θέρμανση χωρίς θέρμη

kissingbench

Στη συνέλευση της νεόδμητης πολυκατοικίας για την πολιτική θέρμανσης απρόσμενες διαφορές αναδύθηκαν. Όχι τόσο μεταξύ των ενοίκων, όσο μεταξύ των ζευγαριών.

Ο Harry από τον 3ο όροφο, που ως ο παλαιότερος ιδιοκτήτης είχε αυτοχρισθεί διαχειριστής, ξεκίνησε με μια περιεκτική-σύντομη (όπως νόμιζε εκείνος), βαρετά μακροσκελή (σύμφωνα με όλους τους υπόλοιπους) εισαγωγή σχετικά με τις τρέχουσες τιμές πετρελαίου θέρμανσης, τον ΕΝΦΙΑ, τις προοπτικές εξόδου από το μνημόνιο και το λόγο για τον οποίο αριστεροί και δεξιοί δεν μπορούν να είναι ποτέ φίλοι. Η επίθεση πολυπραγμοσύνης αιφνιδίασε τους πάντες εκτός φυσικά από τη σύζυγό του, τη Sally, μια καμπουριασμένη γυναίκα που θαρρείς και η πλάτη της είχε σα βράχος λαξευτεί από τα ηχητικά κύματα ατερμόνων συζητήσεων επί παντός του επιστητού. Σα σε προμελετημένη good cop/bad cop χορογραφία η Σάλι βρήκε την ευκαιρία να σπάσει τον πάγο ψιθυρίζοντας φωναχτά: «καλέ  μου, αλίμονο, χίλιες δεκαπέντε συζητήσεις μας μετά και τρεις χιλιάδες ώρες φλυαρίας, και ακόμα η καλύτερη ατάκα που έχω να διηγηθώ είναι εκείνη της γυναίκας στο εστιατόριο – θυμάστε;»

Το λόγο πήρε η Rita, πρώην δημοσιογράφος, που παρακάλεσε για τίποτα άλλο από λίγη ευθεία αποφασιστικότητα. «Κοιτάξτε, έχω κάνει την ίδια συζήτηση είκοσι φορές τα τελευταία είκοσι χρόνια, το μόνο που αλλάζει είναι οι αριθμοί, σε κάθε πολυκατοικία υπάρχει ένας καλοπροαίρετος, ένας βολικός, ένας εριστικούλης, ένας τα-φέρνω-βόλτα-δύσκολα, κάποιος ξεβολεύεται, κάποιος αντιδρά, κάποιος παρακαλάει για λίγη ομόνοια (που να ευνοεί το πρόγραμμά του), δε νιώθετε και σεις να ζείτε σ’ ένα ατέλειωτο κύκλο, κάθε Οκτώβρη μαζευόμαστε και ξεστομίζουμε τα ίδια λόγια, τις ίδιες απειλές, τα ίδια κενού νοήματος σχήματα. Επιτέλους, τι θα λέγατε ν’ αφήσουμε στην άκρη τα επιχειρήματα και να συμφωνήσουμε απευθείας σε αυτό που έτσι κι αλλιώς θα συμφωνήσουμε μετά από δυο ώρες διαξιφισμών; καλοριφέρ 3 φορές την ημέρα, πρωί, μεσημέρι, βράδυ από 2 ώρες, ε;» Ο Phil, σύζυγός της, υπομειδίασε. Τι ειρωνεία να μιλάει η Rita για κύκλους ατέλειωτους. Δεν της είχε πει ποτέ ότι ένας μεταφυσικός τέτοιος ήταν ο καμβάς πάνω στον όποιο τον/την είχε αγαπήσει. Μικρή, χαριτωμένη ανίδεη. Όσο για τον εαυτό του, πόσο ανόητος, πόσο αφελής, του είχε πάρει πέντε χρόνια για να καταλάβει ότι ο έρωτας του γι΄αυτήν τον είχε αποσπάσει από την αφόρητη επανάληψη της λευκής 2ας Φεβρουαρίου μόνο και μόνο για να τον ρίξει στην αφόρητη επανάληψη της γκρίζας συζυγικής καθημερινότητας.

Εκείνη τη στιγμή παρενέβη ο Zack, ο γκριζαρισμένος 45άρης του 6ου ορόφου. Μιλούσε με γλώσσα αργή, προσεκτική, αυστηρά τυπική, σαν αυτή που μαθαίνουν οι αξιωματικοί στις ακαδημίες. Ζήτησε τα καλοριφέρ να είναι διαθέσιμα όλο το 24ωρο, απ΄ό,τι μπορούσε να υποθέσει (αμάξια 1600+, φανταχτερά μπαλκόνια, ιδιωτικά σχολεία) οικονομικό πρόβλημα δεν πρέπει να αντιμετώπιζε κανένας. Ο λόγος; Ο γιατρός τού είχε συστήσει θερμό περιβάλλον για τους χρόνιους ρευματισμούς του. «Γλυκιά μου, τι λες;» Η γλυκιά του, η Paula, δεν έλεγε τίποτα, μόνο χαμογελούσε, ήταν ένα ασφαλές αντίδοτο ενάντια στην ενδοοικογενειακή βία που έσκαγε πάνω της όποτε εκείνη τολμούσε να εκφράσει διαφορετική γνώμη, οι χρόνιοι ρευματισμοί, γέλασε, γιατί δε τους λες καλύτερα για τη στομάχα, τις μπούτες και το λίπος που καλλιέργησες από τότε που προσγειώθηκες στα γραφεία, γιατί δε τους λες για το μόνιμο λουμπάγκο που απέκτησες όταν προσπάθησες πεισματικά να με ξανασηκώσεις ψηλά στην 20 επέτειό μας. «Ναι, γλυκέ μου».

Με τη σειρά, όλα τα ζευγάρια παρέθεσαν τις απόψεις τους. Περίεργο, ίδια εικόνα παντού, ένας/μία σύνευνος στο σταθερό ρόλο του συζυγικού αντιπροσώπου («let-me-do-all-the-talking»). και το έτερο σκέλος (κι όχι ήμισυ πια) λίγο πιο πίσω, στα σκοτεινά, να παραμερίζει με τη στάση του μια αόρατη κουρτίνα και να προτρέπει: «αυτοί είμαστε, δείτε μας».

Η πανέμορφη Arwen με τις οικολογικές καταβολές προέτρεπε στο ξήλωμα των ενεργοβόρων κλιματιστικών και των ρυπογόνων λεβήτων («υπάρχουν εναλλακτικές!»), τη στιγμή που η καταφαγωμένη από το ρούμι σκιά του Aragorn ξάπλωνε παραιτημένη στα πρώτα σκαλιά της σκάλας – είναι δύσκολο να βρεις νέο νόημα στη ζωή όταν πια έχεις ξεκοιλιάσει όλα τα τρολ της Μέσης Γης… και συνάμα να βυθίζεσαι ολοένα και βαθύτερα στα μπουντρούμια της μελαγχολίας και του αυτοοικτιρμού με κάθε νέα ρυτίδα που βλέπεις να χαρακώνει ανεπανόρθωτα το για αιώνες αψεγάδιαστο πρόσωπο της συντρόφου σου.

Ο Victor, το γεροντάκι του 3ου, αφού σημείωσε ότι όταν έχεις ζήσει κυνηγημένος για 3 μήνες στα παγωμένα βουνά όλη αυτή η συζήτηση σου φαίνεται άνευ σημασίας («τι θα λέγατε να μην τα ανάψουμε καθόλου, η σύνταξή μου κάθε μήνα όλο και πετσοκόβεται»), ευχήθηκε την ίδια πυγμή να επιδείκνυαν οι παρευρισκόμενοι και σε σπουδαιότερα ζητήματα, ας πούμε σε κάποιον πόλεμο – η απότομη κλιμάκωση των μεγεθών προκάλεσε σαστιμάρα. Η Ilsa τον κοιτούσε με κατανόηση, το δικό του ιδανικό ήταν ο αγώνας, το δικό της η ακεραιότητα, δεν είχε περάσει μέρα που να μην επαναλάβει τα τελευταία λόγια εκείνου («maybe not today, maybe not tomorrow, but soon and for the rest of your life»), ω, 40 χρόνια τώρα, πότε επιτέλους θα την επισκεπτεί το αναθεματισμένο αυτό soon;

Ο Nino δε μιλούσε – μόνο σιωπηρά παρατηρούσε. Τι αναπάντεχο σχολείο, να ΄χει μπροστά του ζωντανά όλα τα στάδια αποδόμησης μιας σχέσης, εκείνοι οι δυο δε θα έκαναν τα ίδια λάθη, ο έρωτάς τους θα ζούσε για πάντα, θα ζούσε μέχρι οι αριστεροί και οι δεξιοί να γίνουν φίλοι, μέχρι να βαρεθούν να συγκεντρώνονται κάθε Οκτώβρη, μέχρι οι άντρες να σταματήσουν να χτυπάνε τις γυναίκες, μέχρι να τελειώσουν όλα τα αποθέματα πετρελαίου της Γης, μέχρι κάποιος πόλεμος με τα μεταμοντέρνα τρολ εξαφανίσει τη μικρή «μπλε κουκκίδα». Κι είχε ασφαλή ασπίδα στις επιθέσεις της ανίας και της επανάληψης και της ασυμφωνίας. Ήταν η μοναδική διαφορετικότητα της πολύτιμής του Amelie, η αγνή της ματιά, το πέλαγος καλών προθέσεών της, ήταν η μαγεία της που μεταμόρφωνε σε φανταστικό έναν κατά καιρούς άχρωμο κόσμο.

…Η μαγεία; Ξανακοίταξε ένα ένα τα ζευγάρια που στριμώχνονταν στην είσοδο της πολυκατοικίας. Άραγε, για μαγεία δε θα μιλούσαν και αυτοί τη νύχτα μηδέν του έρωτά τους; Για ομορφιές, για μοναδικότητες, για αιωνιότητες; Διάολε, μήπως ήταν αυτός που παραπλανιόταν; Είναι τόσο γλυκόπιοτο, λοιπόν, το νάμα της πρώτης αγάπης που όλους και κάθε φορά μας τυφλώνει;

Δεν ξέρω. Αλλά τη φθορά πρέπει και θα την πολεμήσω. Κι είναι αυτή η διπλή κουβέρτα και η σφιχτή μας αγκαλιά το πιο σπουδαίο όπλο.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s