Category Archives: Απρόσωπα

λίγο πριν το υπόγειο

Έι, παίδες, τι λέτε να γίνει φέτος; Τι θες να γίνει; Εννοώ, ακούσατε τίποτα, θα μας μαζέψουν; Ή έχουμε καμιά ελπίδα; Οι ελπίδες είναι όλες στο κεφάλι σου. Κάθε χρόνο η ίδια κουβέντα. Γιατί δεν αποδέχεσαι επιτέλους τη μοίρα σου; Νομίζεις; Είμαι σίγουρος ότι πολλοί εδώ μέσα σκέφτονται όπως εγώ. Θες να κάνουμε μια σφυγμομέτρηση; Ε, φιλάρα, μη μιλάς για σφυγμό εδωπέρα. Μετά από 100 χιλιάδες συνεχόμενα blinks ίσα που βγαίνει η φωνή μου. Θα χρειαζόμουν λίγους μήνες ξεκούρασης. Αυτό που χρειάζεσαι δεν είναι ξεκούραση, αλλά ένα στοιχειώδες upgrade, μια ώθηση στην εξελικτική αλυσίδα. Όλοι θα ΄μασταν πιο υγιείς αν ανάμεσα στον Διγενή εκεί κάτω και την πρίζα παρεμβαλλόταν ένας ρυθμιστής χρονικού σχεδίου κι όχι σκέτο καλώδιο. Ο γέγονε, γέγονε. Αυτοί είμαστε. Όταν τα Φώτα έρχονται, τα φωτάκια φεύγουν. Οι υπόλοιποι 11 μήνες θα μας βρουν στριμωγμένους σ΄ένα ασφυκτικό κουτί στο υπόγειο. Κάποιοι από εμάς θα επιζήσουν, κάποιοι θα συνθλιβούν, κάποιοι απλώς θα σταματήσουν να διοχετεύουν τάση. Κι όλο αυτό αν είμαστε τυχεροί. Οι στατιστικές δείχνουν ότι ο εορταστικός εξοπλισμός πετιέται στους κάδους κάθε 2 χρόνια. Στα σαγόνια της σκουπιδιάρας, ωιμέ. Τουλάχιστον αν είχα ζήσει για λίγο αυτές τις περίφημες 2 διαστάσεις. Ίσως αν ήμουν τυλιγμένος σ΄ένα δέντρο, κι όχι στερεωμένος σ’ αυτό το σκονισμένο ράφι. Θα είχα τότε όχι μόνο 2, αλλά 5 και 6 γείτονες, πάνω, κάτω και πλαγίως, ω τι ενδιαφέρουσες κουβέντες θα κάναμε, τι κοζερί, τι brain storms, τι χορωδιακά τραγούδια θα τραγουδούσαμε, τώρα, μα την αλήθεια έχω σιχαθεί τη μούρη του αρρωστιάρικου κίτρινου και του κακόφημου κόκκινου που με περιστοιχίζουν. Γιατί, γιατί, όμως, να μη μας κρατάνε 12 μήνες on-line; Αφού μας γουστάρουνε τρελά. Δες τα σπίτια, τους δρόμους, τις πλατείες, όλα λαμπερά, όλα φωτισμένα. Διότι το φως έχει αξία μόνο σ’ ένα κόσμο σκότους. Η χαρά σε μια ατμόσφαιρα θλίψης. Η ομορφιά σε μια θάλασσα ασχήμιας. Η αξία μας είναι μόνο η αξία ενός κρουστικού θορύβου, κάτι που έρχεται και αναταράσσει την επιφάνεια των ήρεμων νερών. Το ξέρεις φαντάζομαι, δεν μπορείς να ζήσεις πολύ καιρό ούτε με την ταραχή ούτε με τον θόρυβο. ΟΚ, αν, λοιπόν, εμείς είμαστε ο γιορτινός θόρυβος, τι θα λέγατε τότε να πάμε ένα βήμα παραπίσω, να μην είμαστε πια εξτένσιονς και αξεσουάρ, τι θα λέγατε να γίνουμε κομμάτι του μόνιμου οικοσυστήματος, δομικά στοιχεία ενός τοίχου, ενός κουφώματος, ενός μπαλκονιού; Να, ας πούμε αν αποκτούσαμε ένα χρηστικό ρόλο, να μας προσθέσει ένα φωτοκύτταρο και να μας κατεβάσει στην είσοδο του σπιτιού, να ανάβουμε τα βράδια που γυρνάει από τη διασκέδαση, ε;, ή κάτι πιο καλλιτεχνικό, να αγοράσει ένα μοντέρνο πίνακα ζωγραφικής που να αναδεικνύεται μόνο μ΄ένα πολύχρωμο φωτισμό στην κορνίζα του, ε, τι λέτε; Τι νόημα έχει; Όταν γίνεσαι δομικός, κανείς δε σε προσέχει. Ζεις, αλλά είναι σαν να μην υπάρχεις. Κι όλα καταλήγουν ξανά και ξανά και ξανά στο δίλημμα του Αχιλλέα. Ένδοξος, νεκρός και βασιλιάς; Ή άσημος, ζωντανός και σκλάβος; Κι αν με ρωτάς εμένα, η δική μου ανάσα είναι η χαρά των παιδιών. Κι είναι αρκετά έξυπνα για να δυσανασχετούν με την υπερβολή και το μπούχτισμα. Οπότε, ναι, συμμάζεμα, κουτί, υπόγειο και βουρ για θερινή νάρκη. Δε συμφωνείς κι εσύ έλατο;

cl

sleep like a baby tonight

ιμάντες

Ένωσα τους ιμάντες πρόσδεσης απ’ όλα τα έπιπλα της ενηλικίωσής σου: καρότσι, ριλάξ, κούνια, θέση αυτοκινήτου, κάθισμα εστίασης. Έφτιαξα έτσι ένα σχοινί ικανό να σε τυλίξει 10 φορές, δε νομίζω να κινδυνεύεις τώρα, μοιάζεις λίγο με μούμια, ίσως δεν μπορείς να κουνηθείς, αλλά διατηρείσαι ακέραια και μυστηριώδης. Τι κι αν το σώμα σου ασφυκτιά, το μυαλό να ταξιδεύει, αυτό είναι το σημαντικό, ε, καλά δε το λέω;

Μάζεψα όλα τα τραγούδια που μιλάνε για όνειρα: Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου, #9 Dream, sweet dreams, nice dream, midnight summer dream, εκείνο το μακρυνάρι των smiths και το ξεθυμασμένο όνειρο των παιδιών της γειτονιάς. Έγραψα την κασέτα, λοιπόν, και το βράδυ στη βάζω να την ακούς όταν κοιμάσαι. Μπορεί στον ξύπνιο σου να μη σου προσφέρω όσα ερεθίσματα χρειάζεται για να ιντριγκάρω και να ταρακουνώ τη φαντασία σου, αλλά και με την υπνοπαιδεία κάτι θα καταφέρουμε, δε νομίζεις;

Όσο για μένα, επιτέλους, τα βρήκα και τα αγόρασα. Το αεροστεγές βαζάκι των άυλων στιγμών και το οργανικό πηκτικό ταχείας δράσης. Το πρώτο για να συλλέγω όλες εκείνες τις ανύποπτες, τετριμμένες στιγμές που το ύφος και η κινησιολογία σου καθιστούν αθεράπευτα εξαιρετικές πιέζοντας για μια θέση στο αχανές μουσείο της ευτυχούς μοναδικότητάς σου. Και το δεύτερο για την αφεντιά μου, το βρίσκω ολοένα και πιο δύσκολο να περπατάω κατακαμένος από τη φλογοβόλα χάρη σου, φτιαγμένος από τέτοιο μαλθακό υπόστρωμα, είμαι ένα κερί, κάθε μέρα λιώνω κάτω από το βλέμμα σου, τη νύχτα στο σκοτάδι ξανακαλουπώνομαι και ορθοπατώ και πάλι, είναι άβολη αυτή η χρονοκαθυστέρηση, εξού και οι ενέσεις σκληροτίνης που από δω και μπρος θα κουβαλώ πάντα στο σακάκι μου.

Είμαι ένας δευτεραγωνιστής στο έργο που ανεβάζεις. Ίσως έπαιξα κάποιο σημαντικό ρόλο λίγα χρόνια πριν. Αλλά από τότε οι ατάκες μου όλο και λιγοστεύουν, όλο και λιγοστεύουν. Και τις φωνάζω όλο και πιο ξέπνοες, όλο και πιο απομακρυσμένες. Τώρα είμαι ακόμα κοντά σου, αύριο θα ΄μαι στην άκρη της σκηνής, για λίγο θα βρεθώ στα παρασκήνια, θα μου πατήσεις το χέρι όταν με δεις στο ντουλαπάκι του υποβολέα, θα κατέβω κι εγώ θεατής σε κάποια πίσω σειρά, στο τέλος θα βγω έξω από το θέατρο.

Περίεργο. Δικό σου το κείμενο και κατέληξα να μιλώ πάλι στο α΄ενικό. Όχι και τόσο περίεργο. Μια γλίτσα. Ένα σίχαμα. Εγώ.

Εσύ.

να ‘τη η κοκκινη

Απογοητευμένος από την ατελέσφορη αναζήτηση και ευνοημένος από μια γενική συσκότιση που του χάρισε για λίγες ώρες ένα αναγκαστικό ρεπό, έδωσε δυο λεπτά στον εαυτό του για να σκεφτεί το πώς και πότε του είχε έρθει στο μυαλό αυτή η τρελή ιδέα. Είχαν χρειαστεί:

  • 1.200.000€ για να χτιστεί το τερατώδες εμπορικό κέντρο στη βορειοδυτική πλευρά της πόλης που αύξησε κατά 400% την κίνηση στο δρόμο του
  • 135.000€ για να τσαλακωθεί η μικρή στρογγυλή πλατεία με την υποχρεωτική κυκλική πορεία, να γίνει μια μίνι διάνοιξη και να κατασκευαστεί ένα χαοτικό πολυδρόμι με υπερβολικά πολλούς νέους κατοίκους που ένευαν ο ένας απέναντι στον άλλο υπό γωνίες που θα μπέρδευαν και τον πιο εξασκημένο γεωμέτρη stop, ready, walk

ραπαθύμι

Είναι μια ιστορία που λέω. Όταν με χαιρετάει κάποιος που δε θυμάμαι το όνομά του ή από πού τον ξέρω ή ακόμα χειρότερα ότι είναι καν γνωστός μου. Πνίγω την ντροπή μου μέσα σ’ ένα πηγάδι από αισχρές δικαιολογίες. Για κάποιο ατύχημα, την απώλεια μνήμης, το πώς έπρεπε να μάθω τα πράγματα από την αρχή: να αναγνωρίζω τους οικείους μου, να αποστηθίζω στίχους τραγουδιών, να δένω τα κορδόνια μου. Το βλέπω στα μάτια τους, νομίζουν ότι τους κοροϊδεύω, αλλά ο δισταγμός τους να φέρουν αντίρρηση σε κάτι τόσο σοβαρό υπερισχύει της δυσπιστίας τους. Ευτυχώς που κανείς δε δείχνει να θυμάται ότι αυτοβιογραφικές, σημασιολογικές και διαδικαστικές αναμνήσεις παίζουν μπάλα σε γήπεδα διαφορετικά.

Προειδοποίηση: πολλαπλά αδιάφορο.

Μανταλοχώρι

Αργά το βράδυ της μετακόμισης ο Μανούσος έπεσε στο κενό από τον 2ο όροφο. Η πρόσκρουση ήταν σκληρή, η αυλή θεοσκότεινη, η βουβαμάρα πλήρης. Φύσει και θέσει (πια) απαισιόδοξος βυθίστηκε για ώρες σε μια ζοφερή απόγνωση. Λίγο πριν το χάραμα άνοιξε τα μάτια με μαραμένο ενδιαφέρον, έτοιμος να αντικρίσει το σκηνικό που θα τον συντρόφευε για τα επόμενα εκατό χρόνια μοναξιάς του. Κι αυτό που είδε ήταν τόσο μα τόσο αναπάντεχο! αναπάντεχο; όχι και τόσο.

clackwalk

Καθώς το Gate Open, η άκρη του νήματος που θα την οδηγούσε σε μια εβδομάδα χαλάρωσης, αναβόσβηνε στην οθόνη πάνω από το κεφάλι της, η Χορεύοντας με τον Ιγκόρ αποφάσισε να χαρίσει στον εαυτό της άλλα πέντε λεπτά βουλιάγματος στην αναπαυτική VIP θέση αναμονής του Toronto Pearson Airport. Το Imitation of Life κουδούνισε μέσα στην τσάντα της και το νήμα έπεσε χάμω. Από την απέναντι κυψέλη ο σκηνοθέτης της την ενημέρωνε ότι η Βαθιά Μέσα στη Στέπα είχε ένα ατυχηματάκι (δυο στάλες ριγμένο κέτσαπ από το λουκάνικο του μηχανικού προβολής θα την καθήλωνε για λίγες μέρες στη μονταζιέρα) και την Τρίτη έπρεπε να βρίσκονται στη θέση της. Το νήμα ανακατεύτηκε. Τρεις προβολές κι ένα class για το νέο κύμα του σλοβάκικου κινηματογράφου. Το νήμα έγινε χίλια κομμάτια.

clackwalk

director’s cut

η λέσχη των θλιμμένων τραγουδιών

(post στραπάτσο)

pentagram

Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Το ρολόι οροφής έδειχνε 7. Το Μαράκι κοντοστάθηκε, ξεφύσηξε και έσπρωξε την πόρτα. «Για την ομάδα τραγουδιών;» «Ναι, ναι, πέρασε μέσα», απάντησε ευπροσήγορα ο άντρας που στεκόταν στο κέντρο της αίθουσας. «Γεια σου, είμαι ο Γιάννης». Ξεφύλλισε το ντοσιέ του. «Noooομίζω ότι συμπληρωθήκαμε, τι λέτε, αρχίζουμε;»

Κάθισαν στις θέσεις τους σχηματίζοντας κύκλο. «Λοιπόν, σας καλωσορίζω και επίσημα, είμαι ο Γιάννης, παλιός μουσικός παραγωγός και θα συναντιόμαστε κάθε Τετάρτη για να συζητάμε. Δεν έχουμε ξαναβρεθεί, οπότε επιβάλλεται ένας αρχικός γύρος με σύντομες συστάσεις. Πιστεύω ότι γνωρίζετε τη διαδικασία. Ποιο θέλει να ξεκινήσει πρώτο;» Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Μια αίσθηση αμηχανίας ήταν διάχυτη στην ατμόσφαιρα. «Ελάτε, χαλαρώστε, είναι αλήθεια ότι πάντοτε χρειάζεται να πέσει λίγη άμμος στην κλεψύδρα. Να θυμάστε ότι βρισκόμαστε εδώ για να αλληλοβοηθηθούμε. Εντάξει; Λοιπόοοοον…» Ο Γιάννης έγειρε στα δεξιά του, κοιτώντας το Μαράκι. «Τι λες; Ξεκινάμε μαζί;»

Εκείνο ανασκουμπώθηκε και ξεστόμισε σιγανόφωνα τα διαπιστευτήριά του. «Καλησπέρα. Με λένε Μαράκι και… και είμαι ένα θλιμμένο τραγούδι». τι, αυτό ήταν το κουνέλι απ’ το καπέλο σου; πάμε να φύγουμε!