Category Archives: Ανθρωγραφίες

ο άνθρωπος που έβλεπε τα γλέντια να περνούν

Το ρεβεγιόν της Πρωτοχρονιάς του προκαλούσε απέραντη θλίψη με το ξεθώριασμα του παλιού και τις κανιβαλιστικές τάσεις του καινούριου. Οι Απόκριες ένα απειλητικό πανηγύρι του ψεύδους και του τρόμου. Η Καθαρή Δευτέρα και η Πρωτομαγιά, σημαδεμένες από τον ελαφρολαϊκό τόνο των τραγουδιών των εαρινών εθνικών μας αργιών, βασανιστικές ασκήσεις εξωτερίκευσης. Το Πάσχα, ένας αποτυχημένος διαγωνισμός εμετικής κρεατοφαγίας και οινοποσίας. Η αποφοίτηση, ένα με το στανιό ξέδομα για την υποτιθέμενη απαλλαγή από τον εκπαιδευτικό βραχνά. Τα beach party, ολοκληρωτικές επιθέσεις στις αισθήσεις («είναι η αγάπη μας απλά μια σημαδούρα στα ανοιχτά») και τα αισθήματα («γιατί τον φλερτάρει; μπροστά μου; δεν υπάρχω»). Οι συναυλίες, ένα ετερόκλητο πλήθος μουσικά αδαών που διψάνε για σωματική κίνηση και συνωστισμό χωρίς ούτε ένα λυγμό στους στίχους που ίσως και να λένε κάτι. Οι ρεμπέτικες βραδιές, ταξίδια σε μια ξένη, αφιλόξενη χώρα με υπόκρουση ένα μονότονο, προγονολατρικό ταξίμι. Επέτειοι, γενέθλια, μαζώξεις, πιεστικές, θλιβερές υπενθυμίσεις ότι η καρδιά δε θα στέλνει για πάντα αίμα στον εγκέφαλο.

partyTrain3

Στην αποβάθρα. Κάθεται παγωμένος σε μια απλή, ψάθινη καρέκλα – σε σχέση με την καθηλωτική ακαμψία του μια μαριονέτα φαντάζει πρωταθλήτρια ρυθμικής γυμναστικής. Μπροστά στα μάτια του περνάει ένα ατέλειωτο τρένο, κάθε βαγόνι και μια γιορτή με το δικό της κλίμα, τους δικούς της κανόνες, τα εδέσματα, τα ποτά, τα τραγούδια, το πρωτόκολλο. Όσο ξέφρενο είναι το γλέντι μέσα σε κάθε βαγόνι, τόσο αργή απ’ την άλλη μεριά είναι η τροχοδρόμηση του τρένου, θα μπορούσε αν ήθελε να πηδήξει πάνω του, δεν είναι δύσκολο, μια μικρή αρχική προσπάθεια με αντάλλαγμα ώρες ευφρόσυνης διασκέδασης, φτάνει μόνο να κάνει το πρώτο βήμα. Δεν το κάνει ποτέ.

***

Ξέρεις ότι θα κάποτε θα είσαι πολύ γέρος για να μπορέσεις να πηδήξεις στο τρένο; Ίσως έχεις πείσει τον εαυτό σου ότι δε σε ενδιαφέρει, δε σου ταιριάζει. Αλλά τι θα λες μετά από 30 χρόνια, τότε θα φυλλομετρήσεις όλα σου τα άλμπουμ και θα ΄ναι λευκά, με σκόρπιες μόνο μερικές κακοφτιαγμένες, μοναχικές πόζες διαβατηρίου, δε θα αναρωτηθείς τότε γιατί σπατάλησες τις γιορτές σου σε μια καρέκλα; Μήπως ακόμα διατηρείς παράλογα και πεισματικά την εκδοχή του διαφορετικού, ελπίζεις να ανακαλυφθεί ένα είδος γλεντιού που θα ΄ναι λες και φτιαγμένο για την ιδιοσυγκρασία σου, θα σε παρασύρει στη δίνη του και κει θα ξεφρενιάσεις με όλο σου το είναι, απελευθερώνοντας όλη τη συσσωρευμένη ενέργεια που τα αυστηρά σου κριτήρια κρατούν εγκλωβισμένη στα κύτταρά σου.

Όχι. Δεν είναι θέμα κριτηρίων. Παρά μόνο θέμα προοπτικής. Κοίτα, αν ξεζουμάρεις την εικόνα, θα δεις ότι πίσω και πλάι τρέχουν κι ένα σωρό άλλα τρένα, το τρένο της δημιουργίας, της κοινωνικότητας, της προσφοράς, της άσκησης, της καλλιτεχνίας. Εξακολουθώ να μην ανεβαίνω. Πήγαινε κι άλλο πίσω. Δες την ακόμα μεγαλύτερη εικόνα. Όλοι μαζί τελικά βρισκομόστε σ’ ένα τεράστιο βαγόνι που φέρνει ασύλληπτες στροφές και το λένε ζωή. Δε χρειάζεται, λοιπόν, εγώ να κινούμαι. Κινείται η ζωή για μένα. Ακατάπαυστα και ιλιγγιωδώς. Και γω απολαμβάνω το ταξίδι. Η ματιά μου κολλημένη στο παράθυρο. Γεμίζω εικόνες. Χορταίνω εναλλαγές. Είμαι ικανοποιημένος.

***

Τώρα περνάει ένα βαγόνι μπροστά του με μια κοπέλα μόνη να κάθεται. Μαλλιά κόκκινα, καμπύλες γεμάτες, αποπνέει χάρη και ηρεμία, σερβίρει στον εαυτό της ένα ζεστό ρόφημα και κάθεται να διαβάσει ένα βιβλίο. Η κοπέλα χαμογελάει. Κι είναι ένα χαμόγελο ήπιο, αθώο, ελαφρύ, αλλά τι αλλόκοτο, νιώθει πως αν το βάλει σ’ ένα ζυγό θα υπερνικήσει όλα τα εκκωφαντικά χάχανα των υπόλοιπων βαγονιών. Μα τι σόι γλέντι είναι αυτό; Κάποιος προφανώς έχει γράψει λάθος τη διαδικασία. Είναι περίεργος. Απαιτείται κάποια διόρθωση. Λίγη δυνατή μουσική. Κάποια έντονα φώτα. Και κυρίως μπόλικη βαβούρα και μπόλικη αταξία. Τότε η κοπέλα σηκώνει το βιβλίο και στο εξώφυλλό του διαγράφεται ένα μωράκι. Ααα, εντάξει, νάτη και η αταξία. Κι είναι μια αταξία που ξαφνικά μεταφέρεται στο μέσα του. Τα σωθικά του ανακατεύονται, το μυαλό του γρηγορεί, η καρδιά του ακούγεται. Αηδίες.

Το βαγόνι αρχίζει να ξεφεύγει από τη ματιά του. Η αταξία θεριεύει. Και μετατρέπεται σε μια δίνη που τον ρουφάει και θέλει να τον καταπιεί. Θέλει να της ξεφύγει. Πρέπει να κινηθεί. Προσπαθεί. Κοιτάει μακριά. Το βαγόνι, σα πουλί στον ορίζοντα ίσα που διακρίνεται.

αθέατος

Έχει πιει αρκετό κρασί. Εννοείται εν ώρα υπηρεσίας. Χαμογελάει. Θυμάται ότι στα αστυνομικά σίριαλ των νιάτων του ακουγόταν πάντοτε  η φράση «ποτέ εν ώρα υπηρεσίας, κυρία μου», λες και κάποιος είχε κατοχυρώσει την πατέντα και εισέπραττε για τα πνευματικά δικαιώματα. Τώρα μάλλον έχει περιπέσει σε δυσμένεια και οδεύει προς εξαφάνιση. Η φράση. Και αυτός. Το κρασί. Η ζαλάδα. Ένα βολικό δοχείο όπου διοχετεύει την αγωνία του για μια παράξενη κατάσταση την οποία βιώνει: γερνάει. Και το νιώθει στα γόνατα και το πετσί του σε κάθε σπάνιο, δύσκολο και πικρό σκαλί που ραθύμως δρασκελίζει.

Τα κλικαμοστάσια ως ληξιαρχικές πράξεις

εκτός πιεστηρίου

Η 31η Δεκεμβρίου του ήταν φορτωμένη πέρα από τις συνήθεις συνήθειες (κάλαντα, γιορτινές ετοιμασίες) και με μια ακόμη. Θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει αγαπημένη, αν δεν υπήρχε ο κίνδυνος να θεωρηθεί ότι απολάμβανε αυτό που έκανε. Θα μπορούσε να την πει ευλαβική, αν αυτό δεν της προσέδιδε μια θρησκευτική χροιά που ήταν τελείως άστοχη – το σημείο που τον ενδιέφερε ήταν ακριβώς το σημείο όπου όλες οι θρησκείες παύουν να ισχύουν. Θα μπορούσε να την πει απαρέγκλιτη, θα ‘ταν κομματάκι ειρωνικό, όμως, συχνότητα μια-φορά-το-χρόνο δεν ήταν δα και τόσο δύσκολο να ακολουθηθεί. Όπως και να ΄χει, ήταν μια συνήθεια που εξυπηρετούσε την ικανοποίηση μιας απαιτητικής όσο και αλλόκοτης ανάγκης του, ειδικά από τότε που είχε ξεκινήσει τα συχνά εκτός έδρας ταξίδια του σε νησιά, όπου δεν ήταν σπάνιο το φαινόμενο να χάνει λόγω κακοκαιρίας τον απογευματινό τύπο.

κομματάκι καθυστερημένο

η διαρρήκτρια με το τετράστιχο

Στο εορταστικό θεατρικό του σχολείου σε κάποια στιγμή ακούγεται το Money των Pink Floyd καθώς ένα τσούρμο λιλιπούτειοι εισοδηματίες εισέρχονται στη σκηνή. Το ακούω και δε νιώθω το παραμικρό, μήτε έκπληξη (όπως πέρσι) μήτε αδιαφορία μήτε ευχαρίστηση μήτε ανία. Τα τραγούδια αυτών των τύπων έχουν γίνει πια με την τόση ιστορία και τις τόσες ακροάσεις κάτι σα κομμάτι του DNA μας, το να ακούω τις νότες τους είναι σα να κοιτώ το χέρι μου, το δέρμα μου, είναι εκεί, θα ΄ναι πάντα, ούτε όμορφο ούτε άσχημο ούτε ιδιαίτερο, τις γνωρίζω καλά τις πτυχώσεις του, έχει κάποια χρηστική αξία, αναμφισβήτητα, αλλά δεν είναι πια μια αξία χρηματιστηριακή, που ανεβοκατεβαίνει η τιμή και η αποδοχή της ανάλογα με την εποχή, είναι πιο πολύ η αξία της «δεμένης συστοιχίας», ανήκει σε όσα υπάρχουν μεν παράλληλα με μας, αλλά η σημασία που τους δίνουμε είναι η σημασία ενός κοιμώμενου, λευκού γατιού μέσα σε μια χιονισμένη, λευκή αυλή, σαν τη μηχανική αναπνοή μας ένα πράμα που διαταράσσεται μόνο από την αιθαλομίχλη των τζακιών ή σαν μια αγάπη που τη θεωρούμε δεδομένη, στέκεται δίπλα μας και το μόνο που ζητάει από εμάς είναι μια ζεστή αγκαλιά, πόσο ανόητοι είμαστε που ξεχνάμε να την προσφέρουμε.

dsotct

Στο θεατρικό πολλοί ρόλοι εναλλάσσονται και η δασκάλα είναι υπεύθυνη να προτείνει το μικρόφωνο σε όποιον είναι η σειρά του να απαγγείλει το τετράστιχό του. Κι είναι ένα παιδάκι που η δασκάλα ζαλισμένη από τα πέρα δώθε ξεχνάει να του δώσει το μικρόφωνο, και καταλήγει εκείνο να μην πει το τετράστιχό του, αυτό που 2 εβδομάδες το επαναλάμβανε μετά μανίας στο σπίτι, και οι γονείς του το πίεζαν για «δυνατά και καθαρά», σα να κρέμονταν όλα τα Χριστούγεννα από τη δική του απαγγελία, ΠΟΣΟ ΑΝΟΗΤΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ, να οδηγούμε τα παιδιά μας στο δρόμο που άλλοι εκατό χιλιάδες πριν έχουν πατήσει, τι να νιώθει το παιδάκι, το παρατηρώ, καμία αντίδραση, δεν επαναστατεί, δε λουφάζει, μένει πιστό στον υπόλοιπο κινησιολογικό του ρόλο, να ΄χα ένα ζευγάρι κιάλια να δω τα μάτια του από κοντά και την ψυχή του από μέσα, απορεί, δακρύζει, απογοητεύεται;, γαμώτο, δεν ξέρω πώς να τη χειριστώ αυτή την κατάσταση, δεν ξέρω πώς να χειριστώ καμία κατάσταση, η ζωή είναι ένα δώρο που ποτέ δεν ξέρεις τι έχει μέσα, το μόνο που σκέφτομαι είναι να γράψω ένα αστυνομικό:

Η διάσημη διαρρήκτρια (με προτίμηση σε μουσεία και έργα τέχνης) σε κάθε της ληστεία αφήνει πίσω της για υπογραφή μια κάρτα με τυπωμένο ένα παιδικό τετράστιχο, πονοκεφαλιάζει την αστυνομία, τι να σημαίνει, πώς τα καταφέρνει, και γιατί χτυπάει πάντοτε Χριστούγεννα, κάποτε θα υποπέσει στο μοιραίο σφάλμα, η μέρα που την δικάζουν, σηκώνεται για την απολογία της, κορδώνεται, φοράει μια αγιοβασιλιάτικη σκούφια που ΄χε κρυμμένη στον κόρφο της και απαγγέλλει ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ επισήμως μπροστά σε κοινό το στοιχειωμένο τετράστιχο. Είμαι και γω, ο γονιός, στο ακροατήριο, τα χέρια μου πλεγμένα, τα μάτια μου υγρά, το στόμα μου ψιθυρίζει 4 λεξούλες κι ένα σημείο στίξης «δυνατά, δυνατά και καθαρά», με το που τελειώνει γυρνάω στον διπλανό μου στο ακροατήριο και του εκμυστηρεύομαι περήφανος: «το δικό μου είναι».

Συγγνώμη, συγγνώμη από μένα και τη δασκάλα και από όλους μας, ακριβό μου πλάσμα.

αρκεί να κόβεις ό,τι σε ενοχλεί

Επέστρεψε από τη χαοτική megadance σάλα όπου είχε περάσει 106 λεπτά παρατηρώντας απαθής τις δυο επόμενές του γενιές να χτυπιούνται με άγνωστα τραγούδια. Έβγαλε βιαστικά τα ρούχα του, τα πέταξε στο πάτωμα. Ξανά και ξανά και ξανά. Δύο μετά τα μεσάνυχτα βγήκε γυμνός στο μπαλκόνι και τ’ άπλωσε να αεριστούν. Συνέχισε με τα δάχτυλά του. Η ιδέα και μόνο ότι είχε ακουμπήσει πράγματα (το ποτήρι, το σκαμπό, τη μαξιλάρα) που για χρόνια άπειρες στρώσεις καπνού είχαν επικαθίσει πάνω τους του προκαλούσε αηδία. Τα έτριψε μέχρι εξαντλήσεως. Μπήκε στην ντουζιέρα. Διπλή δόση αφρόλουτρου. Διπλή δόση σαμπουάν. Ένιωθε τη βρωμερή νικοτινούχα οσμή να αποκολλάται από τα μαλλιά και το σώμα του και να ουρλιάζει περιδινούμενη στο σιφόνι. Ξάπλωσε στα σκοτεινά στον καναπέ. Τίποτα να μη μυρίζει, τίποτα να μην αγγίζει. Μόνο το αρωματικό τσάι και τη ροή στο λάρυγγά του μήπως και καθαρίσει το δηλητηριασμένο μέσα του.

Ως πότε θα θυσίαζε υγεία και ευεξία στο βωμό μιας αμήχανης κοινωνικής ζωής; Ο αντικαπνιστικός νόμος ήρθε την καταλληλότερη στιγμή. Τον σιγοντάρισε με μια δραστική μεταβολή στην ανθρωπογεωγραφία της διασκέδασης: λιγότερα τετραγωνικά μέτρα, μεγαλύτερες ηλικίες.

3 ενότητες και φινάλε

εκεί που σκαλώνει η γλώσσα

Ένα μήνα μετά κι ακόμα δεν είχε ξεστομίσει αυτό το όνομα. Δεν είχε προσπαθήσει καν. Η προσπάθεια προϋποθέτει αυτοπεποίθηση και μια καταρχήν συμφωνία με τις προσωπικές εμμονές για παύση πυρός. Δεν τα ΄χε καταφέρει. Και να που τώρα, τόσες μέρες μετά τη βάπτιση κι ακόμα να φωνάζει «μπέμπη» και «μπέμπη» επιτείνοντας τη σύγχυση στο μικροσκοπικό μυαλουδάκι.

Δεν ήταν ίδιος με όλους τους άλλους. Με τη γυναίκα του, την οικογένεια, τους θείους, ακόμα ακόμα και με τη μάνα του, που ξεπερνώντας την αρχική δυσκολία είχαν ευθυγραμμιστεί με τη νέα ονοματοδοσία. Γιατί εκείνος ήταν ο μόνος που βρισκόταν ακριβώς στη μέση της αλυσίδας, τα μάτια του να αλληθωρίζουν, ένα να κοιτάει προς τα πάνω, ψηλά, να θυμάται όσα ήταν κάποτε χειροπιαστά και τώρα αέρας και αναμνήσεις, και το άλλο να χαμογελάει χαμηλά, παρατηρώντας και μετέχοντας στο θαύμα της εξέλιξης. Αυτός που σε γέννησε και αυτός που γέννησες εσύ. Τι μπλέξιμο, είναι τόσο παράδοξο και τόσο ειρωνικό το γενεαλογικό εργαστήρι. Και άντε τώρα να αντικαταστήσεις τα επίθετα σκληρός, δίκαιος, γκριζαρισμένος και άπιαστος με τα μικρός, βελούδινος, αθώος και ανένταχτος.

Δοκίμασε τρόπους και τερτίπια. Χωρίς αποτέλεσμα. Χάπια μυοχαλαρωτικά. Τίποτα. Ο Φοίβος να τραγουδάει πακοτίνια. Τίποτα. Ο μπόμπιρας να περπατάει στην άκρη του μπαλκονιού. Τίποτα.

Κάποτε πήγε στο ληξιαρχείο για τη δήλωση. Συμπλήρωσε τα χαρτιά. Τετράγωνα monospaced κουτάκια που το καθένα χωρούσε ένα γράμμα, σαν τα τετράδια στο δημοτικό που μαθαίναμε αριθμητική – ήταν ώρα να μάθει ένα πράμα κι εδώ. Το όνομα ίσως να μην είναι η ιστορία μας, παρά μόνο η ετικέτα μας. Και το όνομα του πατέρα του μπορεί να το είχε γράψει ίσαμε έξι χιλιάδες φορές στην απέραντη ελληνική γραφειοκρατία, αλλά να το είχε φωνάξει ποτέ; Ποτέ. 

boxtrolls

Η συνειδητοποίηση της πραγματικότητας ήταν ένα σοβαρό πλήγμα στη φημισμένη οχυρωμένη άρνησή του. Ήταν ώρα για κάποιον βολικό συμβιβασμό. Το όνομα: ούτε ιστορία ούτε ετικέτα. Ένα φίλτρο διπλής όψης, στους έξω αφήνει να περνάνε όλα τα σπουδαία, τα επικίνδυνα, τα τραχιά, όσα δηλαδή σε κάνουν άντρα, για τους κοντινούς, όμως, είναι εκεί για να τους θυμίζει όλα τα γλυκά κι ασήμαντα και μηδαμινά, όσα δηλαδή σε κάνουν άνθρωπο.

κυνηγώντας τη δραπετσώνα μου

Πρωί πρωί μαζευτήκαμε στα γραφεία. Είχαμε να ετοιμαστούμε για την πορεία. Ένιωσα μια ξαφνική αδιαθεσία. Η μυρωδιά από τα σπρέι μού ανακάτεψε τα σωθικά. Τα στειλιάρια των πανό ερέθισαν το δέρμα μου. Οι ασύμμετρες γραμματοσειρές των φυλλαδίων πλήγωσαν τα μάτια μου. Μια καρμίνα μπουράνα από τα πίσω ηχεία έξυσε άγαρμπα τα αυτιά μου. Ζαλίστηκα. Παραπάτησα. Έτρεξα στο κυλικείο για ένα πρόχειρο τοστ. Πριν καν κατεβάσω την πρώτη μπουκιά ξέρασα πάνω στο ντοσιέ με το μοναδικό αντίτυπο με τη σειρά των συνθημάτων. Άξαφνα, λες κι ήμουν το κέντρο του δωματίου – απόλυτη σιγή κι όλα τα βλέμματα καρφωμένα πάνω μου. Τι σου συμβαίνει;

Τι του συμβαίνει;