μίχελ

Καθώς περνούσε τη φλεγόμενη πύλη πρόσεξε την επιγραφή ψηλά πάνω από το κεφάλι του: Μίχελ. Οπωσδήποτε παιχνίδι με το όνομά του και τα Γερμανοφλαμανδικά που πάντοτε μισούσε.

mixel

Στον προθάλαμο αμέτρητα ποντίκια συνωστίζονταν και σκουντιόνταν. Δεν είχαν φωσφορίζοντα, σπινθηροβόλα μάτια κι ούτε χνώτα που βρωμούσαν θειάφι. αρκούσε μόνο η όψη του παλλόμενου, αηδιαστικού χαλιού που σχημάτιζαν για να προκαλούν απανωτούς εμετούς – που άλλωστε ήταν και ο σκοπός τους, ο εμετός τα έθρεφε και τα συντηρούσε. Κι η μόνη αναμμένη δάδα που βρισκόταν πρόχειρη -μήπως και καταφέρει και τα εκφοβίσει- έκαιγε πεισματικά καρφωμένη στο χέρι ήταν το χέρι του τριτοκλασάτου διαβολάκου που τον συνόδευε. –Σιχαίνομαι τα ποντίκια. Το ξέρεις, φυσικά, τι λέω. Και τι έχει μετά; Φίδια; Αράχνες; –Μπαα, αναλογεί μόνο ένα ζωικό είδος στον καθένα σας. Αναθάρρησε. Βρήκε το κουράγιο και περπάτησε γλίστρησε πάνω στο μυοχαλί.

Το πρώτο κυρίως δώμα ήταν γεμάτο καθρέπτες. Καθώς στάθηκε στον κύκλο στο κέντρο του η μορφή του αντανακλάστηκε σε δεκάδες μεριές. Αλλά όχι, όχι, δεν αντανακλάστηκε ακριβώς, οι καθρέπτες απεικόνιζαν στιγμές από τη ζωή του, στιγμές χιλιάδες που ευλαβικά τις αφιέρωνε στη ματαιόδοξη φροντίδα του σώματός του, σε κάποια αποδυτήρια γυμναστηρίου να σφίγγει τους φουσκωμένους μυς του, μπράτσα, στήθια, μηρούς, στο μπάνιο του να ξοδεύει ώρες για την τέλεια χωρίστρα, στον ΗΥ να σβήνει Terabytes από φωτογραφίες που δεν τον κολάκευαν, σε κάποια δοκιμαστήρια στο Mall να χυλοπιτιάζει την Ειρήνη από το Γ3 επειδή τα κιλά τους δεν ταίριαζαν. Οι καθρέπτες ούρλιαζαν και γελούσαν. –Δεν έβλεπες τα χάλια σου!

Παραδίπλα, ένα δωμάτιο πηγμένο στην ομίχλη. Είδε να ξεπηδάει μπροστά του ο πρώτος στίχος της Οδύσσειας. Τα γράμματα άλλαξαν θέσεις, σχημάτισαν το περίγραμμα μιας λεοντοκεφαλής και η δοτική αντωνυμία έγινε στόμα που άνοιξε διάπλατα και τον δάγκωσε στο λαιμό. Χωρίς αίμα. Χωρίς κραυγή. Μόνο με πόνο βουβό. Κι ύστερα, μέσα απ’ το σύννεφο άρχισαν να ξεπετάγονται κι άλλες λέξεις και τίτλοι και σκηνές και εκθέματα και πίνακες και αναγνώσματα και μούσια και τραγιάσκες, όλα θολά, τρεμάμενα και άχρωμα, όπως θολή ήταν πάντοτε η ενασχόλησή του με το πνεύμα, όπως τρεμάμενη ήταν πάντοτε η προσπάθειά του να προσποιηθεί ότι ήταν κάτι περισσότερο, όπως άχρωμα ήταν όλα τα τερτίπια που χρησιμοποιούσε για να πείσει και να πειστεί.

Ο διαβολάκος τον έσπρωξε να περάσει μέσα από μια πόρτα που ‘χε το σχήμα ενός τεράστιου ηχείου. Στ΄αυτιά του έφτασαν οι νότες της «Σημαδούρας» και του «Τσιγάρου Ατέλειωτου» σβησμένες σχεδόν από παφλασμό κυμάτων κι από παρεΐστικα γέλια. –Δεν πιστεύω να τιμωρούμαι κι επειδή σιχαινόμουν το έντεχνο; -Όχι, όχι, κι οι διαβολικές ποινές έχουν τα όριά τους. Τιμωρείσαι που… (κι ο διαβολάκος άνοιξε ένα σκονάκι) πάντοτε έστεκες εκεί, παρατηρητής, ψηλομύτης, ποτέ δεν αγκάλιασες, δε συγχρωτίστηκες, δεν «ωσμώθηκες», η σκέψη σου δε νοθεύτηκε από το ντέρτι και το κέφι των άλλων, την ξεγνοιασιά τους την απεχθανόσουν (ή τη ζήλευες;), τις μουσικές τους τις έφτυνες, οι νότες, ντο-ρε-μι, επτά κατίμαυρα στρατιωτάκια που στοίχιζες μπροστά σου για να υψώνουν πάντοτε τείχη παχιά, πανύψηλα, πεντάγραμμα.

Η περιήγηση πλησίαζε στο τέλος της. Το μεγάλο φινάλε. Το σημείο όπου λυγίζουν και οι ανθεκτικότεροι των άθεων στωικών. Το έσχατο δωμάτιο. Παραμέρισε μια κουρτίνα. Σιγή. Ηρεμία. Ώσπου ξαφνικά άρχισαν να εγγράφονται στους λευκούς τοίχους ημερομηνίες, αριθμοί και περιγραφές. «Μη» υπ’ αριθμ. 50, 1000, 8033, 50247, τσουλήθρα και ασφάλεια, χυμός ανάρρωσης, χασομέρια στο τετράδιο, αντισυλληπτικές προφυλάξεις. Δεκάδες χιλιάδες «Μη» κούφαιναν τα αυτιά του, τρυπούσαν τα σωθικά του, κατέτρωγαν τις σάρκες του. Ένας πελαγωμένος, ευνουχισμένος ιδεολόγος που βρήκε αποκούμπι στην ευκολία της απειλής και του εκφοβισμού, να τι υπήρξε για χρόνια. Άλλοτε χαμογελαστός κι άλλοτε σοβαρός να ξεστομίζει όλα αυτά τα γλυκά, ανόητα, εξωφρενικά κατά συνθήκη ψέματα. Και τώρα θα το πλήρωνε. Ο διαβολάκος του εξήγησε κι ας το ‘χε καταλάβει κι ο ίδιος χρόνια πριν. -Κατά συνθήκη ψέμα; ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ κατά συνθήκη ψέμα, μια συνθήκη κι ένα ψέμα είναι κι αυτό.

Καταφαγωμένος κι ολοκληρωτικά αδειασμένος εξήλθε του κολαστηρίου του. Είδε την επιγραφή. Μίχελ. Μίχελ; Μί-χέλ! Σαν άλλος Dave Kujan διέκρινε ξαφνικά το πλήρες κάδρο. Ποντίκι/μυ, μπράτσο/μυ, έννεπε μούσα άνδρα μοι, Ντο ρε μι, μη, μη, μη, δεν έγραφε «Μίχελ» η επιγραφή, αλλά «Μί-χέλ», πόσο σατανικό (!) και πόσο περίεργο, γιατί άραγε ο διάβολος να είχε μπει στον κόπο να του φτιάξει μια κόλαση φτιαγμένη από φωνήματα του Μι;

Κάθιδρος γονάτισε ξεστομίζοντας μονότονα τις συλλαβές του αιώνιου μαρτυρίου του: μυ, μοι, μι, μη, μη, μη. Πόσο διαφορετική θα ήταν η ζωή του, η τότε, αλλά και η τώρα αν δεν είχε υποκύψει σ’ αυτά τα Μι. Πιο άφοβος, πιο συγκροτημένος, πιο ειλικρινής, πιο κοινωνικός, πιο χαλαρός. Μυ, μοι, μι, μη, μη, μη. Ο διαβολάκος άκουσε την ορθογραφία του και τον διέκοψε. -Νομίζεις ότι πρόκειται για ένα παιχνίδι; Ότι μας αρέσει να σκαρώνουμε λογοπαίγνια; Χα, δίκιο έχεις, αλλά εσύ πήγες πολύ μακριά. Μ’ ένα χτύπημα των δαχτύλων του το κολαστήριο γκρεμίστηκε, στην πραγματικότητα δε χρειαζόμαστε εξτραβαγκάτζες για σένα, είσαι μοντέλο οικονομικό, οικονομικό και αυτοαναφορικό, η επιγραφή είχε γίνει τώρα τύπωμα στο μπλουζάκι του, δεν έλεγε Μί-χέλ, αλλά Me-Hell, ναι, επιτέλους το βλέπεις, η κόλασή σου δεν είναι τα φωνήματα του Μι, του Σι ή του Πι, η κόλασή σου δεν είναι καν η κραιπάλη, το χάλι γκάλι ή μια κενή αγκάλη, η κόλασή σου είσαι εσύ κι όπου κι αν πας θα σε ακολουθεί.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s