η χρησιμότητα των smartphone

smartbrain

Άνοιξε το κουτί της νανοτεχνολογίας: καλώδια,  φορτιστές, φωτογραφική μηχανή, κάρτες SD. Ήταν τοποθετημένο εκεί, μέσα σε μια προστατευτική θήκη με σχέδια απομίμηση Miro. Το πήρε στα χέρια του. Το smartphone. Μεγάλη απάτη. Αλλά αύριο ελπίζει να την κάνει τη δουλειά του. Κάπου πρέπει κάποτε να φτιαχτεί ένα μουσείο με τα συλλογικά αντικείμενα του πόθου. Τα αντικείμενα τα οποία για κάποιο διάστημα (μέχρι η εξέλιξη να τα καταχωνιάσει στην ντουλάπα της φτήνειας και της ευκολίας) συγκέντρωσαν όλη την επιθυμία και τη ζήλεια και την κάψα των κατοίκων αυτής της γης. Μια φωτιά, ένας τροχός, ένα ηλιακό κάτοπτρο, μια φημισμένη ομορφιά, το υγρό πυρ, ένα σπαθί πανάλαφρο, ένα τυπωμένο βιβλίο, ένα αυτοκίνητο, ένα smartphone. Μάζεψε τις μπουρδοσκέψεις του μαζί με τα καλώδια και τα ξανάχωσε στο νανοκουτί. «Να θυμηθώ να βάλω κι ένα νανάκι από τη Χιονάτη εδώ. Χα. Τς, τς. Politically uncorrect. Κόφτε το».

Άνοιξε το κινητό του, άνοιξε και το smartphone, όχι χωρίς κάποια συνοδευόμενη από μπινελίκωμα δυσκολία, πήρε την sim από το 1ο και την έβαλε στο 2ο. Time settings, contacts, ΟΚ. Έθεσε τη φωτεινότητα της οθόνης στο μέγιστο, ξεκίνησε screensaver ένα με πουλιά που πετάνε (ταξιδιάρα ψυχή), ο τρόπος κουδουνίσματος δόνηση και ήχος μαζί σε ένταση ξεκουφαντική,  κάθε που πατάει ένα κουμπί να ακούγεται ένα μπλιμπλίκι, άνοιξε WiFi και bluetooth, 2-3 εφαρμογές τις έβαλε σε autoupdate κατάσταση. Όλα έτοιμα. Το άφησε να φορτίσει και πήγε για ύπνο.

Την άλλη μέρα ξύπνημα, πρωινό, φιλάκι, το γνωστό πρωτόκολλο. Πληκτρολόγησε στο σταθερό *21*το κινητό μου#. Κατά τις 11 αρχίσανε. Με τη συνηθισμένη τους συχνότητα. Όχι λίγα, όχι πολλά. Κάποιοι συγγενείς, δεν παρέλειπε να ρωτήσει για τα τέκνα και τις δουλειές και την κρίση που όλους τους έχει γονατίσει. Κάποιοι φίλοι, δεν έκλεινε αν δε ρωτούσε πότε θα βρεθούν και να κανονίσουν καμία εκδρομή και ποιος θα φέρει τα κρέατα και ποιος θα φέρει τα ποτά. Παλιοί συμφοιτητές, ρωτούσε για τις τύχες κοινών γνωστών και αν θυμόνταν ένα project για την ερωτική λογοτεχνία του μεσοπολέμου, τι γέλια που είχανε ρίξει, και αν υπάρχει ακόμα η ταβέρνα της Ισμήνης, ε ρε μάσες, πότε θα φτιάξουν ένα group στο facebook. 2-3 παλιές γκόμενες, έδειξε ενδιαφέρον για το τι κάνουν στη ζωή τους, αν περνάνε καλά (εννοώντας: αν είναι ευτυχισμένες (εννοώντας: αν τον ξεπεράσανε (εννοώντας: ελπίζω να με θυμάστε τα βράδια (εννοώντας: όχι πολύ, λίγο, δεν είμαι και τόσο τομάρι)))). Ένα μάτσο συνάδελφοι, επέμεινε να προγραμματίσουν το πλάνο εργασίας για το επόμενο τρίμηνο, δεν παίρνει άλλο αναβολή, ανέλυσε τα βήματα που πίστευε ότι έπρεπε να ακολουθήσουν. Βράδιασε. Ένα ποτάκι στη βεράντα. Δεν τα πήγε και άσχημα. Κοιμήθηκαν.

Την άλλη μέρα η καθιερωμένη γλυκιά ερώτηση. -Τι έγινε χθες, σε θυμήθηκαν οι φίλοι σου; -Ένα πράμα θα σου πω, τρεις φορές το φόρτισα χθες το κινητό, τρεις φορές.

—–

Είναι κάτι τύποι που η εικονική πραγματικότητα δε βρίσκεται στο τηλέφωνο, στο laptop, στα social accounts και τα ψηφιακά παιχνίδια τους. Παρά μόνο μέσα στο μυαλό τους. Βολικό. Γιατί τότε ποτέ δεν καταλήγουν off-line.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s