να ‘τη η κοκκινη

Απογοητευμένος από την ατελέσφορη αναζήτηση και ευνοημένος από μια γενική συσκότιση που του χάρισε για λίγες ώρες ένα αναγκαστικό ρεπό, έδωσε δυο λεπτά στον εαυτό του για να σκεφτεί το πώς και πότε του είχε έρθει στο μυαλό αυτή η τρελή ιδέα. Είχαν χρειαστεί:

  • 1.200.000€ για να χτιστεί το τερατώδες εμπορικό κέντρο στη βορειοδυτική πλευρά της πόλης που αύξησε κατά 400% την κίνηση στο δρόμο του
  • 135.000€ για να τσαλακωθεί η μικρή στρογγυλή πλατεία με την υποχρεωτική κυκλική πορεία, να γίνει μια μίνι διάνοιξη και να κατασκευαστεί ένα χαοτικό πολυδρόμι με υπερβολικά πολλούς νέους κατοίκους που ένευαν ο ένας απέναντι στον άλλο υπό γωνίες που θα μπέρδευαν και τον πιο εξασκημένο γεωμέτρη
  • 4.500€ για να διοργανωθεί κάποιο winefest στη γειτονιά, 39 βαθμοί Κελσίου και 3 μποφόρ για να μετατραπούν οι κρασοαναθυμιάσεις σε φορείς μαστούρας για εκατοντάδες μέτρα
  •  33.000€ για τη διθέσια BMW με την ειρωνικά ανάλογη σε διάρκεια μηχανική βλάβη και 1€ για το «ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΙΔΙΟΙ» αυτοκόλλητο στο πίσω παμπρίτζ που για ώρες σημάδευε το βλέμμα του

Δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Περίεργο, γιατί εκείνος μόνο αντίγραφα του εαυτού του έβλεπε στη πολύβουη γειτονιά του. Με μόνη ασήμαντη διαφορά το χρώμα ή ότι κάποιος έστεκε ακίνητος. Αλλά στην ουσία ο ένας ήταν αντανάκλαση του άλλου. Κάποιος μυστικός καθρέπτης τους πολλαπλασίαζε και τους τοποθετούσε αντικριστά για να ζουν την πανομοιότυπη βαρετή ζωή τους. Δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Αυτοί στα αμάξια. Αυτοί ναι! Το εξαερωμένο κρασί χτύπησε τα ρουθούνια του και του μετέφερε μια γλυκιά ζάλη. Δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Αυτοί που περπατούν. Κι αυτοί ναι! Αλλά εμείς; Γιατί; Γιατί όχι; Γιατί ποτέ και πουθενά; Έπρεπε να το ανακαλύψει.

Το σχέδιο ήταν απλό. Κάθε βράδυ, εκεί μες στα βαθιά μεσάνυχτα που ελέω οικονομίας για 4 ώρες στεφόταν η βασιλεία του αναβοσβήνοντος πορτοκαλιού, πρώτα κατέβαινε απ’ τον δικό του και μετά σκαρφάλωνε στον απέναντι στύλο, αλλάζοντας θέσεις με τον αντικριστό ομόλογό του. Κανείς δεν έλεγε όχι για λίγο ξεμούδιασμα, δεν ήταν δύσκολο να τους πείθει. Στύλο, στύλο, σταυροδρόμι σταυροδρόμι, κάθε βράδυ διένυε 10, 20 ή και 100 μέτρα, το ταξίδι του ήταν απόλυτα εξαρτημένο από την πολεοδομία, ευτυχώς για εκείνον η πόλη ήταν πρότυπο τετραγωνισμένης αρχιτεκτονικής και δεν ήταν δύσκολο να βρίσκει κάθε φορά τον επόμενο προορισμό του. Έναν προορισμό μπουκωμένο ελπίδα για το διαφορετικό και το καινούριο.

Που σύντομα ξεφούσκωνε καθώς σε κάθε σταυροδρόμι ανακάλυπτε την ίδια πάντοτε ανθρωπογεωγραφία με κείνη από όπου είχε ξεκινήσει. Κάποιος περπατάει, κάποιος στέκεται. Κάποιος φοράει καπέλο, κάποιος όχι, κάποιος είναι ένα βαρετό, σκέτο αντιπαθητικό χρώμα. Η απογοήτευση δεν κρατούσε πολύ. Σαν τραμπάλα, καθώς υποχωρούσε εκείνη εκτινασσόταν στα ύψη και πάλι η ελπίδα για το επόμενο βράδυ. Για το επόμενο ταξίδι. Και δεν ντρεπόταν να το παραδεχτεί, να το φωνάξει στον ποιητή και στα αναρίθμητα, ασεβή, τυχάρπαστα φερέφωνά του, το ταξίδι δε σήμαινε τίποτα γι΄αυτόν, ο προορισμός, ο προορισμός θα ήταν κάποτε το βραβείο και ο θρίαμβός του.

***

Το βράδυ που κουρασμένος από μια ανηφορική διαδρομή αρκετών μέτρων σκαρφάλωνε δύσκολα σε κάποιον αλαβάστρινο στύλο, ένας χυδαίος βιαστής της γαλήνης σκόρπισε αυτές τις νότες από το εκκωφαντικό στερεοφωνικό του.

Κανονικά θα τον έβριζε σκαιά, αλλά τσιμπημένος από ένα προαίσθημα, το προαίσθημα για το παζλ που σε λίγο τελειώνει, δωροδόκησε τη συνείδησή του και χάθηκε στη μαγεία του τραγουδιού. Κάθε στίχος κούμπωνε και κρεμόταν σε κάποιο σημείο του είναι του και μετά όλοι μαζί τέντωσαν δείχνοντας ψηλά στο φανάρι. Μάζεψε τις δυνάμεις του και ανέβηκε γοργά στην κορυφή. Μια καινούρια απογοήτευση ή μήπως… Ήταν εκεί. Τον περίμενε. Ή ίσως πάλι να ΄ταν αυτός που περίμενε. Άφησε κατά μέρος τις ενεργητικές προτάσεις, τον μπέρδευαν, δεν έβγαζαν πουθενά. Ήταν εκεί. Οι δυο τους. Όχι ίδιοι. Διαφορετικοί. Αλλά τόσο ταιριαστοί. Φτιαγμένοι και ταξιδευμένοι ο ένας για την άλλη. Έτοιμοι να ορίσουν το χρόνο στο δικό τους μετερίζι. Μπλιαχ! Τι κατακρεουργημένη λέξη! Μετά από τόση αναζήτηση μόνο αυτό είχε να πει; Ας μην έλεγε τίποτα. Ας μιλούσαν τα μάτια. Αυτό ήταν. Τα μάτια της. Έπρεπε να δει επιτέλους τα μάτια της.

nati

Advertisements

2 thoughts on “να ‘τη η κοκκινη

  1. fevgati

    Εβαλα like χωρίς να ‘χω καταλάβει σχεδόν τίποτα.Ίσως κυρίως για τον τρυφερό επίλογο.
    Τι σχέση έχουν τα πολλά ευρώ με το ταξίδι και τον προορισμό?

    1. sunCoater Συντάκτης

      Ναι, ήταν λίγο ασύνδετο αυτό. Όλη η ιστορία με την ανάπλαση και τα μικρογεγονότα κατέληξε στο να αναρωτηθεί ο «Γρηγόρης» αν όλοι οι σηματοδότες αυτού του κόσμου είναι ίδιοι.

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s