αθέατος

Έχει πιει αρκετό κρασί. Εννοείται εν ώρα υπηρεσίας. Χαμογελάει. Θυμάται ότι στα αστυνομικά σίριαλ των νιάτων του ακουγόταν πάντοτε  η φράση «ποτέ εν ώρα υπηρεσίας, κυρία μου», λες και κάποιος είχε κατοχυρώσει την πατέντα και εισέπραττε για τα πνευματικά δικαιώματα. Τώρα μάλλον έχει περιπέσει σε δυσμένεια και οδεύει προς εξαφάνιση. Η φράση. Και αυτός. Το κρασί. Η ζαλάδα. Ένα βολικό δοχείο όπου διοχετεύει την αγωνία του για μια παράξενη κατάσταση την οποία βιώνει: γερνάει. Και το νιώθει στα γόνατα και το πετσί του σε κάθε σπάνιο, δύσκολο και πικρό σκαλί που ραθύμως δρασκελίζει.

Παλαιότερα η εναλλακτική του ανελκυστήρα δεν υπήρχε για κείνον. Για το μυαλό του Ισόγειο και 3ος όροφος ήταν δυο άκρα με μία και μόνη διαδρομή δίχως εφεδρεία (ευτυχώς που τα σκαλιά δε χαλούσαν συχνά). Χάζευε τα εφηβικά LFE στους διαδρόμους, μετρούσε τη βρωμιά στα αιωνίως άπλυτα παράθυρα, γλεντούσε τα εξτρά σκαλιά των αδήλωτων ημιορόφων. Αργότερα αντιλήφθηκε ότι ενίοτε και τα ασανσέρ εξυπηρετούν αποτελεσματικά κάποιες ανάγκες, ειδικά αν κουβαλάς ολόκληρο το 5ο διάδρομο του σούπερ μάρκετ. Ευτυχώς, η –ακόμα ακμαία τότε- ηθική του τον συγκρατούσε απ’ το να βουλιάζει στο βούρκο της ευκολίας. Τελευταία, όμως, ένιωθε ότι οι αντιστάσεις του είχαν χαλαρώσει σε ανησυχητικό βαθμό, στον πίνακα δρομολόγησης του, λοιπόν, υπήρχαν επί μονίμου δύο διαδρομές, αλλά για ιστορικούς κυρίως λόγους προτιμούσε την κοπιώδη πεπατημένη (αν και με τη γλώσσα πλέον προεξέχουσα).

Και ξαφνικά, μια άκρως συνηθισμένη μέρα, χωρίς πόνους, χωρίς ξενύχτι, χωρίς έγνοιες και περισπασμούς, μπαίνει στη δουλειά και αντί να αρχίσει να ανηφορίζει χαϊδεύοντας την κουπαστή, χώνεται στην αυτόματη δίφυλλη πόρτα, κοιτάει τον καθρέπτη και πατάει το κουμπί με το 1(!!;;). Ξυπνάει από τον συνειδησιακό λήθαργο ακούγοντας την αναγγελία άφιξης στον όροφο προορισμού, συνέρχεται, απορεί, αποστασιοποιείται από τη φυσική του παρουσία, αντιλαμβάνεται την κατάσταση και, ως άλλος Ντόριαν Γκρέι, νιώθει σαν ένας άδειος κουβάς που κάποιος μ’ ένα χωνί τον γεμίζει μονομιάς με τη συσσωρευμένη κούραση 30 ετών. Είναι έτοιμος να καταρρεύσει. Αναρωτιέται, όμως, αναρωτιέται, γιατί οι τύψεις του να μην είναι τόσο φθοροποιές. Και τότε, τότε ακούει τον πανικό να καταφθάνει καλπάζοντας πάνω σε γηραλέα άλογα.

Δεν αισθάνεται καλά. Τον περιτριγυρίζει γρίπη και τον έχει τσακίσει. Όχι τόσο σωματικά, όσο ψυχολογικά. Που φοιτητής αρκούσαν 3 πορτοκάλια την ημέρα κι ένα βροχόφιλο μπουφάν και ποτέ το θερμόμετρό του δεν έζησε τη χαρά του 38+2. Και τώρα, πίνει μισό στρέμμα πορτοκάλια την εβδομάδα, κουκουλώνεται σαν Εσκιμώος, αμπαρώνει πόρτες, πατζούρια, παράθυρα, αλλά εις μάτην, τον εαυτό του κοροϊδεύει. Γιατί το ξέρει ότι θα νοσήσει. Και θα γίνει δύστροπος, στραβός κι ανάποδος (περισσότερο απ’ ό,τι συνήθως). Θα του φέρουν κι ένα θερμόμετρο απ’ τα σύγχρονα, του μισού λεπτού. Κι ό,τι θα δείχνει θα είναι λάθος 100%. Ευτυχώς έχει αναπτύξει το δικό μου σύστημα μέτρησης:
είναι ιδέα μου ή τα μάτια μου γυαλίζουν; = 37+02
χμ, λειτουργώ σε αργή κίνηση = 37+09
να πάρει, σε μένα έπρεπε να τύχει, Χριστουγεννιάτικα; = 38+06
κανάγιες, απαράδεκτοι, αυλοκόλακες, χαμαιτυπεία = 39+02
πολλλλλή ζέστη = 39+06
σας αγαπώ όλους = 40+

Χα, η ηλικία του κατανικάει και τον πιο υψηλό πυρετό. Όταν μαζεύονται οι φίλοι διηγούνται τις περιπετειώδεις ιστορίες τους που η νεότερη αν πήγαινε σχολείο θα ‘ταν στο Γυμνάσιο. Τι συμβαίνει; Γιατί σταμάτησε να παράγει αφηγήματα; Η ζωή είναι πλέον αυτό που συμβαίνει κι όχι αυτό που του συμβαίνει. Αναρωτιέται για το αποτύπωμά του. Νιώθει αθέατος, κανείς ποτέ δεν τον πρόσεξε, κανέναν δεν εντυπωσίασε, σε κανέναν δε θα μείνει αξέχαστος. Αόρατος, εντάξει, παρακαλάει τότε να ‘ναι τα επόμενα χρόνια του στρωμένα με μια χνουδωτή, αφράτη στρώση χιονιού, ίσως η ήρεμη περπατησιά του αφήσει κάποιο ίχνος ενδιαφέροντος για μία έστω κοσμική νύχτα. Πριν το νέο χιόνι της επόμενης γενιάς καλύψει τα σημάδια του.

fits

Η νέα γενιά. Τώρα το βλέπει. Πόσο βολική δικαιολογία. Δουλειά του τώρα είναι να παράγει αφηγήματα για τα παιδιά του. Μικρές καθημερινές ανοησίες που θα αποτυπωθούν αχνά στο αδύναμο προσχολικό μνημονικό. Οι διάδρομοι και οι γωνίες του σπιτιού που νοίκιαζαν. Η ταβέρνα με το χαλίκι και τις πατάτες πέρα από τις σιδηροδρομικές ράγες. Η μαμά να τραγουδάει ένα νανούρισμα δίπλα στο δέντρο. Ο μπαμπάς να σουτάρει μια μπάλα την πρωτομαγιά. Πόσο γλυκά. Πόσο ασήμαντα. Πόσο στερεά.

Advertisements

3 thoughts on “αθέατος

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s