Μανταλοχώρι

Αργά το βράδυ της μετακόμισης ο Μανούσος έπεσε στο κενό από τον 2ο όροφο. Η πρόσκρουση ήταν σκληρή, η αυλή θεοσκότεινη, η βουβαμάρα πλήρης. Φύσει και θέσει (πια) απαισιόδοξος βυθίστηκε για ώρες σε μια ζοφερή απόγνωση. Λίγο πριν το χάραμα άνοιξε τα μάτια με μαραμένο ενδιαφέρον, έτοιμος να αντικρίσει το σκηνικό που θα τον συντρόφευε για τα επόμενα εκατό χρόνια μοναξιάς του. Κι αυτό που είδε ήταν τόσο μα τόσο αναπάντεχο! Εκεί, στον ακάλυπτο της πολυκατοικίας, ένα μικρό χωριό είχε στηθεί απ’ όλα τα πεσμένα αντικείμενα που κανείς δεν μπήκε στο κόπο να περιμαζέψει. Ο Μανούσος δεν πίστευε σε αυτιά και μάτια όταν ένας ένας οι κάτοικοι του χωριού συστήθηκαν και τον καλωσόρισαν.

Ήταν ο Λαυρέντης ο ταξιδεμένος, ένα χωρίς περιττές γραμμές χακί πλαστικό μανταλάκι με ξεχαρβαλωμένο έλασμα που διηγούταν πλουμισμένες με βαρύγδουπα επίθετα ιστορίες απ’ όλες τις πόλεις που είχε επισκεφθεί (ανυπέρβλητη ολύμπια θέα, δροσοφόρα μυτιληνιώτικη αύρα, αυχμηρή σερβική ύπαιθρος), ένεκα που ο κάτοχός του ήταν στρατιωτικός καριέρας. Ήταν η κόκκινη Ζέτα με τα ζωγραφιστά λουλουδάκια, χαρωπή και ευπροσήγορη σαν τη κυρία της, μια 30- κοπέλα μάλαμα με συχνές εναλλαγές ερωτικών συντρόφων – οι ανόητοι, κακεντρεχείς δίποδοι ένοικοι προτιμούσαν να εστιάζουν στα ανοιχτά πόδια παρά στην ανοιχτή καρδιά της.

clothespin

Ήταν οι δίδυμοι, Κάστωρ και Πολυδεύκης, είχαν παρασυρθεί μαζί (στη ζωή και το θάνατο) από την πτώση ενός μικρού χαλιού μπάνιου που ο φαλλοκράτης του 4ου είχε απρόθυμα κι επιπόλαια κρεμάσει στην απλώστρα μετά από 2 μέρες νεύρα και καβγάδες (ΠΟΤΕ ΔΕ ΒΟΗΘΑΣ!). Το χαλάκι είχε σχηματίσει μια τεχνητή σκηνή πάνω από τον Σοφοκλή, ένα αφηρημένα ξεχασμένο σε (και τιναγμένο από) μια πτυχή κουβέρτας booklight, που εξέπεμπε φως (όσο κρατούσε η μπαταρία του), πραότητα και σωφροσύνη. Είχε διαβάσει δεκάδες βιβλία ο Σοφοκλής, κι έτσι εκεί, κάτω από το χαλάκι, του είχαν αναθέσει τα ηνία της κοινότητας, ώστε ο αρχηγός τους να στέκει ανεπηρέαστος από καιρικά φαινόμενα και να αποφασίζει για τις τύχες τους.

Ο Μανούσος παραξενεύτηκε. -Μα τι μπορεί να αποφασίζει; Είστε όλα ακίνητα, δέσμια της πετρωμένης τύχης σας. -Ναι, αλλά αυτό δε μας εμποδίζει να ζούμε μια δεύτερη ομαδική ζωή μέσα στα όνειρά μας. -Στα όνειρά σας; Τι αξία έχει; Και ποιος θα το πιστέψει; -$825,532,764. -Τι είναι αυτό; -Τα έσοδα παγκοσμίως του Inception. -Εεεμ, εντάξει, δαγκώθηκε ο Μανούσος, και κείνος κει ο καταφαγωμένος αμίλητος που στέκει πιο μακριά απ’ όλους;

Ήταν ο Βρασίδας, ένα άλλοτε δυνατό μάνταλο σφίχτης για παπλώματα. Λόγω σωματοδομής και χαρακτήρα για χρόνια υπήρξε ο νταής τόσο του καλαθιού στον 5ο όσο και του χωριού στον ακάλυπτο. Μέχρι που τον ανακάλυψαν τα δυο σκυλιά της γειτονιάς και τον μετατρέψανε, έτσι τετράπαχος που ήταν, σε άθυρμα για δόντια και σαγόνια. Θεία Δίκη. Και τι ειρωνεία! Γιατί εγκλωβισμένος μέσα στα σκυλοστόματα ήταν ο μόνος που μετακινούταν.

Πιο κει ξάπλωνε η Φρόσω, ένα παλιοκαιρίσιο ξύλινο με φαγωμένες άκρες. Κουβαλούσε όλες τις πίκρες και τη θυμοσοφία της χήρας συνταξιούχου απ’ το Γ2. Κι αν είχε βαστάξει πράματα και πράματα η Φρόσω! Πετσέτες, σεντόνια, εργόχειρα, τα κοστούμια του αείμνηστου, τις κεντημένες με τόσο κόπο και μεράκι μπαουλιασμένες προίκες του γιου από μιαν άλλη εποχή, χαβανέζικα πουκάμισα, τη βερμούδα που ΄χαν πέσει για πρώτη φορά τα άφιλτρα τσιγάρα του (ωχουού καπνίζει, μην τυχόν και μου ξεφύγει στον πατέρα του), τα γαλάζια μωρουδιακά του εγγονού της. Τρεις γενιές είχε διατρέξει η Φρόσω και απολάμβανε όλο το σεβασμό που της αναλογούσε.

Ο Λουί ήταν ένα ασθμαίνον μανταλάκι που τα σωθικά του είχαν καταφαγωθεί από τα χημικά εμφάνισης που χρόνια ανέπνεε τσιμπώντας φωτογραφίες σε κάποιο σκοτεινό θάλαμο. Ένα κατάμαυρο βράδυ χωρίς φεγγάρι ο φωτογράφος του άνοιξε την πόρτα της ψηφιακής εποχής και ο Λουί αφέθηκε συμβολικά να χαθεί στην άβυσσο του ακάλυπτου. Πεισματικά γραπωμένος σε μια επίφαση καλλιτεχνικότητας ο Λουί για μέρες αρνιόταν να συγχρωτιστεί με τους απλοϊκούς, λαϊκούς κατοίκους του χωριού, μόνο και μόνο για να τον σώσει από το μοναχικό του αδιέξοδο ο λαϊκότερος όλων, ο Θύμιος, που του εκμυστηρεύτηκε ότι στα νιάτα του υπήρξε το πρώτο μανταλάκι στον μπερντέ ενός φημισμένου καραγκιοζοπαίχτη. Αχχ, Λούη Λούη Λούη, τι τα θες, φωτογραφίες, σινεμά, βίντεο αρτ, καραγκιόζης, η καρδιά κάθε τέχνης δεν είναι τίποτα παρά δόσιμο και μόνο δόσιμο.

***

Κάπως έτσι κυλούσαν οι μέρες στο Μανταλοχώρι. Τα πρωινά με διηγήσεις από μουχλιασμένες, χιλιοειπωμένες ιστορίες για ρούχα, κρεμάστρες, θέες και βρωμόκαιρους. Τα βράδια με εκβιαστικές ασκήσεις πλοκής και RPG καταστάσεις ενορχηστρωμένες από τον Σοφοκλή και το βιβλιοφιλικό παρελθόν του. Και τις βαθιές νύχτες του σκότους και της μοναξιάς, με βουβούς καημούς για μεγαλεία(;) χαμένα και ζωές παρατημένες, ζωές τόσο βαριές, αψήφιστες ή ίσως ενοχλητικές, που ούτε πλάσματα σαν κι αυτά, τα κατεξοχήν ειδικά στο σφίξιμο και το στερέωμα, δεν άντεξαν να τις κρατήσουν.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s