ΤΑ ΡΟΛΟΓΙΑ ΠΟΤΕ ΤΟ ΧΡΟΝΟ

pendulum

η φώτο από εδώ

Θα ΄μουν δε θα ΄μουν επτά χρονώ όταν μου χαρίσανε το πρώτο μου ρολόι, ένα καντράν με κάποια ζωγραφιά από κόμικ της εποχής και γαλάζιο λουράκι. Μια διένεξη σχετικά με ποιανού σειρά ήταν για να τσουλήσει ανάποδα με το κεφάλι στη τσουλήθρα και βρέθηκαν: α. το ρολόι στο χώμα με ακρωτηριασμένο το ένα του άκρο β. εγώ, συνοδευόμενος από τη μητέρα μου, να χάσκω με ανοιχτό στόμα και μάτια για όσα αντίκριζα στο πρώτο (και μοναδικό όπως έμελλε) ρολογάδικο της ζωής μου. Δεν το χωρούσε ο μυαλός μου πόσα διαφορετικά ρολόγια χωρούσαν μέσα σε μια στενή κάμαρα δύο επί δύο. Πόσα σχέδια! πόσα χρώματα! πόσα μεγέθη! «Τι έχουμε εδώ; Ααα, συμβαίνει τόσες φορές. Μην ανησυχείς μικρέ μου. Ορίστε. Κι ό,τι θες για τα ρολόγια σου εδώ να ‘ρχεσαι. Δεν έχεις άλλα; Ε, για όταν έχεις. Δε βιαζόμαστε».

Το επόμενο καλοκαίρι η λήξη του δεκαετούς για-τα-χωράφια πολέμου μεταξύ παππού και μπαμπά μού επέτρεψε να περάσω 2 αξέχαστους μήνες στο χωριό: κοτούλες αφράτες, στρώματα με κιλίμια σκεπασμένα, τουαλέτες τούρκικες, μονοπάτια πλίνθινα, νερό παγωμένο από βρύσες αστείρευτες, ξύλο εντόπιο και λόφοι δροσεροί όπου αγνάντευα το πέλαο και γιάτρευα τους μώλωπές μου. Ο παππούς δεν είχε ούτε ένα ρολόι στο σπίτι. «Στο κοτέτσι είναι το ρολόι μας, γιόκα μου, στο κοτέτσι, ο κοκορίκος μάς ξυπνάει και μετά αναλαμβάνει ο μέγας ουρανός». Κάποτε ο κόκορας σταμάτησε να λαλάει, αλλά με έκπληξη είδα ότι το ημερήσιο πρόγραμμα καθόλου δεν αποσυντονίστηκε. Οι απορίες μ’ έτρωγαν αλλά δίσταζα να ρωτήσω. Στην επόμενη κάθοδό μου στην πόλη πετάχτηκα ως το ωρολογοποιείο κουβαλώντας νοητά μαζί μου και τον κόκορα. Ένιωσα το βροντερό, ασύγχρονο τικ τακ να χτυπάει στα σωθικά μου. «Τα ρολόγια είναι μόνο το περιτύλιγμα, παιδί μου, όπως τα ρούχα, είτε τα φοράς είτε όχι το σώμα σου είναι εκεί, αναπνέει, κουνιέται, αισθάνεται. Όσο για το χωριό, χα, τι ξέρεις από ζήλια, νεαρέ, για δοκίμασε να φέρεις για 2 μέρες τον κόκορα του γείτονα στο κοτέτσι!»

Στο γυμνάσιο η επιβράβευση για κάποιους καλούς βαθμούς ήταν ένα στρόγγυλο μαύρο με φωσφορίζοντες δείκτες. Αντικείμενο επιθυμητό από καιρό και η χαρά τεράστια, που σύντομα, όμως, πληγώθηκε και σχεδόν εξαφανίστηκε όταν: α. κάποιος συμμαθητής πήρε ένα πολύ ακριβότερο μόνο και μόνο επειδή κατάφερε να περάσει (!) την τάξη β. ο καθηγητής χημείας δεν παρέλειψε να επισημάνει ότι ο φώσφορος είναι επιβλαβής γ. το καινούριο ρολόι έχανε λεπτά με φρενήρεις ρυθμούς! Στη νέα επίσκεψή μου αυτό που πρόσεξα για πρώτη φορά ήταν ότι καθένας από τους δεκάδες δείκτες έδειχνε σε διαφορετική κατεύθυνση. Μπερδεύτηκα. Ως επιδέξιος μάστορας του χρόνου δε θα ΄πρεπε να ‘ναι εκείνος και ο εγγυητής της Σωστής Ώρας για να ξέρουμε πού βρισκόμαστε και πώς βαδίζουμε; «Σωστή ώρα; Δεν υπάρχει ποτέ σωστή ώρα για να γίνει κάτι, ποιος να το αποφασίζει αυτό, μόνο το μέλλον μπορεί και τελεσιδικεί, αλλά ακόμα δε βρέθηκε ρολόι που να μετρά ταυτόχρονα και αξιόπιστα προθέσεις, στιγμή και συνέπειες. Όσο για σένα, ποτέ μην αφήνεις το λάθος κύλημα του χρόνου να λερώνει τις χαρές σου, θα ΄χεις μπόλικες λύπες να σε απασχολούν γι’ αυτό».

Στο πανεπιστήμιο, τη συνεπώς φιλοτεχνημένη νέρντικη εικόνα μου (αφοσίωση στα μαθήματα, λιγδιασμένη χωρίστρα,  κοκκινομπλέ στιλό στο πουκάμισο, αλογίσιο γέλιο) ήρθε να ενισχύσει ένα πολλών χρήσεων τετραγωνισμένο με ψηφιακές ενδείξεις και midi ringtones. Η έκπληξή μου ήταν μεγάλη όταν αποδείχτηκε ότι ακόμα και τα 7-segment-display ψηφιακά δευτερόλεπτα αρνούνταν να υπακούσουν σ΄ένα δημόσια συμφωνημένο κοινό ρυθμό ροής. Τον Ιούλη επισκέφτηκα τον γνώριμό μου μάστορα σίγουρος ότι είχα βρει το ρολόι που δε θα μπορούσε να διορθώσει. «7-segment-displays: πώς το λέτε εκεί στο πανεπιστήμιο,  interfaces, GUI, διεπαφή ανθρώπου-μηχανής. Φρου φρου και αρώματα, δηλαδή. Γιατί εμείς οι ρολογάδες επεμβαίνουμε στον κώδικα μηχανής, στην καρδιά κάθε μέτρησης, που εδώ και τόσα χρόνια παραμένει αναλλοίωτη: ένα εκκρεμές που ταλαντώνεται και μας επιτρέπει να το παρατηρούμε. Ένας μετρονόμος στη μουσική του ζειν και του γίγνεσθαι. Κι εμείς να παλεύουμε να κρατήσουμε το ρυθμό. Θέλει εξάσκηση».

Σε κάποια δουλειά μού ανατέθηκε να σχεδιάσω και να υλοποιήσω τα τοπικά δίκτυα ΗΥ των υποκαταστημάτων μιας γιαουρτοβιομηχανίας: ip διευθύνσεις, firewalls, DMZ, vpns. Και, τέλος,   να συγχρονίσω τους routers του εργοστασίου με τα γραφεία Διεύθυνσης, logistics και οικονομικών καθώς όλοι ήθελαν παρακολούθηση real-time. Δύσκολα πράματα. Και έτι περαιτέρω αφού το μόνο ειλικρινές στο CV μου ήταν το ονοματεπώνυμό μου. Πήρα παραμάσχαλα δυο router και τους σώριασα στον πάγκο της καλής μου νεράιδας. 25 χρόνια μετά και δεν είχε γεράσει ούτε μια ρυτίδα. «Χα, μα τι νομίζεις πώς κάνω όσο καιρό δε με βλέπεις; Ταξίδια με ταχύτητα φωτός. Κι αν νομίζεις ότι εγώ είμαι νέος, πού να δεις και τον δίδυμο αδελφό μου! Έτσι κι οι router των τοπικών δικτύων: σαν τις καρδιές των αλλοπαρμένων ερωτευμένων. Δε πά ο κόσμος να χαλάει γύρω τους, το μόνο που τους νοιάζει εκείνους είναι ο χρόνος να κυλάει ίδιος μεταξύ τους, να αναβαθμίζονται και να γερνούν μαζί με το ταίρι τους. Τώρα, για να ρίξουμε μια ματιά στο configuration, ίσως αν σκαλίσουμε λίγο το Network Time Protocol, κοίτα να δεις που δεν πήγανε στράφι εκείνα τα σεμινάρια για το CCNA».

Κάποτε ήρθε ο μεγάλος έρωτας: απόφοιτος σχολής καλών τεχνών με ιδιαίτερη αδυναμία στον Νταλί και το σουρεαλισμό (συνεπές, αφού αγάπησε κάποιον σαν εμένα). Ένας άγριος καβγάς είχε σαν αποτέλεσμα μια σάλτσα για βούτημα νάτσος να καταλήξει να χύνεται με παρόμοιο με το ρολόι τρόπο από την άκρη του κλαδιού της Μνημονικής Εμμονής. «Δεν ξέρω πώς, φτιάξε το», διέταξε. «Ενδιαφέρον. Με το αιώνιο ερώτημα να επικρέμεται κι αυτό από το κλαδί: ο (καλλι)τεχνίτης κατασκευάζει αντικείμενα ή αναπαράγει αντίγραφα ιδεών; Μορφοποιεί ύλη ή μιμείται αφαιρέσεις; Κι οι ζωγραφιές ρολογιών; Αν ένα ρολόι σταματημένο συνεχίζει να θεωρείται ρολόι αφού δε παύει να δείχνει σωστά την ώρα δυο φορές την ημέρα, γιατί να μην ισχυριζόμαστε το ίδιο και για τις πάνινες απεικονίσεις του; Κι οι επιδιορθωτές (σα κι ελόγου μου); Χλευασμένοι ως ασήμαντοι δευτεροκλασάτοι δημιουργοί. Κι όχι επευφημένοι ως καθοριστικοί διεμβολιστές της μοίρας. Μα δεν είναι η αλήθεια ότι η πραγματική ζωή παρασάγγες απέχει από τις προθήκες πώλησης; Και πως βρίσκεται στην ένταση, το πάθος, τα χτυπήματα, τις βλάβες, την αποκατάσταση; Κοίτα, υπάρχει η συνταγή. Υπάρχει η εκτέλεση. Υπάρχει η μυρωδιά. Κι υπάρχουν οι διορθωτικές κινήσεις. Αυτές που επιφέρουν τη γευστική αρμονία. Μαγειρική. Η υπέρτατη τέχνη. Δημιουργία και απόλαυση. Γι΄αυτό θα ΄λεγα ότι λίγη σόδα πάντοτε δρα εξαιρετικά καθαριστικά και εξαιρετικά διακριτικά, αλλά πέρα από όλα αυτά, μεταξύ μας, μου φαίνεται ότι το ρολόι με τη μεγαλύτερη απορρύθμιση εδώ μέσα αυτή τη φορά κρύβεται στο στήθος σου».

Χρόνια αργότερα, project manager στο τιτανοτεράστιο έργο κατασκευής ενός νέου ατομικού ρολογιού που να χάνει μόλις κάποια δέκατα κάθε εκατό εκατομμύρια χρόνια. Δεν προχωρούσε. Κάποιο ΣΚ πήρα τα σχέδια, άλλαξα 2 πτήσεις, ένα τρένο, ένα κοινόχρηστο ποδήλατο και άνοιξα την πόρτα του. Αγκριζάριστος, όπως πάντα. «Ενδιαφέρουσα ταλάντωση. Και τη συγκρίνετε με τι ακριβώς; Με υποστάθμες Καισίου 133; Έξυπνο. Αλλά πολύ γήινο. Τι θα γίνει αν εποικήσουμε ποτέ πλανήτη που δεν έχει Καίσιο; Κι αυτή η μανία για τελειότητα. Είστε σίγουροι ότι θα υπάρχουμε σε εκατό εκατομμύρια χρόνια για να μας ενδιαφέρει αν θα ΄χουμε χάσει κανά δευτερόλεπτο; Ξέρω ξέρω, δεν έχει σημασία, ας μην είμαι μύωψ. Αλλά θυμήσου τα βιβλία του Δημοτικού. Δεν είχες μια αίσθηση διαβάζοντάς τα ότι ο χρόνος ζωής του πλανήτη μας ισούταν με το χρόνο ύπαρξης κοιτασμάτων πετρελαίου; Αργότερα το γυρίσανε στην τρύπα του όζοντος, πιο μετά στην καύση του ήλιου, έπειτα στη δυνατότητα κατασκευής διαστημικών σταθμών, κάποτε στο τέλος της μνημονιακής δανειοδότησης. Προοπτική. Όπως και να τη διαλέγουμε πάντοτε  η ματιά μας θα χτυπάει σε κάποιο απροσπέλαστο τείχος. Πέστο άσπρο φως. Πέστο καθαρτήριο. Πέστο singularity. Πιο κει δεν έχει. Ο χρόνος σταματά. Τα ρολόγια παγώνουν. Κι εγώ, επιτέλους, χάνω τη δουλειά μου. Μου ζητάς κάθε φορά να εμφυσήσω τελειότητα στα μηχανήματά σου. Εύκολο. Δεν υπάρχει τελειότητα. Ο κόσμος είναι συνεχής και άπειρος, αλλά τα μέσα μας διακριτά και πεπερασμένα. Που σημαίνει ότι πάντα κάτι θα ξεφεύγει. Όσο εξωφρενικά κι αν ρυθμίσουμε τα όργανά μας. Όσα pixels, ταλαντώσεις κι υποστάθμες κι αν χρησιμοποιήσουμε».

Δηλαδή; «Δηλαδή τίποτα. Ασκώ ένα ανώφελο επάγγελμα. Ίσως να μη φταίω εγώ. Ίσως να ΄μαι απλώς το αχρείαστο διαμαντάκι που θα χρησιμοποιήσει ο μέγας, τυφλός κατασκευαστής για να ακριβύνει αχρείαστα και βολικά το εμπόρευμά του. Είμαστε όλοι αραδιασμένοι σε κάποιο χαοτικό εργαστήριο, το τρελό γρανάζι, ο γλοιώδης ιμάντας, η σέξι τροχαλία, ο ευέξαπτος σωλήνας, το ανεξέλεγκτο ολοκληρωμένο, το πολυάσχολο bus, η πνευματώδης cache, ο βιαστικός λεπτοδείκτης, ο γελαστός, ήρεμος, καλοπροαίρετος ταξιθέτης. Λειτουργούμε και συνεργαζόμαστε. Μαλώνουμε κι αγαπιόμαστε. Σκάβουμε κι ονειρευόμαστε. Ο καθένας τα δικά του όνειρα. Με μια κοινή συνισταμένη. Να θυμόμαστε πάντα αυτούς που φεύγουν. Όσα χρόνια κι αν περάσουν. Και να λέμε, τι; θα ‘μαι εδώ; αντίο; θα σε ξαναδώ; μας λείπεις; Λόγια. Το ΄χεις, πιστεύω, καταλάβει, τα ‘χω τα λόγια εύκολα. Μα όπως τα ρολόγια δεν μπορούν να μετρήσουν πλήρως το χρόνο, έτσι και τα λόγια δεν μπορούν να περιγράψουν επαρκώς τα συναισθήματα. Τι τα θες.

Ατελής γλώσσα. Αμήχανα όντα. Άδικο σύμπαν».

Advertisements

2 thoughts on “ΤΑ ΡΟΛΟΓΙΑ ΠΟΤΕ ΤΟ ΧΡΟΝΟ

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s