Category Archives: Εξώφυλλα

ΣΚΔ στιγμές

(post ημιμαραθώνιος)

Τα ταξίδια πάντοτε σε ανανεώνουν. Αν μη τι άλλο συναντάς και 2-3 διαφορετικά πράματα που μπορείς μετά να τα ποστάρεις στο μπλοκαρισμένο σου blog.

moving

-Μεσημέρι στην Τσιμισκή. Το σύνδρομο Αγορα-φοβίας ξαναχτυπά. Δώδεκα η ώρα του Σαββάτου είναι η λάθος ώρα για να βρίσκεσαι σε οποιοδήποτε εμπορικό κέντρο του κόσμου. Στρέφω το κεφάλι αριστερά και δεξιά και το μόνο που βλέπω είναι σκουροντυμένες, δίποδες κινούμενες μάζες να πλησιάζουν ή να απομακρύνονται. Κάπως έτσι απ’ την ανάποδη θα μοιάζει και για τους αστρονόμους το σύμπαν, όπου και να ΄σαι και όπου και να κοιτάξεις αστέρια και ακτινοβολίες και άπειρη σκοτεινή ύλη. Στριμωχτοί στο πεζοδρόμιο σα σαρδέλες που κυνηγάνε κάποιο υποθαλάσσιο ρεύμα ή τρέχοντας στα πράσινα εκείνα φανάρια που για να τα διασχίσεις εντός χρόνου πρέπει να ‘χεις μετάλιο στα 100 από Παμπεριφερειακούς και πάνω. Αδηφάγα πλάσματα που υποκύπτοντας στην κεντροmallο προχωράνε σκυφτά, στοχεύουν απροσδιόριστα, φωνασκούν, κρατούν σφιχτά ξέχειλες σακούλες και τους κρατούν σφιχτά τηλέφωνα φορητά, σκουντιούνται, ανεβαίνουν σκάλες, κατεβάζουν κρεμάστρες, παραμερίζουν κουρτίνες, καθρεφτίζονται, πλασάρονται, ξοδεύουν. Ξάφνου, νιώθω την παρορμητική ανάγκη να σηκώσω πανό με μια δήλωση. Κανείς δε θα θέλει να ακούσει, αλλά αυτό ιστορικά είναι το λιγότερο που ανησυχεί τους τρελά αποφασισμένους (ή αποφασισμένα τρελούς). Το μπουφάν μου είναι διπλής όψης, χειμώνας/καλοκαίρι, εκεί μπροστά, μέσα στο σκοτεινό αυτό χαοτικό μείγμα αποφασίζω και φοράω το μέσα έξω, είναι εκρού πουά με μωβ βούλες και ροζ ανταύγειες, φουσκώνω τα στήθια, στέκομαι γερά στα πόδια μου και φωνάζω: εγώ δε θα καταναλώσω απόψε (εκτός κι αν βρω αυτό το πετρόλ τζιν καμπάνα που τόσο καιρό ψάχνω και παρακαλώ ειδοποιήστε με).

έχει κι άλλες στιγμές…

ελευθεριότητα μήπως;

(post τρελή πυξίδα)

Το σκίτσο από εδώ

(Ακολουθούν μικροspoilers)

Μετά από 2 χρόνια περιφοράς από χέρι σε χέρι (άραγε πόσα διαφορετικά DNA είναι κρυμμένα στις σελίδες του) έφτασε και στο δικό μου το Ελευθερία του Τζόναθαν Φράνζεν. Φορτωμένο με τα διθυραμβικά σχόλια όλων των προηγούμενων. Όπως ήταν αναμενόμενο για ένα φύσει αρνητικό άτομο σαν και μένα, παρέβλεψα όλες τις αρετές του (την εναλλαγή στον τρόπο διήγησης, την ενδιαφέρουσα ροή του δράματος, το οικολογικό και ηθικό υπόβαθρο, τη χρονική εξέλιξη των χαρακτήρων, την αγωνιώδη αναζήτηση πυξίδας) και έπεισα τον εαυτό μου να ΜΗΝ του αρέσει. Και στήριξα εκ των υστέρων την ετυμηγορία μου στα εξής τρία σημεία:

– Όλα τα πρόσωπα του δράματος είναι εξαιρετικά ταλαντούχα σε κάποιον τομέα. Δεν έχει σημασία αν ο τομέας αυτός είναι ευγενικός ή ανήθικος, πνευματικός ή σωματικός, κοινωνικά αδιάφορος ή άκρα επηρεαστικός. Σημασία έχει ότι κάθε πρωταγωνιστής μπορεί (σχεδόν) πάντα να βρει καταφύγιο από τα όποια του προβλήματα στο προσωπικό του αγκυροβόλιο, το χτισμένο από την ανάμνηση ή την προσδοκία ότι αυτός ο εαυτός είναι ικανός για σπουδαία επιτεύγματα.

– Υπάρχουν αρκετά (και όχι μόνο ερωτικά) τρίγωνα εκεί μέσα. Υπάρχει ακόμα και το παράδοξο να υπάρχουν 2 διαφορετικά τρίγωνα με την ίδια τριάδα ανθρώπων! Αυτό -στα μάτια μου- προκαλεί μια ενοχλητική ασυνέπεια, μια διγλωσσία που προκαλείται από τις εκ περιτροπής εναλλαγές στο ποια είναι η ισχυρότερη πλευρά του τριγώνου. Μου φάνηκε κάπως εύκολο, κάπως μη φυσιολογικό. Ίσως αν το ξαναδιάβαζα (πιο προσεκτικά) να διέκρινα ότι κάθε προσωπική αντίφαση δικαιολογείται πλήρως στο γενικότερο πλαίσιο που σχηματίζεται από κάποια αναλλοίωτα προσωπικά χαρακτηριστικά. Ίσως.

– Οι διάλογοι είναι αστραπιαίοι στην εναλλαγή τους, όλοι ξέρουν τι να πουν και πώς για να πείσουν, να πληγώσουν, να καθησυχάσουν, να επιβληθούν. Κι αυτό γίνεται με όλους τους ομιλητές και σε όλες τις ηλικίες. Που σημαίνει ότι ή οι Αμερικανοί είναι πολύ σπιρτόζοι ή ο Φράνζεν έχει δει πολύ Παπακαλιάτη.

-Ε, μην τελειώνεις έτσι αρνητικά. Πες και κάτι άλλο. ΟΚ. Το μυθιστόρημα χωρίζεται κάθετα στα δύο από τη σκηνή της υπνοβασίας. Τα όσα διαδραματίζονται εκεί από τη μια είναι το αποτέλεσμα χρόνιων καταπιεσμένων επιθυμιών, από την άλλη είναι η αιτία για ένα νέο μοίρασμα της συναισθηματικής και της αλληλεπιδραστικής τράπουλας για την επόμενη δεκαετία. Η απορία μου καθώς διάβαζα την -πολυαναμενόμενη- σκηνή ήταν «εντάξει, αλλά γιατί υπνοβασία; Θα μπορούσε η ίδια σκηνή να δοθεί με μύριους άλλους, συνειδητούς τρόπους». Μου φάνηκε κάπως περίεργο, θα ΄λεγα και πάλι εύκολο, αν ήμουν αρκετά ανόητος για να χαρακτηρίσω έτσι αβασάνιστα την καθοριστικότερη σκηνή ενός τόσο καλά δουλεμένου έργου. Οπότε το ερώτημα παραμένει: «προς τι η υπνοβασία;»

Ίσως γιατί η κάθε υπνοβασία έχει την εξής ιδιαιτερότητα: το υποκείμενο δρα χωρίς συνείδηση των όσων πράττει. Δηλαδή, σε μια υπνοβασία υπάρχει φυσικός αυτουργός, αλλά δεν υπάρχει κανένας ηθικός. Είναι αυτό ίσως κάποιο γενικευμένο μήνυμα του συγγραφέα για όλο το μυθιστόρημα αλλά και για τη σύγχρονη εποχή; Δράση που αδιαφορεί για την ηθική της δικαίωση; Ατάραχη ελευθεριότητα; Παρεξηγημένη ελευθερία; Ελευθερία. Νομίζω πρέπει να περάσει πάνω από το μισό του έργου για να αρχίσει να χρησιμοποιεί τη λέξη ο συγγραφέας. Μια ελευθερία που όταν είναι άφρακτη και ανέξοδη γίνεται δύσκολα διαχειρίσιμη και καταλήγει ασυδοσία. Κρύβουμε τον εαυτό μας πίσω από παραπλανητικές μάσκες και ανώνυμα προφίλ, πίσω από εξουθενωτικές τάχα μου σκηνές αντιμαχόμενων συναισθημάτων, πίσω από ακραίες αντιδιαστολές του πρέπει με το θέλω και του θέλω με το έχω, ώστε μέσα σ’ ένα καθεστώς ατιμωρησίας που μόνοι μας δημιουργούμε για τον εαυτό μας να μπορούμε να κωλυσιεργούμε, να αργοπορούμε, να συμβιβαζόμαστε, να καταγγέλλουμε και να αμαρτάνουμε χωρίς ποτέ να συναντάμε τις συνέπειες των πράξεών μας; Δεν ξέρω, δεν είμαι και ο καταλληλότερος για να δογματίσει, άλλωστε,

και το blog τούτο ανώνυμο είναι.

το αυγό του συγγραφέα

(post ομελέτα)

Columbus Breaking the Egg: χαρακτικό του William Hogarth

Στη συλλογή διηγημάτων Το Κορίτσι Στο Ψυγείο ο Ισραηλινός Έτγκαρ Κέρετ έχει συγκεντρώσει μια πινακοθήκη αλλόκοτων χαρακτήρων που ποτέ δε θα φανταζόμασταν ότι μπορεί και να έχουν «ψυχή» και να μιλάνε. Έτσι, μας διηγείται ιστορίες για το ζευγάρι που κάνει σεξ στην κόλαση, για τις σκέψεις των στόχων στο σκοπευτήριο, για το ανίκητο τέρας του ταβλιού, για τον άνθρωπο που ήθελε να χαθεί, για τη γυναίκα που ερωτεύτηκε το τίποτα. Κάθε ιστορία είναι φτιαγμένη από υλικά οικεία, εύπλαστα, γνωστά σε όλους μας, πολλές φορές συλλαμβάνω τον εαυτό μου να σκάω από ζήλεια, γιατί να μην είχα σκεπτεί κι εγώ μια τέτοια απλή και παράδοξη ιστορία; (Που φυσικά δε θα την υπηρετούσα ούτε στο ελάχιστο με τόσο μπρίο και συνοχή και επιτυχία όσο ο Κέρετ). Κάθε διήγημα είναι ένα αυγό-πρόσχημα που ο Κέρετ είναι ο πρώτος που αποφασίζει να το σπάσει για να το στήσει όρθιο, να το πλάσει σε μύθο, να το δομήσει (συνήθως με σύντομες, αδρές πινελιές) και να μας εκπλήξει. Γιατί με τον Κέρετ περιμένεις πάντα ως το πολύ τέλος για μια φράση, για μια πρόταση, για μια λέξη που θα δικαιώσει και απογειώσει όλη την αφηγηματική παραδοξότητα.

Αναρωτιέμαι, τώρα. Υπάρχουν άλλα αυγά εκεί έξω για να σπάσουμε; Έχουν ειπωθεί όλα και με κάθε δυνατό τρόπο; Εξαντλήσαμε την κυριολεξία, βυθιστήκαμε στη φιλοσοφία, μπουχτίσαμε από τη μεταφορά, ξεπετάξαμε τον μεταμοντερνισμό; Κάθε μέρα εκατομμύρια άνθρωποι κάτι γράφουν. Κάθε μέρα εκατομμύρια αυγά σπάνε για να στηθούν όρθια, τα περισσότερα καταλήγουν μια χλαπάτσα από τσόφλια, ασπράδια και υγρά κρόκων κι όλα μαζί μια τερατώδης ομελέτα που λέγεται blogόσφαιρα. Είμαι και γω χαμένος κάπου εκεί, η ζωή είναι μίμηση ιδεών, η συγγραφή μίμηση ζωής, το blogging μίμηση συγγραφής, το σανκότινγκ μίμηση blogging.

Όσο για τον Κέρετ, εκείνος βρίθει από διηγηματικές μελωδίες. Μπορείς να πεις ότι είναι ο Moby της λογοτεχνίας. Άλλοτε μελωδικός, άλλοτε τραχύς, εύπεπτος, ανεξάντλητος. Προς επίρρωση όλων αυτών, να και το διήγημά του Το ζήτημα της ύβρεως που έχει θέμα ελληνικό. Απλό και άψογο.

———-

Το ζήτημα της ύβρεως

ένας Φεβρουάριος τον Αύγουστο

(post ολοκλήρωσης)

Μόλις ξαναδιάβασα τον Φεβρουάριο. Σε κλασική, έντυπη μορφή. Από μνήμης μιλώντας, δε βρήκα και πολλές διαφορές με το αρχικό κείμενο (εκτός από τη γαπκολύμβηση και τις εξαφανίσεις της κουκουβάγιας και του βιολιστή. Γιατί;). Δεν έχει σημασία. Η συγκίνηση ήταν η ίδια.

Ένας πραγματικός συγγραφέας (Θ. Γεωργακόπουλος) τολμά και γράφει ένα βιβλίο σε πραγματικό χρόνο, ένα κεφάλαιο κάθε μέρα για όλο τον Φεβρουάριο! Ήρωάς του ένας χαρακτήρας (Νονέιμης) που … γράφει ένα βιβλίο, ένα κεφάλαιο κάθε μέρα! Τον ίδιο Φεβρουάριο κι αυτός! Ακούγεται κάπως; Φέρνει λίγο σε sleuth μήπως; Μήπως να επεξηγήσω λίγο τι είναι το sleuth; Χρειάζεται κάποια παραπομπή.

29 «αντικείμενα» μες στον Φλεβάρη

Μέχρι τώρα ήξερα για τρία είδη παραπομπής. 1. Στον ψηφιακό κόσμο βάζουμε στη λέξη που μας ενδιαφέρει ένα hyperlink, ο αναγνώστης το πατά και ιδού. 2,3. Στον έντυπο κόσμο έχουμε δύο τρόπους. Είτε με ένα αστεράκι δίπλα στην επίμαχη λέξη και η επεξήγηση δίνεται στο κάτω μέρος της ίδιας σελίδας είτε με έναν αύξοντα αριθμό που παραπέμπει σε ένα συνολικό ευρετήριο στο τέλος του βιβλίου. Ε, ξεχάστε τα αυτά, γιατί στον Φεβρουάριο γεννιέται ένα νέο είδος παραπομπής, εκείνο της ενσωμάτωσης της επεξήγησης στην κανονική ροή του κειμένου. Το μόνο που χρειάζεσαι είναι ένας πολυμαθής ήρωας(/συγγραφέας) που βασική του δουλειά είναι να παρατηρεί ανθρώπους και να συγκρίνει ή αντιδιαστέλλει τις συμπεριφορές, τα πάθη και τα αισθήματά τους με παρόμοιες (αρχετυπικές ή όχι) εκφάνσεις της παγκόσμιας, ανθρώπινης και μη κοινότητας.

Ονόματα όπως Richard Feynman, Υπουργός Μολότοφ, Posidonia Oceanica, Ernst Gombrich, Por Una Cabeza (και άλλα πολλά!) παρελαύνουν από τις σελίδες του βιβλίου και χρησιμοποιούνται από τον Νονέιμη για να θεμελιώσει επιχειρήματα, να διερευνήσει κίνητρα, να εξηγήσει φαινόμενα. Μήπως είναι λίγο επίδειξη γνώσης όλο αυτό; Όχι, γίνεται τόσο φυσικά και αβίαστα, άλλωστε ο Νονέιμης είναι ένας υπεραναλυτικός χαρακτήρας που με μαθηματική σχεδόν προσήλωση συλλέγει, κατατάσσει, αναλύει, συμπεραίνει. Κι όλα αυτά υπό το φίλτρο μιας άγριας εσωτερικής φουρτούνας που τον δέρνει από τότε που έχασε τη λατρεμένη του γυναίκα.

Κοιτάω τον Φεβρουάριο. Κοιτάω το γράμμα Φ. Λίγη σημειολογία δε βλάπτει. Μου θυμίζει τον θεό Ιανό, τον θεό με τα δύο πρόσωπα. Έτσι και ο Νονέιμης, σε όλο το βιβλίο εμφανίζεται με 2 πρόσωπα. Το ένα κοιτάει προς τα έξω, προσπερνάει αδιάφορα, χλευάζει ή υμνεί τον κόσμο και τους ανθρώπους ανάλογα με την κρίση που του επιβάλλει μια αυστηρή μανιφεστοειδής βιοθεωρία. Το άλλο πρόσωπο το ‘χει στραμμένο μόνιμα προς τον ευατό του, προσπαθεί να καταλάβει τι του συμβαίνει, τι μεταλλάσσεται μέσα του και σταδιακά τον μετατρέπει από παθητικό όργανο αιώνιας παρατήρησης σε αποφασιστικό στιγμιαίο διεμβολιστή της μοίρας. Θα μου πεις, είναι εύκολο να κοιτάμε μέσα μας, στον εαυτό μας; Χμ, αν έχουμε μόνιμα στημένο απέναντί μας έναν καθρέπτη που αντανακλά τα σώψυχά μας το μόνο που απαιτείται είναι λίγο προσωπικό θάρρος για να αποδεχτούμε ότι δεν είμαστε όλοι φτιαγμένοι από ανόθευτα αγγελικά υλικά.

Κοιτάω το γράμμα Φ. Μου θυμίζει επίσης τον γνωστό διπλοπέλεκυ, το διπλό τσεκούρι. Το οποίο στα αρχαία (λυδικά;) λεγόταν λάβρυς. Κατά μία θεωρία (την οποία δε μεταφέρω και πολύ επιστημονικά), ξέρετε πώς λέγεται στα αρχαία ο οίκος του διπλού πέλεκυ; Λαβύρινθος! Σα το μινωικό παλάτι με τα πολλά επίπεδα, τους πολύπλοκους διαδρόμους και τη πληθώρα παραστάσεων του διπλοπέλεκυ. Και σαν το μυαλό του Νονέιμη που παγιδευμένος μέσα σε μια καταδικαστική, ασφυκτική, συναισθηματική τοιχοποιία ψάχνει να βρει τον μόνο δρόμο που γνωρίζει για να ελευθερωθεί. Κινούμενος πότε μπρος πότε πίσω, στρίβοντας αριστερά ή δεξιά, διαγράφοντας μάταιους κύκλους.

Κύκλοι. Αναδρομικότητα. Στα μάτια μου ο Φεβρουάριος είναι γεμάτος από αυτήν. Οι εκ περιτροπής επισκέψεις (φίλοι, οικογένεια, κοπέλα, γυναίκα). Τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα σκέψεων (οι υποδοχείς, ο καλύτερος κόσμος, η γυναικεία γραμμή κα). Ο καθρέπτης που πισωγυρίζει οξείες, αυτογνωστικές ματιές. Το μανιφέστο που αυτοαπαιτεί ένα μανιφέστο. Η ανθρωπότητα και το μεγαλύτερο πρόβλημά της. Τα εναλλασσόμενα αφηγηματικά δίπολα: σημαντικό vs ασήμαντου, εξώτερο vs εσώτερου, όλον vs μονάδας. Ακόμα και αυτή η ίδια η ημερολογιακή περιοδικότητα της 29ης ημέρας που αξιοποιείται ιδανικά από τους Νονέιμη και συγγραφέα στο τέλος της πορείας συγγραφής των βιβλίων τους.

Κύματα επανερχόμενα που σκάνε στα τοιχώματα μιας πισίνας

Θα μου πεις. Καλά, μόνο φόρμα (νομίζεις ότι) είναι αυτό το βιβλίο; Όχι, υποθέτω για τον δημιουργό του ίσως και να ΄ταν φανός στους δρόμους της απώλειας, φώναγμα αξιοπρέπειας, φωτογραφία εποχής, φιλμικό όνειρο, φρικαλέο βασανιστήριο γραφής.

Για τον στοιχειωτικό πρωταγωνιστή του, όμως, και όλους εμάς που συμπάσχαμε σίγουρα ήταν φωτοβόλημα ψυχής, φάρμακο παυσίλυπο, φιλερημική εξομολόγηση, φλόγα αγάπης, φιλί μετά θάνατον, φυλορρόημα ημερών, φυγή αναπόδραστη.

από το public στον republic

(post επαρχιώτης-στην-ομόνοια)

Θα βρισκόμασταν για λιγότερες από 24 ώρες το ΣΚ στη Θεσσαλονίκη κι ήξερα ότι ένα πράμα έπρεπε να κάνω: να προλάβω ένα βιβλιοπωλείο ανοιχτό για να αγοράσω τον Φεβρουάριο. Πήγα στο public στην Τσιμισκή. Όλα ωραία και τακτοποιημένα και καλοσχεδιασμένα. Με μια ένσταση. Αυτήν εδώ την επιγραφή:

Τι πάει να πει «βιβλία που πρέπει να διαβάσετε»; Λίγο επιθετικό μου ακούγεται. Σα να ‘μαι μπόμπιρας και με απειλούν ότι πρέπει να φάω όλο το φαΐ μου. Η αγγλική έκφραση είναι συντετμημένη και απρόσωπη, διαχέεται έτσι η ευθύνη ανάγνωσης (εγώ, εσύ, ο διαχειριστής της πολυκατοικίας, το ανθρώπινο συλλογικό, κάποιοι εξωγήινοι, ίσως μερικά πολύ έξυπνα ζώα). Η αντίστοιχη μετάφραση στα ελληνικά θα ήταν «διαβαστέα βιβλία», στη γραμματική στο σχολείο έγραφε ότι η κατάληξη «-τέος» σημαίνει ότι ΠΡΕΠΕΙ να πραγματοποιηθεί η ενέργεια που δηλώνεται στο ρήμα (σε παραλληλία με την «-τός» που σημαίνει ότι ΜΠΟΡΕΙ…). Διαβαστέα βιβλία. Χμ δε θα το καταλάβαιναν και πολλοί υποθέτω. Οπότε να σου και η «απειλητική» προστακτική σε 2ο πρόσωπο. Μοιάζεις looser και αμόρφωτος που δεν έχεις διαβάσει τίποτα από αυτά τα ράφια και νιώθεις τύψεις και λες θα βελτιωθώ, αγοράζεις δύο τρία, ακόμα και να μην προλάβεις να τα διαβάσεις τουλάχιστον τους έχεις ξεγελάσει. Αλλά φευ, του χρόνου που ξαναεπισκέπτεσαι το βιβλ/λείο, μαθαίνεις με τον πιο μειωτικό τρόπο ότι «πλέον μια νέα μικροτεχνολογική μέθοδος έχει εφαρμοστεί και το ποια βιβλία έχουν όντως διαβαστεί είναι ένα δεδομένο ανιχνεύσιμο οπότε χρειάζεται προσοχή κι εγρήγορση». Έτσι στο λένε, σε παθητικό τρίτο πρόσωπο γιατί έχουν διαβάσει το προηγούμενό σου σχόλιο και δεν αφήνεται πλέον χώρος για οδούς υπεκφυγής.

Το πιο ενδιαφέρον κομμάτι (για μούχλες σαν και μένα) μιας διανυκτέρευσης σε ξένη πόλη είναι που το βράδυ πριν κοιμηθείς συντονίζεσαι με τους τοπικούς ραδιοσταθμούς. Παλιότερα, για να το κάνεις αυτό έπρεπε να κουβαλάς ένα κιλό/λίτρο παραπάνω βάρος/όγκο στις αποσκευές σου, ενώ τώρα όλη αυτή η λειτουργικότητα κρύβεται μέσα στο κινητό σου. Απ’ την άποψη αυτή καλά τα έχει πάει η εξέλιξη του είδους μας. Πατάς λοιπόν το κουμπί και το κινητό/ράδιο σβήνει όλες τις προηγούμενες καταχωρήσεις και αποθηκεύει τους πιο δυνατούς σταθμούς της νέας πόλης. Θα μου πεις, δε διστάζεις που σβήνονται οι αγαπημένοι σου σταθμοί της πατρίδας σου; Όχι, γιατί είναι ένα μάτσο χάλια, όσο χάλια είναι και τα βιβλιοπωλεία της που με αναγκάζουν να τρέχω στο παρά πέντε στο public για να αγοράσω τον Φεβρουάριο. ΤΙΠΟΤΑ δε συμβαίνει στην πόλη μου. Κι απ´ τα ΠΟΛΛΑ που συμβαίνουν έχω φροντίσει να απαξιώνω τα περισσότερα για να ´χω πάτημα να γκρινιάζω. Τον Φεβρουάριο πάντως δεν τον φέρανε. Κι οι μουσικοί σταθμοί είναι όντως χάλια. Για αυτό και πριν κοιμηθώ τώρα στη Θεσσαλονίκη κάθομαι μια ώρα και διαβάζω φλεβάρικα κεφάλαια και ζαπάρω μεταξύ republic και rock fm. Και πετυχαίνω αυτό, που μέσα στον ενθουσιασμό και τη γλύκα της βραδιάς για πρώτη φορά συνειδητοποιώ ότι ήταν το πρελούδιο για το σπουδαιότερο electropop τραγούδι 3 χρόνια αργότερα:

Αυτό είναι το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του (καλού) ραδιοφώνου. Όσα χιλιάδες mp3 και cd να ‘χεις περασμένα στον ΗΥ σου, στο ράδιο θα ακούσεις εκείνο το αγαπημένο σου που σου ‘χει διαφύγει. Και τότε κατακλύζεσαι από ένα συναίσθημα απρόσμενης χαρωπής πληρότητας. Και κάτι ακόμα. Νιώθεις κι εσύ ένα ευτυχισμένο γρανάζι (χμ, σχήμα οξύμωρο) στο τικ τακ του κόσμου τούτου. Ένα manual pdf δε με βαπτίζει μαραγκό, μια συνταγή δε με μασκαρεύει μαγείρισσα, ένα pc δε με κάνει dj, ούτε ένα blog συγγραφέα. Τον θέλω τον dj να με αιφνιδιάζει όμορφα, να μου μιξάρει τρελές αλλαγές, να μου θυμίζει ξεχασμένα, να, σαν το Behind the Wheel. Και τον θέλω τον συγγραφέα να φτιάχνει στοιχειωτικές ιστορίες για ανθρώπους καθημερινούς και συνάμα ξεχωριστούς, για ανθρώπους που όλος ο κόσμος προβάλλεται ιδιότροπα στο μυαλό τους και κείνο παρατηρεί, άλλοτε παγώνει άλλοτε αδιαφορεί άλλοτε θερμαίνεται και παράγει ιδέες, ιδέες και λόγια, ιδέες λόγια και δράση, να, σαν το Φεβρουάριο.

ΥΓ Το μόνο που μένει σ’ όλο αυτό το απέραντο γραναζολόι είναι να καταπιαστώ και γω με κάτι χρήσιμο ή ευχάριστο ή ελπιδοφόρο για να χαροποιώ κάποιους άλλους. Δε βιάζομαι. Καλά καλά δεν έχω κλείσει μισό αιώνα λειτουργίας.

Σενάριο Γάμου (2011)

(post και-στα-δικά-μας)

Ο τίτλος ξενίζει. Σενάριο Γάμου (Marriage Plot, Εκδ. Πατάκη). Μα, γράφεται βιβλίο περί γάμου το 2011; Την εποχή των singles, των metro-a-sexual, των συμβόλαιων συμβίωσης, των φιλικών διαζυγίων; Εξαρτάται, αν είσαι ο (βραβευμένος με Πούλιτσερ) Τζέφρι Ευγενίδης που ήδη έχεις γράψει ένα μυθιστόρημα για παρθένες που ποτέ δε θα φτάσουν σε ηλικία γάμου (The Virgin Suicides) και ένα άλλο για το διχασμό του ενός φύλου σε δύο (ή την ένωση των δύο σε ένα (υποθέτω, δεν το έχω διαβάσει))(Middlesex) τότε θα μπορούσες να πεις ότι ίσαμε που κλείνει και τριλογία με το Σενάριο Γάμου. Και που βέβαια ο γάμος ως γάμος/τελετή επουδενί δεν είναι το κύριο θέμα το βιβλίου. Αλλά μια πρόκληση για να μιλήσει ο συγγραφέας για πράματα σχετικά με παντρειές (αγάπη, φιλία, ερωτικές εμμονές, ανταπόκριση και μη, θυσίες) 2 αιώνες μετά τα μυθιστορήματα της Τζέιν Όστεν και των Αδελφών Μπροντέ. Και ένα θεμελιακό γεγονός στην πλοκή του έργου που αντί να εξισορροπήσει κάποιες τεταμένες καταστάσεις (όπως στόχευε) έχει τελικά τα αντίθετα αποτελέσματα.

(ΠΡΟΣΟΧΗ: ΔΕΝ ακολουθούν spoilers οπότε συγχωρέστε κάποια εκ των πραγμάτων αοριστία)

Το βιβλίο διηγείται τις παράλληλες ιστορίες 3 φοιτητών που σπουδάζουν στο ίδιο κολέγιο κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 80. Και γιατί, παρακαλώ, ειδικά εκείνη την εποχή; Δύσκολο να πει κανείς. Θα υπέθετα για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί πιστεύω ότι τα ποσοστά των γάμων στη Φάση Ένα, δηλ. αμέσως μετά το σχολείο ή το κολλέγιο μεταξύ δύο συμμαθητών/συμφοιτητών, ήταν υψηλότερα τότε και άρα έχει μεγαλύτερη βάση το να μιλάει ένα μυθιστόρημα για γάμο 23χρονων. Δεύτερον, γιατί ένα βασικό στοιχείο της πλοκής είναι η αδυναμία επικοινωνίας μεταξύ των χαρακτήρων σε κάποια φάση που χωρίζουν οι δρόμοι τους. Σήμερα ή ακόμα ακόμα και το 2000 (ή λίγο πιο πριν) με τα κινητά και το internet δεν τίθεται θέμα μη επικοινωνίας (το αντίθετο, θες να κρυφτείς και δεν μπορείς). Αρχές των 80ς, όμως, η απουσία επικοινωνίας μπορεί να γίνει κάλλιστα ένας νοερός 4ος χαρακτήρας που ο Ευγενίδης πλάθει για να επηρεάσει τα δρώμενα. (Συγγραφική τάπα: όταν ο Ευγενίδης ρωτήθηκε σχετικά απάντησε ότι και εκείνος εκείνη την εποχή ήταν φοιτητής οπότε μπορούσε να μιλήσει καλύτερα για πράγματα που ήξερε).

weddingplot

Το βιβλίο διαβάζεται απνευστί. Η πλοκή συνεχώς ξετυλίγεται, ενδιαφέροντα αλλά και αναπάντεχα πράγματα συμβαίνουν, οι 3 χαρακτήρες βρίσκονται εκούσια ή ακούσια συνεχώς μπροστά σε νέες προκλήσεις. Σχηματίζουν ένα ερωτικό τρίγωνο που μόνο κατ’ όνομα είναι τέτοιο, πιο πολύ μοιάζει με διακόπτη ρεύματος που εξυπηρετεί δύο ηλεκτρικά κυκλώματα, κατά βάση είναι πάντοτε On στο 1ο κύκλωμα, αλλά από καιρό σε καιρό αλλάζει θέση για να φορτίσει κάποιους πυκνωτές και στο 2ο. Τρία μεγάλα + για τον Ευγενίδη:

1. Περιγράφει ένα σωρό τόπους (και τοπικές συμπεριφορές) σα να ΄χει ζήσει χρόνια σε καθένα από αυτούς. Και καλά οι πόλεις. Η αναλυτικότατη περιγραφή, όμως, μιας πολύ ιδιαίτερης κατάστασης στην οποία τελεί ένας χαρακτήρας πώς επιτυγχάνεται; Ελπίζω μέσω έρευνας και φαντασίας και όχι μέσω προσωπικών βιωμάτων.

2. Το κείμενο κυλάει τόσο αβίαστα και φυσικά που ξαφνικά βρίσκεις τον εαυτό σου να διαβάζει εκτεταμένα επεισόδια από flash back χωρίς να έχεις καταλάβει ότι είχε διακοπεί η συνεχής ροή του χρόνου. Ακούγεται ίσως χαοτικό ή ασαφές, όμως πρόκειται για ένα καλοστημένο κόλπο που σε κάθε κεφάλαιο χρησιμοποιεί ο Ευγενίδης, δεν ξέρω, για να νοστιμεύσει ίσως λίγο την αφήγηση ή για να κεντρίζει συνεχώς την προσοχή του αναγνώστη.

3. Παρομοιώσεις. Ένα δείγμα της ποιότητας κάθε συγγραφέα είναι και οι πρωτότυπες παρομοιώσεις του. Ο Ευγενίδης χρησιμοποιεί κάποιες, όχι πολλές, αλλά αρκετά στοχευμένες. Όλες τους ικανοποιούν στο μέγιστο βαθμό το σκοπό κάθε καλής παρομοίωσης: να επιτρέπει στον αναγνώστη να κατανοεί άγνωστές του συμπεριφορές προσαρμόζοντάς τες σε οικεία προς αυτόν νοήματα και σχήματα. Πχ «…σκέψεις στοιβάζονταν στο κεφάλι του σαν εναέριο μποτιλιάρισμα πάνω από αεροδρόμιο. Υπήρχαν 2 τζετ με Μεγάλες Ιδέες, ένας στόλος Μπόινγκ 707 φορτωμένα με το φορτίο των αισθητικών εντυπώσεων (το χρώμα το ουρανού κλπ), καθώς και Λίαρτζετ γεμάτα με μοναχικές παρατηρήσεις που επιθυμούσαν να ταξιδέψουν ινκόγκνιτο. Από τον πύργο ελέγχου μέσα στο κεφάλι του μετέδιδε μηνύματα καθοδηγώντας τα αεροπλάνα/σκέψεις…Ο χείμαρρος της κυκλοφορίας ήταν αδιάκοπος…»

Μια έξυπνη παρομοίωση τον βοηθάει και στο γλυκό κλείσιμο του έργου του. Φοβερό εύρημα ότι έχει προεισαγάγει καλά σχεδιασμένα το ένα σκέλος της παρομοίωσης 200 σελίδες πίσω, πιο πριν από τη μέση του βιβλίου. Και κάπου εκεί, στο τέλος, το χρησιμοποιεί για να αντιληφθούν οι πρωταγωνιστές και μαζί με αυτούς και μεις ποια θα είναι η αναπόφευκτη λύση του δράματος.

η φοβερή τροπή των πραγμάτων (2001)

(post μπασκετοκομμουνιστικό)

Ολοκληρώνοντας χθες βράδυ αργά το «η φοβερή τροπή των πραγμάτων» (Under the Frog(1992)) του Τίμπορ Φίσερ (Εκδ. Πατάκη) χαμογέλασα και σκέπτηκα ότι κατά σύμπτωση το βιβλίο έχει «σχέση» και με τα δύο κύρια στοιχεία των τελευταίων Κυριακών (την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ και την άνοδο του ΟΣΦΠ). Κι αυτό γιατί αφηγείται τις περιπέτειες μιας ομάδας μπάσκετ στην κομμουνιστική, μεταπολεμική Ουγγαρία. Αλλά, βέβαια, η διαπίστωση της χαλαρής αυτής σχέσης είναι το λιγότερο που σε βοηθάει για να χαμογελάσεις.

Ο Τίμπορ Φίσερ γεννήθηκε (και μεγάλωσε υποθέτω) στην Αγγλία από Ούγγρους γονείς με αποτέλεσμα -όπως αναφέρεται στο bio του- τα γραπτά του να συνδυάζουν την ανατολικοευρωπαϊκή σάτιρα με το αγγλικό χιούμορ. Στη «φοβερή τροπή των πραγμάτων», ο Φίσερ (διά στόματος και σκέψης Γιούρι, του νεαρού κεντρικού του αφηγητή) μας παρουσιάζει πλουσιοπάροχα μια πλατιά γκάμα από χαρακτήρες και πτυχές της ουγγρικής ζωής από το τέλος του βίαιου πολέμου το 1945 ως το τέλος της αιματηρής εξέγερσης το 1956. Στις σελίδες του συναντάς ανόητους ασφαλίτες, ανήσυχους φοιτητές, ρέμπελους τυχοδιώκτες, κουρασμένους μεσήλικες, διεφθαρμένους πολιτικούς, ντόμπρους αγρότες, ρουτινιασμένους εργάτες που μέσα από σπαρταριστά επεισόδια που αφορούν στον αθλητισμό, την πολιτική, τις προσαγωγές και ανακρίσεις, τα βιομηχανικά μέσα, τις σεξουαλικές αναζητήσεις, την αγροτική ζωή  σατιρίζουν κάποιες από τις αρετές (αφοσίωση, ευστροφία) αλλά κυρίως τα χούγια (καιροσκοπισμός, φιλονικία, εξιδανίκευση του μηδαμινού) των περίπου συμπατριωτών του Ούγγρων. Κι όλα αυτά δίνονται με τόσο γλαφυρό, αληθοφανή και λεπτομερή τρόπο που έχεις την ψευδή αίσθηση ότι ο Φίσερ καταγράφει προσωπικά του απομνημονεύματα.

Η ματιά του, βέβαια, είναι φανερά αντικομμουνιστική κι αυτό ίσως ξενίσει κάποιους, από την άλλη, όμως, τα βέλη του στρέφονται αποκλειστικά προς το καθεστώς εκείνης της συγκεκριμένης περιόδου και υποθέτω η περίοδος εκείνη έχει καταδικαστεί ήδη στη συνείδηση των Ούγγρων.

Και μέσα σε όλα αυτά και χωρίς να είναι ο βασικός του άξονας βρίσκει την ευκαιρία να διηγηθεί και μια από τις ωραιότερα διαβαθμισμένες ιστορίες έρωτα που έχω διαβάσει (κι έχω διαβάσει πολλές θα συμπλήρωνα, αν ήταν αλήθεια, που δεν είναι). Όπου φαίνεται και πάλι ότι η παρουσία μιας γυναίκας μπορεί να οδηγήσει έναν άντρα στο να αλλάξει ζωή, η απουσία της όμως μπορεί και του υποβάλλει ν΄αλλάξει ολόκληρο σύμπαν.