με το ριμαδόφωνο στα χέρια

Η πορεία πλησίαζε στη λεωφόρο του διαβόλου, χίλια μέτρα όπου ανάμεσα σε πρασιές, συντριβάνια και ένστολους ένα σαλεμένο πολεοδομικά μυαλό είχε στοιβάξει μία λαομίσητη, θωρακισμένη πρεσβεία, ένα σκοτεινό μες στη γυαλάδα του τραπεζοκοεκδοτικό συγκρότημα και το ούτως ή άλλως (σε καιρούς εύκολους ή χαλεπούς) αβίαστα αναθεματισμένο εθνικό κοινοβούλιο. Όσοι μετείχαν προετοιμάζονταν για το μεγάλο κρεσέντο, εκεί όπου οι φωνές θα έβρισκαν κατευθείαν στόχο και γι’αυτό όφειλαν να ‘ναι διπλά βροντερές: τόσο σε ντεσιμπέλ όσο και σε νόημα.

Κάπου εκεί, ο εκφωνητής των συνθημάτων παραπάτησε στο μόνο ίσιο από μια σειρά από στραβά, κακοστερεωμένα πλακάκια και, όπως ακριβώς αστραπιαία σηκώνεται το λάβαρο του επελαύνοντος ιππικού όταν ο σημαιοφόρος σωριαστεί χτυπημένος χάμω, έτσι και ο τηλεβόας αυτόματα μεταβιβάστηκε στον πρώτο σύντροφο που ακολουθούσε. Που και η δική του τύχη δεν ήταν καλύτερη, καθώς μια μέλισσα που δεν χαμπάριαζε από Πρωτομαγιές παρά μόνο από  Άνοιξη τον τσίμπησε και τον δρομολόγησε εσπευσμένα στο νοσοκομείο με αλλεργικό σοκ. Κι όταν ο τρίτος κατά σειρά τηλεβοοφόρος τα παράτησε καθώς ο καταπονημένος από τις γηπεδικές ιαχές λάρυγγάς του παραδόθηκε στο βήχα και τα φλέμματα, το μεγάφωνο έφτασε στα χέρια του Ορέστη, ενός μικρομεσαίου συνδικαλιστή που βρισκόταν στο μέτωπο της πορείας μόνο και μόνο γιατί εκεί, επίσης, βρισκόταν το πιο καλλίγραμμο ζευγάρι πόδια που ‘χε δει ποτέ στη ζωή του. Ο επικεφαλής ανήσυχος του ένευσε να προχωρήσει στο γνωστό σύνθημα, καθώς κινδύνευαν να προσπεράσουν βουβοί το άντρο των χρηματοπιστωτικών πειρατών και εκείνος ανταποκρίθηκε γρήγορα, όχι, όμως, χωρίς κάποιο δισταγμό.

ΝΟΜΟΣ – ΕΙΝΑΙ – ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΗ
ΚΑΙ ΟΧΙ – ΤA ΚΕΡΔH – ΤΟΥ ΚΑΘΕ ΞΕΝΙΣΤΗ

!!;!!;;!;;;&$$%$#@*^*^ Αυτό ήταν. Η στιγμή είχε χαθεί. Με κοινό παρονομαστή την απορία άλλοι σώπασαν, άλλοι γέλασαν, άλλοι έβρισαν, άλλοι ψέλλισαν σπασμωδικά κάποιες ανακατεμένες συλλαβές, άλλοι κινήθηκαν σχεδόν απειλητικά. Τον αποσυντονισμό στο τραγούδι ακολούθησε ο αποσυντονισμός στο βάδισμα, στη συνοχή, στον παλμό. Η κορύφωση της πορείας κατέληξε ένα μεγάλο φιάσκο.

Τους επόμενους τρεις μήνες ο Ορέστης βρήκε πολλές φορές τον εαυτό του στη θέση του (χαλαρά ή πιεστικά) ερωτώμενου. Στην απέναντί του καρέκλα κάθονταν ινστρούχτορες, σύντροφοι, ασφαλίτες, ψυχίατροι, δημοσιογράφοι, μουσικοί παραγωγοί και η αναπόφευκτη κοπέλα. (Και σαν τις ταινίες που για ευκολία όταν μιλάει κάποιος στο τηλέφωνο τον βάζουν να επαναλαμβάνει φωναχτά τις ερωτήσεις του συνομιλητή του για να αντιλαμβάνεται το κοινό τον πλήρη διάλογο, έτσι και δω,) η ιστορία του συμμαζεμένη ήταν κάπως έτσι:

Όχι, όχι δεν το έκανα επίτηδες. Πώς θα μπορούσα; Έτσι μου ‘ρθε. Τι να πω! Κανείς δε μ’ έβαλε. Πρακτοριλίκια; Μακριά από μένα. Αλήθεια! Από 20 χρονών είμαι γραμμένος στο συνδικάτο. Σας είπα, ούτε και γω μπορώ να το εξηγήσω. Ήμουν μπροστά στην πορεία γιατί, εεε, έτσι ένιωθα, εεε, να νιώσω τη ζωντάνια της πρώτης γραμμής. Ήταν τρέλα, ήταν, δεν ξέρω, σα να μιλούσε κάποιος άλλος. Άλλωστε το μεγάφωνο τυχαία, εξωφρενικά τυχαία έφτασε στα χέρια μου – ένα πολλαπλό τερτίπι της μοίρας, ΑΥΤΟ ΗΤΑΝ! Μεταξύ μας, μην το πεις πουθενά, ρε συ, ΣΙΧΑΙΝΟΜΑΙ ΤΙΣ ΡΙΜΕΣ, οι ομοιοκαταληξίες μου γυρίζουν τ΄άντερα, ναι ρε, δεν ξέρω, απεχθάνομαι μέχρι αηδίας όλα τα τραγούδια με ρίμα, και μαζί και μ΄αυτά παροιμίες, γνωμικά, συνθήματα, δεν μπορώ, με τρελαίνει αυτή η προγραμματισμένη κανονικότητα, σα να βάζουμε τη φωνή και τις ιδέες μας σε δυο παράλληλες ράγες με αυστηρά προδιαγεγραμμένη διαδρομή, κι όχι να το πω ότι είμαι εγώ ελεύθερο πνεύμα, κάθε άλλο, τι να πω, αυτό είναι το μεγάλο χούι μου. Και γιατί λέτε ότι σας έκανα χαλάστρα, θα περίμενε κανείς εσείς να είστε ευχαριστημένοι από αυτή την εξέλιξη. Συγνώμη, ναι, καταλαβαίνω ότι μερικές φορές θέλετε και σεις να λειτουργούν εντελώς κανονικά όλα τα εξαρτήματα, η κυβέρνηση, η αντιπολίτευση, τα συνδικάτα, ο λαός, τα ΜΜΕ, ναι, έχει νόημα, δε σας αρέσουν οι εκπλήξεις και ανατροπές, οι εκπλήξεις είναι δική σας αρμοδιότητα, τι;, θύλακας παρακράτους μέσα στο παρακράτος;, πόσο βαθιά πάει, συγνώμη, δε ρωτάω, αναρωτιέμαι, όχι, δεν κάνω το βλάκα, ΕΙΜΑΙ βλάκας, βλάκας και παράφωνος, χαχα, …συγγνώμη. Η πρώτη ηχηρά απογοητευτική ανάμνηση από το σχολείο είναι στην Τρίτη Δημοτικού, σηκώθηκα να πω τον εθνικό ύμνο και μπέρδεψα την κόψη με την όψη, ο δάσκαλος για έξι μέρες με σφαλιάριζε, με περιγελούσε και με παρέδιδε στη χλεύη των συμμαθητών, κάθε φορά και με άλλη σειρά – πόσο τα μίσησα τα Διακριτά Μαθηματικά τότε. Ήρθε και μετά εκείνο το τραγούδι, ωωω, εκείνο το μισητό τραγούδι, με βλέπετε, είμαι σχεδόν σκούρος, μελανούρι, 40 χρονών και ούτε μία τρίχα άσπρη, τα παιδάκια διεκδικούσαν δίστιχα για να τα χαρακτηρίζει, άλλος από μια διαφήμιση, άλλος από ένα κόμικ, εμένα μου κολλήσαν το «βρε μελαχρινάκι με πότισες φαρμάκι», ηλίθιο τραγούδι, ΗΛΙΘΙΑ ΡΙΜΑ! Κοιτάξτε, εγώ δεν είμαι ειδικός στο ελληνικό τραγούδι, αλλά μια που έχει διαρρεύσει το μυστικό μου, ας υπερασπιστώ λίγο τη θέση μου, μου φαίνεται εξωφρενικό αυτό το προσκύνημα στην ομοιοκαταληξία, θα μπορούσες να πεις ότι είναι παράγωγο της μουσικότητας της ελληνικής γλώσσας, κάτι αναπόδραστο και έμφυτο, τόσο άρρηκτα δεμένο με τις πτώσεις, τις καταλήξεις και τις κλίσεις της γραμματικής μας, αλλά και πάλι, η ρίμα είναι για το τραγούδι ό,τι η καταπιεστική μάνα για το παιδί, αφού το μεγαλώσει και το εκπαιδεύσει για να βγει στον έξω κόσμο, μετά από φόβο δεν το αφήνει ελεύθερο να προχωρήσει και να δημιουργήσει και το κρατάει δέσμιο της αγκαλιάς της, καταλήγει να το πνίγει από υπερβολική αγάπη. Εξαιρέσεις; Ναι, υποκλίνομαι στο μεγαλείο του Γκάτσου και του Κεμάλ. Μια τόσο στερεά δομημένη ιστορία με μαεστρική, διπλή(!) ρίμα σε κάθε στίχο (και μάλιστα στη συλλαβή, όχι στο φωνήεν). Και μετά ακούω την Αθανασία, και ριμάρει το ποιητές με το ποτέΣ, και κει με αποτελειώνει, ούτε ο Λάκης με τα ρεβέρ δεν το ΄κανε αυτό (για να γιατρέψω τις ατέλειωτες πληγές), γιατί, γιατί άραγε; Νιώθω τόσο απόμακρος, τόσο εκτός τόπου, στρέφομαι αποκλειστικά στο ξένο τραγούδι, αλλά και κει απογοητεύομαι, η έλλειψη φόρμας οδηγεί στην αυθαιρεσία, τι να πεις όταν ο πιο διάσημος στίχος στην ιστορία είναι στην ουσία ένας μη στίχος (Nah nah nah nah nah nah, nah nah nah, hey Jude), δεν μπορεί, θα πρέπει να υπάρχει ένας τρίτος δρόμος προς τον στιχουργισμό, κάτι ανάμεσα στη μέγγενη της ρίμας και την όπου φυσάει ο άνεμος πλήρη ελευθεριότητα. Ναι, ναι, εγώ είμαι ο ριμοφοβικός. Ερώτηση; Για ρίξτη. Ο ΞΕΝΙΣΤΗΣ; Περίεργο, έχω απαντήσει ίσαμε 45 φορές για ποιο λόγο χάλασα ένα δίστιχο αλλά είσαι η πρώτη που με ρωτάει γιατί έφτιαξα ένα καινούριο. Αλλά, χμμ, δεν ξέρω αν αντέχεις την απάντηση. Σίγουρα; ΟΚ, αν εγώ είμαι ο ριμοφοβικός, εσύ ξέρεις ποια είσαι; Είσαι η αιτία για όλα αυτά, στην πορεία ήμουν μπροστά μπροστά γιατί ακολουθούσα εσένα. Αν δεν ήσουν εσύ δε θα ΄χα πιάσει ποτέ στα χέρια μου εκείνη τη ρημαδοντουντούκα. Τι; Ρημαδο- με γιώτα;, χαχα, καλό. Ο Ξενιστής;, ο ξενιστής καμιά βαριά φιλοσοφία, ο ξενιστής είναι γιατί περπατάω στην πορεία και αυτοοικτίρομαι που οι άλλοι αγωνίζονται για κάποιο σκοπό και γω μόνο χαζεύω εσένα όπως ο κάθε τυχαίος σεξιστής-ο κάθε σεξιστής-ο κάθε σεξιστής-εκείνη τη στιγμή μου νεύουν να πω το σύνθημα-μπερδεύομαι-δεν μπορώ φυσικά εγώ ποτέ να απαγγείλω ομοιοκαταληξία-defacto αυτό-κομπλάρω-σύνθημα-εσύ-σεΞιστής-ο κάθε σεΞιστής-ο νόμος του εργάτη-ο κάθε σεΞιστής-στοπ-τι λέω-γρήγορα-κάτι άλλο σε ξ-ξ-ξ-τσουπ-ο κάθε Ξενιστής. Το ξέρω, βλακεία. Τι με τράβηξε πάνω σου; Εεε, χμμ, τα πόδια σου, ναι, εδώ και τρεις μήνες ονειρεύομαι ότι κρατάω ένα καλτσόν golden lady και το προβάρω σε γυναικεία πόδια μέχρι να σε βρω, και τώρα, να ‘σαι μπροστά μου, αλλά ξέρεις, μια που είμαστε εντός θέματος, αν πούμε ότι το στήθος κι η καρδιά είναι η ποίηση, τα χέρια τα manual, το κεφάλι το αυστηρό εβδομαδιαίο πρόγραμμα, η πλάτη ένα μυθιστόρημα, τα πόδια, και εν προκειμένω τα πόΔΙΑ ΣΟΥ, τα πόδια είναι ό,τι κοντινότερο σε τραγούδι, έτσι που στέκονται πανομοιότυπα το ένα δίπλα στο άλλο μοιάζουν πιο πολύ απ’ όλα με στίχους που κλείνουν μέσα τους την πιο ταιριαστή ομοιοκαταληξία, τι μου δείχνεις;, ένα μεγάλο σημάδι;, χα, αυτό είναι ακόμα σπουδαιότερο, δεν είναι σημάδι αυτό, αυτό είναι ένα αριστούργημα, ΑΥΤΟΣ είναι ο τρίτος δρόμος για το στιχουργισμό, η ανωμαλία που δίνει νόημα στην ύπαρξη, η αποδόμηση και το ξαναχτίσιμο, το κλείσιμο του ματιού στην τελειότητα, ένα κρυφτούλι με την κανονικότητα και την αναρχία, αν η Σίντι Κρόφορντ είχε δει το σημάδι σου είμαι σίγουρος ότι ντροπιασμένη θα ΄κανε εγχείριση αφαίρεσης ελιάς, αλλά σαν πολύ βαβούρα κάνουν εδωπέρα τα συντρόφια, τι λες, δεν πάμε κάπου πιο ήσυχα να μιλήσουμε για ρεφρέν, ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους και άλλα μουσικά δεινά;

αν σε χασώ, θα τονιζώ πάντα λαθός τις λέξεις, για να με κοιτάξεις

αν σε χασώ, θα τονιζώ
πάντα λαθός τις λέξεις, για να με κοιτάξεις

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s