Category Archives: ΚοινωΠολιτεία

συνωστισμός εκεί πίσω

Μπάλες χωρίς γυαλάδα, σακάτηδες αηβασίληδες, γέροι τάρανδοι, αποτυχημένα χειροποίητα, ξεφτισμένα αστέρια, ξεφλουδισμένες γιρλάντες, λαμπιόνια δίχως φως και σκοπό. Και στα κλαδιά αντί για ψεύτικο χιόνι να επικάθεται το ψεύτικο είναι της χρονιάς, οι βραχύβιες ενοχές, τα βλέμματα που αποστράφηκαν, η βιαστική αλλαγή μυαλού και καναλιού. Οι υποσχέσεις, οι προφητείες και τα σχέδια που μείναν υποσχέσεις, προφητείες και σχέδια. Όλες οι πικρές κουβέντες. Όλο το χαμένο νόημα. Το αντίτιμο της ισοπέδωσης. Ο βήχας της ματαιοδοξίας. Η μάσκα απ΄το καρναβάλι καλής πρόθεσης. Το σαράκι που τσιμπολογάει από μέσα την αισιοδοξία μας και οι μετεωρίτες που ρημάζουν από έξω την ασπίδα μας. Είναι κρεμασμένο εκεί, στα αφέγγιστα κλαδιά του, ό,τι ενοχλεί τον αμπαλαρισμένο κόσμο μας, ό,τι θέλουμε αλλά δεν μπορούμε να αποδιώξουμε.

Τη νύχτα που ο ψευτομουσάτος θα σε επισκεφτεί θα αφήσει και από κει κάτω ένα κουτί που θα γράφει «δώρα». Θα το ανοίξεις λαίμαργα κατασκίζοντας το περιτύλιγμα κι ούτε που θα προσέξεις ότι η πλήρης ετικέτα έγραφε «από την Πανδώρα». Ίσως τότε φοβόσουν και δίσταζες να το ανοίξεις, μπορεί κάποιος ιός να ξεπηδήσει και σου κολλήσει καμιά αρρώστια, να, σαν εκείνη που σε κάνει να νοιάζεσαι πραγματικά και full-time για τους άλλους, άντε μετά να τρέχεις σε γιατρούς, σε πρακτικούς και σε talk-show για να την αποτινάξεις και να ξαναγιάνεις.

Περίεργο, όλο αυτός ο μύθος, πόσο αβάσταχτη ανάγκη εξυπηρετεί, σα να ‘μαστε κόμικ που κουβαλάμε στο σακίδιο μας μια τρύπα, δικαιούμαστε μια φορά το χρόνο να την ξετρυπώνουμε από εκεί αυτήν την τρύπα, τη στρώνουμε μπροστά στα πόδια μας, παίρνουμε φορά και βουτάμε τραγουδώντας μέσα της, και η τρύπα μέσα είναι ένα πολύφωτο, τρελό, ξέγνοιαστο, μεταλλαγμένο roller coaster, εισπράττουμε όλη τη χαρά αλλά χωρίς να φοβόμαστε τη βουτιά στο

κενό.

hole

φωτοαπαγόρευση

Ίσως ήταν η παγκόσμιας εμβέλειας απάτη με τα παραποιημένα πρόσωπα στα πλαστά πιστοποιητικά. Ίσως ήταν ο υπερβολικά κίβδηλος εορτασμός για τη selfie 1 τρισεκατομμύριο. Ίσως ήταν οι 6 ώρες και 55 λεπτά δίχως διαδίκτυο που επακολούθησαν από το κρασάρισμα πέντε βαρυφορτωμένων με αχρείαστη υπερανάλυση server. Ίσως ήταν η εκτόξευση του μίσους τη στιγμή που κρατούσε στα χέρια του το τρυφερό ενσταντανέ της συζύγου του με τον αυλικό του. Ίσως όλα αυτά μαζί. Κάποιος που είχε τον εκνευρισμό και είχε και τη δύναμη κίνησε τις διαδικασίες. Σε κάτι λιγότερο από 13 μήνες, οι φωτογραφίες κάθε τύπου είχαν απαγορευτεί.

Η νομοθετική απαγόρευση τεχνικά υλοποιήθηκε με τέσσερις τρόπους: 1. Η νεοσυσταθείσα PhotoPolice ανέλαβε την κατάσχεση και καταστροφή όλου του εγκληματικού υλικού: άλμπουμ, κάμερες, φιλμ, φλας, τρίποδες, software. 2. Οι πάροχοι internet μπλόκαραν τη διακίνηση των μιαρών φορμάτ: jpeg, tiff, bmp. 3. Οι web crawlers σκάναραν τον ιστό, εντόπιζαν παράνομες σελίδες και τις παρέδιδαν στην παγερή ακινησία του DoS. 4. Σβήστηκε από όλα τα κατάστιχα η φημισμένη φράση «μια εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις» – ως σύμβολο της νέας εποχής εδραιώθηκε η λέξη «μάνα» (mother, madre, mutter, mor…) με την υποσημείωση «μια λέξη αξίζει όσο χίλιες εικόνες».

λίγο δυσκίνητο, λίγο αδέξιο 

cheer(leader)s

cheers

Για δυο χρόνια μετά τις δημοτικές εκλογές είμασταν άπαντες υποχρεωμένοι να φοράμε τα δηλωτικά αυτοκόλλητα πάνω στα ρούχα μας. Σχήμα οξύμωρο ο νέος νόμος, αν και φορούσε κουστούμι ολοκληρωτισμού, στόχευε -ίσως υπερβολικά αισιόδοξα- στην ενίσχυση της δημοκρατικής πολιτικής συνείδησης μέσω της μεθόδου του έμμεσου στιγματισμού. Ο νομοθέτης γνώριζε ότι η προσωπική ψήφος ήταν, βέβαια, συνταγματικά κατοχυρωμένη ως μυστική, και άλλωστε, στόχος του δεν ήταν η απομόνωση (ή και η επιδοκιμασία) του δημότη ως μονάδα. Στόχος του ήταν οι δημότες ως σύνολο, η πόλη, το μόρφωμα αυτό των σχέσεων σε μέρη όπου όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους και αποφασίζουν σχεδόν παρεΐστικα για το τι είδος άνθρωποι θέλουν να διαφεντεύει τις τύχες των σπιτιών τους.

Έτσι, στα καρτελάκια στα ρούχα μας έγραφε το δήμο στον οποίο ανήκουμε (Ξάνθη, Βόλος, Κοζάνη), το ποιον δήμαρχο εκλέξαμε και το σημαντικότερο χαρακτηριστικό της τοπικής μας ψηφοφορίας (όπως δόξα τω ποδόσφαιρω ή χα και πάλι χα ή επιμονή στα αριστερά). Κι έτσι όταν ταξιδεύαμε, κανείς μας δεν μπορούσε να κρυφτεί, μπαίναμε στο τρένο κι ο απέναντί μας ήξερε με ποιον είχε να κάνει, μας κοιτούσε υποτιμητικά, με κατανόηση, με αηδία ή με ενθουσιασμό, γιατί έβλεπε στο πρόσωπό μας ένα εν δυνάμει υποστηρικτή κάποιου τραμπούκου, ενός αριβίστα, μιας τηλεπερσόνας, κάποιου εναλλακτικού, κάποιου επιχειρηματία, ενός παραπλανημένου, ενός νονού νυχτερινού ή ενός κόκκινου ανώνυμου.

-Μααα, σηκώθηκε φουριόζος ο αέρας της ηχούς του «ενίσταμαι», δεν ήταν άδικο αυτό για όσους δε ψήφιζαν τα κομματότουβλα, τους αχυράνθρωπους, τους φασίστες, τα λαμόγια και τα σούργελα της χαράς; Βολική δικαιολογία, αλλά όχι, ποτέ, γιατί η πόλη είμαστε εμείς, δέκα-είκοσι άνθρωποι που ξέρουμε τα χούγια και τα παρατσούκλια ο ένας του άλλου, απλώνεις το χέρι σου και αγγίζεις την καρδιά του διπλανού, λες μια κουβέντα και επηρεάζεις τον μισό πληθυσμό, περπατάμε στους ίδιους δρόμους και στεκόμαστε κάτω από το ίδιο κομμάτι ουρανού, πάει να πει η ψυχοσύνθεση και οι αντιστάσεις μας είναι φτιαγμένες απ΄το ίδιο υλικό, καταναλώνουμε τα ίδια σκευάσματα πολιτισμού, τα νούμερα του τρόμου (ΑΔΠ, επιχειρηματικότητα, ανεργία) μας στοιχειώνουν τις νύχτες με την ίδια αριθμολαγνική μορφή, ό,τι ωραίο κι ό,τι τερατώδες γεννιέται, λοπόν, εδωπέρα έχει κυοφορηθεί για μήνες στις δικές μας κοιλιές, οπότε, όχι, η πόλη είναι ο κατεξοχήν τόπος που το δικαίωμα στην ένσταση της διαφορετικότητας παύει να ισχύει.

Σαν ένα μπαράκι. Εκεί που πάμε για να μιλήσουμε, να πιούμε, να χορέψουμε. Άλλος ίσως ερωτευτεί, άλλος μπορεί να μεθύσει, άλλος θα φιλοσοφήσει. Άλλα πέρα από τις μικρές αποκλίσεις μας, το ύφος κι ο αέρας που εκπέμπει το μπαρ είναι συνισταμένη και άρα ευθύνη όλων μας. Και δεν μπορείς να ξεφύγεις ή να κρυφτείς σε κάποιο ανώνυμο πριβέ κουπέ. Γιατί είναι εκεί, στα μπαρ και τις πόλεις, where everybody knows your name.

ποδηλατότρομος

μπρρρ

Το πρώτο πράγμα που συμβαίνει είναι ότι η ευκολία που σου υπόσχεται (αποκλειστική χρήση, λείο οδόστρωμα, ευδιάκριτη σήμανση) αδρανοποιεί το ευλαβικά συντηρημένο ένστικτο αυτοσυντήρησής σου. Σαν ένα αδέσποτο σκύλο που, φτιαγμένος απ’ τη φύση να επιζεί στην άγρια πλευρά μόνος, νηστικός, φοβισμένος, κυνηγός και κυνηγημένος, βρίσκεται ξαφνικά να θωπεύεται μες στο προστατευμένο περιβάλλον μιας ανάδοχης οικογένειας. Το σώμα πλαδαρεύει, οι αισθήσεις ατονούν, η μυρωδιά του κινδύνου και η ανάγκη επιβίωσης γίνονται σιγά σιγά απλώς αναμνήσεις.

Κι είναι τότε ακριβώς που τα χρειάζεσαι περισσότερο.

Γιατί εδώ στα μέρη μας ποδηλατόδρομος σημαίνει: όλοι ξέρουμε τι σημαίνει

καφές και μπουγάτσα

Αίθουσα πολιτιστικής ανάπλασης. Επί του εδράνου, παρατεταγμένοι σαν πανομοιότυπες ελαιογραφίες σε επαρχιακό μουσείο οι συνήθεις ύποπτοι: η φιλόπτωχος, οι εμποροβιοτέχνες, το εργατοϋπαλληλικό, η θύρα τάδε, ο μορφωτικός, τα δρώμενα, η δημοτική αρχή, ο απαραίτητος κομπιουτεράς του portal και του προβολέα. Εκτός του εδράνου, οι υπόλοιποι, όσοι δηλαδή ενδιαφερόμαστε να παρακολουθούμε πώς αλλάζει αυτή η πόλη, πως γερνάει, πώς ξανανιώνει, πως τσακίζε(τα)ι, πώς εξελίσσεται. Η προβολή ξεκινάει. Εννιά χρόνια είναι αυτά.

walking-shadow

So lid Arno? sC.

το μπαλόνι και το τείχος

Ο ακάματος στατιστικολόγος μετράει τις γιορτινές ημέρες και τις συγκρίνει με τις άλλες, τις μίζερες και μαύρες. Τι περίεργο! Ποιος θα το πίστευε ότι οι πρώτες θα ήταν περισσότερες. Μια απροσδιόριστη ενόχληση φαγουρίζει τα δάχτυλά του. Δεν μπορεί. Λάθος θα έκανε. Τις ξαναμετράει. Όχι. Ναι. Η προσωρινή ενόχληση μετατρέπεται σε μόνιμη ανησυχία. Ανακαλεί κάποιο ιστορικό προηγούμενο. Θα πέσουν κεφάλια!

tree spring

χάσιμο χρόνου