…σε αναμονή…

Καθώς το γλυκύ έαρ μεταφερόταν από τους ψαλμούς στην ύπαιθρο, ετοιμάστηκαν για την από τριετίας καθιερωμένη γυροβολιά τους. Φούσκωσαν λάστιχα, φόρεσαν κράνη, γέμισαν παγούρια και ξεκίνησαν. Εκείνη και εκείνος. Για την περιήγηση στα αστικά ξέφωτα όπου βασιλεύει η αθωότητα και το γέλιο περισσεύει. Για την περιήγηση στις παιδικές χαρές αυτής της πόλης.

Εκείνη έβγαζε το μπουφάν της, έσφιγγε την κοτσίδα της και έπαιρνε σβάρνα όλες -πλην μίας- τις κατασκευές. Κρεμιόταν στις κούνιες, σκαρφάλωνε στην τσουλήθρα, γυρνούσε το περιστρεφόμενο θεωρείο, δοκίμαζε τις αντοχές από τα ελατήρια στα παπάκια. Παραχωρούσε πάντοτε τη θέση της στους μικρότερους και βοηθούσε όποιον σκάλωνε σε κάποια αναρρίχηση. Σημείωνε στο μυαλό της τη κρυμμένη επικινδυνότητα, το βαθμό δυσκολίας και το ύψος ικανοποίησης και προχωρούσε στην επόμενη δοκιμασία.

Εκείνος, νωθρός στο σώμα αλλά όχι στο πνεύμα, καθόταν σε κάποια θέση και παρατηρούσε τις φυλές γύρω του. Τους υπερβολικά ανήσυχους, τους εξοργιστικά αδιάφορους, τους ασθμαίνοντες ηλικιωμένους, τα παντός καιρού και τόπου μοντέλα, τους μανιακούς του τηλεφώνου, τους επαγγελματίες κουτσομπόληδες, τους ακτινοβολούντες στάτους και υπεροψία, τους φτωχικά ντυμένους. Μα πάνω απ΄όλους το μάτι και η αμηχανία του μέναν πάνω στους σιχαμερούς του ρύπου, εκείνους που τόσο στρεβλωμένο είχαν το μέσα τους που θεωρούσαν απολύτως φυσιολογικό να βρωμίζουν με τσιγάρα και αποφάγια το χώρο που διασκέδαζαν τα παιδιά τους.

Καμιά φορά βρίσκανε παιδικές χαρές κατεστραμμένες, με σπασμένες καρέκλες, αλυσίδες, σκαλιά, έρημες, βουβές, γεμάτες αγριόχορτα, σκουπίδια και λάσπες. Ένα η-κότα-ή-το-αυγό ερώτημα εγειρόταν τότε, να ήταν άραγε αυτές οι χαρές παρατημένες από παιδιά γιατί οι αρχές απαξιούσαν να τις επιδιορθώσουν και να τις καλλωπίσουν ή οι αρχές αρνούνταν να πετάξουν ανώφελα τα λεφτά τους για μια παιδική που οι μπόμπιρες ούτως ή άλλως δεν προτιμούσαν; Δεν είχε και πολύ σημασία, γιατί καθώς υποχωρούσε ο βόμβος από το αδιέξοδο ερώτημα το μόνο που έσπαγε τη σιωπή ήταν -αν μπορούσες να ακούσεις και να δεις πραγματικά καλά- οι  μαθηματικές φόρμες από τα χάχανα του παρελθόντος, το εκκρεμοειδές «χχιιιιιιιι» που ακολουθούσε την τροχιά της κούνιας ή το κεκλιμένο «χχχααααα» που ξεπηδούσε από την τσουλήθρα ή το τέλεια κυκλικό «χχοοοοο» που στροβιλιζόταν κι αυτό στο γύρω-γύρω-όλοι.

Εκείνη μάζευε το μπουφάν της. Εκείνος μάζευε τη ματιά του. Ξαναφορούσαν τα κράνη. Ξανανέβαιναν στο ποδήλατο. Στη σέλα και στο καρεκλάκι. Πριν ξεκινήσουν για τον επόμενο σταθμό κοιτούσαν για λίγο την τραμπάλα. Κι εύχονταν και οι δύο πότε εκείνη θα χαρίσει σε εκείνον ένα αδελφάκι για να μπορούν επιτέλους να αντιστρέφουν τους ρόλους τους.

waiting

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s