιο καταστρεπτικές τις έχουν δώσει κάποιοι που «ήξεραν» – είσαι καλοδεχούμενη είτε σχολιάζεις είτε σιωπάς – ούτε σορυ ούτε απλοϊκες.

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s