θλιμμένη νύχτα μαγική

mantolino

Πλησίασε μες το σκοτάδι το παράθυρο. Πήρε μια βαθιά ανάσα, όλη η πλάση μοσχοβολούσε γιασεμί. Κοίταξε ψηλά, χόρτασε η ματιά του αστέρια, έψαξε τους σχηματισμούς, χαιρέτισε τον ακούραστο οδηγό των κουρασμένων παλικαριών που αιώνες και αιώνες μπάρκαραν. Μετά αγνάντεψε το βαθύ πέλαγος κάτω απ’ το φως του κόκκινου φεγγαριού – ένας ελαφρύς αναστεναγμός πέταξε μες απ΄το στόμα του. Στ’ αυτιά του φτάσανε οι φωνές των παιδιών από τον κάμπο. Τραγουδούσαν και πηδούσαν φωτιές μα δίχως άλλο η πιο μεγάλη φωτιά έκαιγε μέσα τους. Προπαραμονή δεκαπενταύγουστου κι η σκέψη του μελαγχολικά κύλησε προς την εγγονή του, τη Ραλλού. Ένας χρόνος χώρια. Άνοιξε το σεντούκι της. Ανακάτεψε. Πράγματα και μνήμες.

Την κασέτα με τα επτά παιδικά τραγούδια που του είχε χαρίσει, ένα δίστομο μαχαίρι με μια μαντινάδα για την αγάπη χαραγμένη πάνω του, το λεύκωμά της με τίτλο «Ένα Μυστικό», μια ψευτοκονκάρδα απ’ τους συμμαθητές της που ‘λεγε «τράβα μπρος», τη μαύρη μινιατούρα αμαξιού που ‘χε φέρει ο πατέρας της από την περιοδεία στην Αμερική, τη θολή φωτογραφία της με τον Κεμάλ μπροστά στο σπήλαιο της Περιμπανού, εκεί που ο θρύλος όριζε ότι οι πιο βαθιές φιλίες στερεώνονταν κάτω από την απειλή του Αερικού, έναν χάρτινο Συρανό να σκαρφαλώνει σ’ ένα μικρό φεγγάρι, το κουδούνι από το τσακισμένο της ποδήλατο.

Διάλογοι των τελευταίων μηνών κατέκλυσαν το μυαλό του. Πραγματικοί με τους χωριανούς. Φανταστικοί μαζί της. «Δεν μπορείς να ξεφύγεις απ΄τον πόνο. Άλλαξέ του πρόσωπο. Μη σωπαίνεις. Τραγούδα μου όπως παλιά, μίλα μου, έστω ψιθύρισέ μου κάτι. Μη χάνεις τα λόγια σου. Δε θα βρεις απάντηση εκεί ψηλά. Οι δρόμοι, τα σπίτια, οι πλατείες, όλα είναι σα μαγικά εδώ. Δεν έφταιγε ο Γιαννιός, το ξέρεις, μην τον ξαναπείς έτσι. Έχω γίνει σύννεφο. Έλα να με βρεις. Έλα σε μένα».

Έριξε μια τελευταία ματιά στο δωμάτιο. Ένα μπουκάλι ρούμι που μέσα του οι τεχνητάδες του ‘χανε φτιάξει ένα μπρίκι. Το βιβλίο που του ΄χε χαρίσει ο δάσκαλος μ΄όλες τις ευγενικές μορφές του 21. Ένα μουσικό κουτί με δυο χορευτές σφιχτά εναγκαλισμένους σ’ ένα ξεκουρδισμένο βαλς. Το κρεμασμένο στον τοίχο μαντολίνο που ΄χε μάθει για να του ομορφαίνει τα βράδια. Το κάδρο της μητέρας του μαρμαρωμένο σε μια παντοτινή βλοσυρή έκφραση. Όλα νεκρά. Όλα ακίνητα.

***

Τα παιδιά χτυπούσαν την πόρτα της καλύβας επίμονα. Κανείς δεν άνοιγε. Τα λόγια τους έσκαγαν ανάκουστα στο περβάζι, στα κεραμίδια, στο ξεθωριασμένο, αυτοσχέδιο κουτί για τα γράμματα από τους ξενιτεμένους του. Κάτι είχε σκαλισμένο στη βάση του. Κάποιο παιδί το καθάρισε από τη σκόνη για να διαβάσει. Μυστήριο κανένα. Το όνομά του. «Κυρ Αντώνης». Πιάστηκαν να το φωνάζουν.

Πού είσαι; Τι κάνεις; Γιατί δεν ανοίγεις; Οι απαντήσεις δε θα δινόντουσαν ποτέ. Όχι λεκτικά. Όχι κατά πρόσωπο. Όταν κατάλαβαν τι συμβαίνει, μέσα στον τρόμο και την ταραχή του ο μικρότερος ξεκρέμασε το κουτί από την πόρτα. Μη μου θυμώνεις, τι το θες, αφού θα φτιάξεις άλλο μαζί της,

εκεί, στο δρόμο των ονείρων.

Advertisements

6 thoughts on “θλιμμένη νύχτα μαγική

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s