μεταφύγιο

shelter2

Τη στιγμή που συμπλήρωνε πενήντα οκτώ χιλιάδες εξακόσια εβδομήντα τρία λεπτά παρακολούθησης ποδοσφαιρικών αγώνων ένιωσε κάπου μέσα του να σπάει μια από χρόνια ζορισμένη ασφαλιστική βαλβίδα και ένα ορμητικό μπούχτισμα να πλημμυρίζει όλο του το είναι. Όχι, το μπούχτισμα δεν αφορούσε στο ποδόσφαιρο στο σύνολό του – ήταν η (οξύμωρη μέσα στο τρεχαλητό) στατικότητα της πράσινης Εικόνας εκείνη που ‘νιωθε ότι πλέον δηλητηρίαζε τα σωθικά του. Οι δυο κανόνες της νέας εποχής (1. το ισχύον ακόμα ενδιαφέρον για το άθλημα 2. η καινοφανής απέχθεια για τη θέασή του) γρήγορα μορφοποιήθηκαν μπροστά του σε απαγορευτικά πορείας που τον έσπρωχναν προς μία διέξοδο: θα ζούσε τους αγώνες μέσα από την κριτική τους. Έτσι, την επόμενη ημέρα,

καθώς άνοιγε το σακουλάκι με τα σπόρια σχημάτιζε μια σβέλτη ιδέα για το τι συνέβη από τις σύντομες ανασκοπήσεις, θαύμαζε τα ωραία γκολ ρουφώντας τις καταδικασμένα ατελείς περιγραφές τους, εντρυφούσε στην τακτική και τα λάθη των προπονητών εμπιστευόμενος το εκ των υστέρων αλάθητο βλέμμα των επαγγελματιών του λόγου και έπαιρνε μια μυρωδιά από την ατμόσφαιρα και το παρασκήνιο σερφάροντας σε εναλλακτικά, παρααθλητικά κείμενα. Κατέληξε να αφιερώνει 20 λεπτά σε κάθε παιχνίδι – τα σύγκρινε με τα αλλοτινά 90 και ξάφνου αμέτρητα αδιάθετα εβδομηντάλεπτα άρχισαν να ξεπηδάνε από το δωμάτιο και να απαιτούν την προσοχή του. Δεν ήξερε πώς να διαχειριστεί τόσο χρόνο, ήξερε μόνο πώς ήταν κέρδος.

Το επόμενο γεύμα του Εσώτερου Βιαστικού του Τέρατος ήταν ο κινηματογράφος για άλλη μια σειρά από πάλαι ποτέ βασανιστικά ενενηντάλεπτα. Διάβαζε το πρόγραμμα των προβολών και επέλεγε ταινία. Την καθορισμένη ώρα, ξεπέταγε το καλαμπόκι του και αντί να μπει στο λεωφορείο με προορισμό την αίθουσα, άνοιγε τις σελίδες με τις σινεκριτικές. Οι στιλοφόροι με το φωτάκι ζύγιζαν τις ερμηνείες, υποδείκνυαν τα κοινωνικά μηνύματα, ανέλυαν το μεγαλείο ή την αστοχία της ταινίας, εντόπιζαν το σαρκασμό, την τέχνη ή την αποτυχία του σκηνοθέτη και μετέφεραν μια συνολική αίσθηση των κινηματογραφικών δρωμένων που υποκαθιστούσε άκρως ικανοποιητικά την γηρασμένη πια διαδικασία της σκοτεινής αίθουσας, ακόμα ακόμα και εκείνου του αχώνευτου downloading.

Δεν περιορίστηκε φυσικά στην έβδομη τέχνη. Έπινε τις μπύρες του «ακούγοντας» τα νέα άλμπουμ με ακουστικά φτιαγμένα από τα reviews του NME και του Rolling Stone – από τη στιγμή που όλοι συμφωνούν ότι τίποτα νέο δε γεννιέται στη μουσική δεν του ήταν δύσκολο να φαντάζεται τον τρόπο που μπλέκονταν οι βάσεις της ποπ μελωδίας με τις εκφάνσεις λυρισμού, τις ερμηνευτικές ιδιαιτερότητες και το τσικ τσικ από την πυξίδα της εμπορικότητας. Τα βράδια κουρασμένος χτυπούσε ένα ελαφρύ κοκτέιλ και βυθιζόταν στον καναπέ και τη βαριά λογοτεχνία επισκεπτόμενος βιβλιόφιλα blog. Σπάζοντας κάθε ρεκόρ ταχυανάγνωσης του πήρε μισή ώρα για να «διαβάσει» τον καινούριο Ροθ και άλλα 45 για να «ξεκοκαλίσει» κάποιο ξεχασμένο τούβλο του Μουρακάμι.

Σταδιακά, τον νέο αυτό τρόπο ζωής της ζωής μέσα από την αναπαράστασή της τον μετέφερε σε κάθε της πεδίο. Καταβρόχθιζε τηλεόραση μόνο μέσα από τα μεσημεριανά, ψήφιζε κάθε 2 χρόνια για να έχει το δικαίωμα να απολαμβάνει την πολιτική ανάλυση των εκλογολόγων, περιφερόταν αμέτοχος στις παρέες και τις δράσεις τους για να βουτάει αργότερα στη πισίνα των social-media, ταξίδευε σε Νέες Υόρκες και Παρίσια ξοδεύοντας όλο κι όλο 24 ευρώ για τους ιλουστρασιόν οδηγούς του National Geographic. Στο τέλος, με απόλυτη φυσικότητα (που κάποιοι λαθεμένα ερμήνευσαν ως απόλυτο θράσος) ζήτησε τη μετάθεσή του από εργάτης βάρδιας (που καταπιάνονταν με χειροπιαστά υφάσματα και μηχανές) σε υπεύθυνο βάρδιας ώστε πλέον να ασχολείται αόριστα με κιλά κερδισμένα και χαμένα εργατολεπτά.

Το βράδυ που το ρομάντσο χτύπησε την πόρτα του το μυαλό του βραχυκύκλωσε. είχε ξεχάσει πώς να κινείται σε πραγματικό χρόνο, εκεί όπου η περίσταση απαιτούσε -πάνω απ’ όλα- αυθορμητισμό, εκείνος έψαχνε ένα χρονικό ανάχωμα για να μπορεί να παρατηρεί προστατευμένος και ήρεμα να αναλύει. Δεν τα παράτησε με την πρώτη δυσκολία. Εκμεταλλευόμενος την απεραντοσύνη της μεγαλούπολης οδήγησε τη σχέση σε μια μακρόθεν ανταλλαγή κάθε είδους μηνυμάτων, ο ίδιος μετατράπηκε σ’ ένα μικρό Συρανό που ζούσε τον έρωτα με τη Ρωξάνη του μέσα από ψηφιακά γράμματα, εκφράσεις και αναστεναγμούς παρά με σαρκικά φιλιά, χαϊδέματα και αγκαλιές. Δεν κράτησε πολύ.

Η απογοήτευσή του ήταν ίσως μια καλή ευκαιρία για να κατευθυνθεί πίσω, στο πρωταρχικό επίπεδο διαβίωσης, εκεί όπου ό,τι μας περιβάλλει γίνεται αισθητό μόνο με τη συμμετοχή και την αλληλεπίδραση. Συνέπεσε, όμως, χρονικά με το Μπούχτισμα Νο2, δεν το είχε προβλέψει αυτό, η fast forward κατανάλωση είχε οδηγήσει σ’ ένα fast forward κορεσμό και δεν είχε άλλη επιλογή από το να απομακρυνθεί ένα επίπεδο μεταπέρα. Στη δουλειά ζήτησε να μπει στο Λογιστήριο, δεν τον ένοιαζαν ούτε τα υφάσματα ούτε τα κιλά τους, τώρα πια σημασία είχε μόνο η αξία, το κέρδος, η χρεοπίστωση. Απολύθηκε. Στο ποδόσφαιρο διάβαζε μόνο για τις Σχολές, στον κινηματογράφο για τα Είδη, στη λογοτεχνία για τα Ρεύματα. Χωρίς επαφή με τον πυρήνα της δημιουργίας κατέληξαν όλα κενά νοήματος. Προχώρησε περισσότερο.

Τώρα πια μιλάει μόνο για Προθέσεις. Η Πρόθεση της εκμετάλλευσης, της επινόησης, της προσφοράς, της βάλτωσης, της ευφορίας. Πώς συμπλέκονται, πώς συγκρούονται, πώς σαν τα υγρά σχηματοποιούνται ανάλογα με το πού διοχετεύονται. Αναρωτιέται ποιο θα είναι το επόμενο στάδιο που θα τον φιλοξενήσει. Είναι σίγουρος ότι υπάρχει. Σαν άλλος κάτοικος της Επιπεδοχώρας που του ΄χει αποκαλυφθεί η αλήθεια της τρίτης διάστασης και ανυπομονεί να γνωρίσει και τις επόμενες. Κάθε φορά όλο και πιο μικρές, όλο και πιο σύντομες, όλο και πιο πιεστικές. Μέχρι τη στιγμή της αναπόδραστης σύνθλιψης, εκεί όπου τα σχήματα, τα επίπεδα, το μηδέν και το άπειρο θα γίνουν όλα μια άμορφη σημειακή μάζα που θα καταπιεί τα θέλω και τα μπορώ του και θα τον παραδώσει για πάντα στο Μεγάλο Μετά-

Advertisements

10 thoughts on “μεταφύγιο

  1. fevgati

    Υπάρχει άραγε Μετα-θέλω?Με γέμισες περιέργεια.
    Ποιος ήταν ο τιτλος εκείνου του ποστ με κλειστό μπουκάλι?Αυτό δεν ήξερα που να το ρωτήσω.

    1. sunCoater Συντάκτης

      Το Μεγάλο Μετά-, ε, ναι, είναι για όλους. Τα προηγούμενα μετά-, δεν ξέρω, εξαρτάται τι τάσεις φυγής έχει ο καθένας. Όσο για την ποιότητα, δύσκολο να πεις αν πρωτεύουσα σημασία έχει το περιβάλλον ή εμείς.

  2. fevgati

    Δεν θα μπορούμε ή και δεν θα θέλουμε να το επιβαρύνουμε?Θα έχει σημασία για μας η ποιότητά του ή ο ρόλος μας δεν θα περιλαμβάνει απολαύσεις?

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s