κυνηγώντας τη δραπετσώνα μου

Πρωί πρωί μαζευτήκαμε στα γραφεία. Είχαμε να ετοιμαστούμε για την πορεία. Ένιωσα μια ξαφνική αδιαθεσία. Η μυρωδιά από τα σπρέι μού ανακάτεψε τα σωθικά. Τα στειλιάρια των πανό ερέθισαν το δέρμα μου. Οι ασύμμετρες γραμματοσειρές των φυλλαδίων πλήγωσαν τα μάτια μου. Μια καρμίνα μπουράνα από τα πίσω ηχεία έξυσε άγαρμπα τα αυτιά μου. Ζαλίστηκα. Παραπάτησα. Έτρεξα στο κυλικείο για ένα πρόχειρο τοστ. Πριν καν κατεβάσω την πρώτη μπουκιά ξέρασα πάνω στο ντοσιέ με το μοναδικό αντίτυπο με τη σειρά των συνθημάτων. Άξαφνα, λες κι ήμουν το κέντρο του δωματίου – απόλυτη σιγή κι όλα τα βλέμματα καρφωμένα πάνω μου. Τι σου συμβαίνει;

90 λεπτά αργότερα κείτομαι αποσβολωμένος στην καρέκλα του dr. strangefight. Κάποιος σας δηλητηρίασε. Φανείτε ψύχραιμος. Πολύ φοβάμαι ότι σας απομένουν 24 ώρες ακόμα αγωνιστικής διάθεσης. Και μετά; Μετά…

Δεν πίστεψα στα λόγια του. Τον σκούντησα, βρόντηξα την πόρτα πίσω μου χωρίς να πληρώσω και κατέβηκα σχεδόν κουτρουβαλώντας, τρία-τρία, τα σκαλιά. Τρία-τρία; Γιατί όχι πέντε-πέντε-δέκα; ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΧΕ ΔΙΚΙΟ Ο ΑΣΧΕΤΟΣ, Ο ΗΛΙΘΙΟΣ! Βγήκα με ορμή στον καθαρό αέρα καθώς ένα λεωφορείο διοχέτευε όλα τα αηδιαστικά -πιστοποιημένα από 2 κρατικά κι ένα ιδιωτικό ΚΤΕΟ- καυσαέριά του στον οισοφάγο μου. Δεν έτρεξα να του χτυπήσω το τζάμι. Δεν έβρισα. Δεν καταράστηκα. Πνίγηκα. Χάθηκα. Ήμουν μόνος. Εγώ και η βρομιά μου. Πού ήταν η μαχητικότητά μου; Άρχισα να τρέχω σαν τρελός. Θα τον έβρισκα τον κανάγια. Θα τον έβρισκα. Ακόμα κι αν ήταν ο τελευταίος αγώνας της ζωής μου.

Στο αμφιθέατρο του Βιολογικού το μεσημέρι είχε ιδεολογικό στίβο μάχης. Σκέφτηκα ότι μια γερή δόση ινστρουχτουρισμού ίσως και να αδρανοποιούσε το δηλητήριο. Ήταν αραδιασμένες εκεί καμιά δεκαριά πλάνες του μικροαστικού εφησυχασμού και εμείς έπρεπε να τις ξεπεράσουμε με σαφή ιδεολογικά τοποθετήματα. Ένας βαρύς «δεν-ενοχλώ-κανέναν» βούρκος, ένας κακοτράχαλος «είμαι-στη-φιλόπτωχο» τοίχος αναρρίχησης, ένα αγκαθωτό «να-ταξιδεύουμε-όλοι-πρώτη-θέση» συρματόπλεγμα. Τα γόνατά μου είχαν κοπεί πριν καν ξεκινήσω. Δεν άρθρωσα κουβέντα – σωριάστηκα κάτω στο πρώτο κιόλας εμπόδιο, ένα χαμηλό «πολέμησα-κι-εγώ-στα-νιάτα-μου» τσιτάτο, οι υπόλοιποι σύντροφοι καταπάτησαν εμπόδιο και μένα με χαρακτηριστική ευκολία. Είσαι άρρωστος;

Η δοκιμασία μου στον στίβο μάχης είχε τα αντίθετα αποτελέσματα. Αντί να με αναθαρρύνει με απογοήτευσε και επιτάχυνε τη δράση του δηλητηρίου. Συνειδητοποίησα ότι είχα περιπέσει σε μια λούπα αυτογκρεμίσματος. Προσπαθούσα να κρατηθώ από κάτι, όσο δεν τα κατάφερνα βούλιαζα περισσότερο στην κινούμενη άμμο της αποχαύνωσης. Το απόγευμα κατέβηκα στην πορεία τυλιγμένος σε μια ζελατίνα αδιάφορης θεώρησης. Στάθηκα πίσω πίσω, όπως στις παρελάσεις στο δημοτικό, ζουμπάς τόσο σε ιδεολογικό όσο και σε σωματικό ανάστημα. Χάζεψα καλσόν και γυμνά πόδια, αφιέρωσα λίγο χρόνο εντρύφησης σε χτενίσματα γενιών, χτύπησα ένα βρόμικο απ΄την καντίνα στη γωνία «νόμος-είναι» και «κάτω-τα-χέρια», σκαρφίστηκα με το μυαλό μου σχέδια παρατηρώντας τα συννεφάκια απ’ τα δακρυγόνα στην ατμόσφαιρα. Δε σήκωσα το χέρι, δεν ένωσα τη φωνή μου, δε τέντωσα τις φλέβες. Εν ολίγοις, εγώ ήμουν ο τουρίστας και η πορεία ήταν το sight-seeing μου. Έστριψα σ’ ένα στενό. Απομακρύνθηκα. Δεν είχε νόημα ο τουρισμός – πάντοτε έβγαζα χάλια φωτογραφίες.

Ξαφνικά, μια αναλαμπή. Χθες το βράδυ. Ναι. Είχαμε πάει με μερικά παιδιά για ένα γρήγορο ποτάκι (που κράτησε 3 ώρες) στο BigInZaman. Ήταν κι ένας φλώρος εκεί, της Νομικής, πουκάμισο, iphone, καρό παντελόνι, μπριγιαντίνη στα μαλλιά, σοφιστικέ γυαλιά, κρατούσε από τη μέση μια λυγερόκορμη του 2ου έτους, μιλούσε κι αυτός για αγώνες, τον έβλεπα κι έλεγα, πώς μας έχει κουρσέψει αυτός ο τύπος, απ’ τη μια βρωμάει κομφορμισμό κι απ’ την άλλη κουβαλάει όλα τα χαϊμαλιά της ιδεολογίας μας, σα λάφυρα, σαν αξεσουάρ, σα μυστικές χρήσεις του σουγιά του που θα του ανοίξουν κλειστές πόρτες, πώς θα ‘ταν να ‘μαι σαν κι αυτόν… Όπα, νάτο το δηλητήριο, αυτό ήταν, η μίμηση, η ευκολία, ο καιροσκοπισμός, η άνετη ζωή. Κάτι είχε πει για μια συναυλία το βράδυ.

Ήμουν εκεί. Σκάναρα τις κερκίδες μήπως και τον βρω. Μου χρωστούσε μια απάντηση. Μια διέξοδο. Αν του μιλούσα και τον ξεσκέπαζα ως τελείως κυνικό κι εμετικό, είχα μια ελπίδα να αντιστρέψω το ποτάμι της καταστροφής μου. Πουθενά. Άφαντος ο τύπος. Στο μεταξύ, τα αγωνιστικά τραγούδια είχαν ξεκινήσει. Τι παλμός. Τι πνοή. Τι χειροκρότημα. Κοίταξα ένα γύρω μου. Ακούρευτα φοιτητάρια. Κουστουμαρισμένοι μεσήλικες. Πεπαιδευμένα νιάνιαρα. Οι εμποροβιοτέχνες. Οι μαγαζάτορες. Οι πανεπιστημιακοί. Όλοι εκεί. Όλοι να τραγουδάνε. Μια ανθρώπινη τούρτα φτιαγμένη από τα αντιθετότερα των υλικών. Πρέπει να μας αρέσει; Αηδία. Ο παλμός δυνάμωνε. Το ανακάτωμά μου επίσης. Κάπου προς το τέλος σηκώθηκαν όλοι όρθιοι για να τραγουδήσουν το άσμα. Χίλιες παράφωνες βελόνες με τριβέλισαν. Οι νόμοι της φυσικής κατέρρεαν. Ζούσα τον εφιάλτη μου. «Πάρ’ το γεράνι μας» από το φαλακρό γείτονα και τη βυζαρού γειτόνισσα που γουστάρουν τις σφαλιάρες, μπαίνουν ανάποδα στον μονόδρομο, πετάνε τα σκουπίδια έξω από τον κάδο, διώχνουν τους κνίτες και τον ριζοσπάστη τους, φωνάζουν στα πεθερικά τους, απαγορεύουν τα παιδιά τους από τις αποχές (και ο πρώτος έχει κάμπριο και η δεύτερη δε μου κάθεται).

Καθώς ο τρίτος τέταρτος εμετός της ημέρας ήταν προ των πυλών έτρεξα στις τουαλέτες. Ήταν εκεί. Ο δολοφόνος μου. Χαμουρευόταν με μια τριαντάρα καλοντυμένη. Τους διέκοψα, εκείνη ίσιαξε το κραγιόν της κι έφυγε, εκείνος ίσιαξε τη χωρίστρα του κι έμεινε. Μίλησα στην αντανάκλασή του στον καθρέπτη. Της εξήγησα. Της επιτέθηκα. Δώσε μου το αντίδοτο, καταραμένη! Και η αντανάκλαση μού αντιγύρισε: Νομίζεις ότι ΕΓΩ σε δηλητηρίασα; ΕΓΩ σου κατέστρεψα τον κόσμο; Για σκέψου. Είμασταν δέκα νοματαίοι χθες. Όλους σας πότισα. Και πόσοι αρρωστήσαν; ΜΟΝΟ ΕΣΥ. Αγαπητέ, η μπριγιαντίνη μου δεν ήταν το κάλιονάτριο, αλλά ο καταλύτης, η ουσία εκείνη που αν και δε μετέχει στη χημική αντίδραση είναι εκεί για να τη διευκολύνει. Όλη η αρρώστια κρυβόταν μέσα σου, έψαχνες τον τρόπο για να δραπετεύσεις από την αγωνιστική περίφραξη, εγώ μόνο σου άνοιξα μια μικρή πορτούλα κι εσύ σαν άμαθο κοριτσόπουλο έτρεξες να βγεις έξω από το παρθεναγωγείο. Αλλά εκεί έξω δεν υπάρχουν πρίγκιπες και αγνά ιδανικά, μόνο δράκοι και στυγνά συμφέροντα. Έτσι ήταν και έτσι θα είναι. Σε κατέστρεψα εγώ, λοιπόν; ΟΧΙ! (και γυρνώντας πλέον κατά πρόσωπο) Αν το απόλαυσα, όμως; Σίγουρα, ΝΑΙ!

lastfight

Τώρα είναι βράδυ και περπατώ μονάχος μου στη γειτονιά μου. Καταδικασμένος. Οι τελευταίες ικμάδες αγωνιστικότητας εγκαταλείπουν το σώμα μου. Με τρομερό κόπο σηκώνω τους υαλοκαθαριστήρες από τα αυτοκίνητα που είναι παρκαρισμένα σε πεζοδρόμια και ράμπες. Με κοκαλωμένα χέρια βάζω αυτοκόλλητα στα μαγαζιά που τα καφάσια τους πιάνουν τον ποδηλατόδρομο. Ξέρω ότι η νύχτα αυτή θα είναι η νύχτα της μεγάλης αλλαγής μου. Αύριο το πρωί θα ξυπνήσω άλλος άνθρωπος. Στεγνός. Χωρίς μεγάλα οράματα. Επίπεδος. Κενός.

Ελπίζω να μου αρέσει.

Advertisements

One thought on “κυνηγώντας τη δραπετσώνα μου

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s