Category Archives: Τόποι

cloudhog day

alarm

Και είμαι κολλημένος εκεί, στη 2α Φεβρουαρίου. Δεν ξέρω τι έχει συμβεί. Κάποια βλακεία θα έχω κατεβάσει στο laptop και όλα μοιάζουν σταματημένα. Δεν αποθηκεύει κανένα password και κάθε φορά πρέπει να κάνω χειροκίνητο login. Διαβάζω κανονικά τα feeds και τα updates της ημέρας, το άλλο πρωί, όμως, όλα είναι εξαφανισμένα – το timeline σημαδεύει και πάλι την 2/2. Αλλάζω το screensaver και το ξυπνητήρι, μετά από λίγο επιστρέφουν θριαμβεύτριες στην οθόνη οι εικόνες απ’ τα χιόνια και οι 6 τα χαράματα. Μπαίνω και ψάχνω εισιτήρια για το ταξίδι πίσω στο σπίτι, την επομένη όλο το ιστορικό είναι χαμένο.

Αρχίζει και γίνεται ενοχλητικό, εντάξει, μπορεί τα φύλλα από το ημερολόγιο τοίχου πίσω από τον πάγκο της υποδοχής να πέφτουν ένα-ένα σηματοδοτώντας μια τυπική διαδοχή, μπορεί να συναναστρέφομαι ανθρώπους με σάρκα και οστά, μπορεί να με ρωτάνε για την υγεία μου και το πώς κόπηκα στο ξύρισμα, μπορεί και γω από τη μεριά μου να υποκρίνομαι κάποιο αληθινό ενδιαφέρον, εσύ; δύσκολο να το πιστέψω

…όλους όσους ξέρω

Δραπέτευσα εσπευσμένα από το ΆσχημοΔωμάτιο αφήνοντας πίσω ομήρους δυο παχύσαρκες βαλίτσες και μια γενναία προκαταβολή μόνο και μόνο για να συνειδητοποιήσω ότι ήμουν εγκλωβισμένος σε μια φυλακή με απανωτές στρώσεις παρόμοιας αισθητικής. Για κάθε τοίχο που διαπερνούσα ένας άλλος ψηλότερος ορθωνόταν μπροστά μου. ΆσχημηΠανσιόν, ΆσχημοΧωριό, ΆσχημοςΚόλπος, ΆσχημοΝησί.

Με είχε δελεάσει μια παραπλανητική αχλή παιδικών αναμνήσεων και η πρόκληση να ξαναπλάσω γλυκά δεκαπενθήμερα ηλικίας 30 χρονών και βάλε. Σαν τους ηθοποιούς που η ζωή και η καριέρα τους τους αξιώνει να μεγαλουργούν δυο φορές στο ίδιο θεατρικό: πρώτα στο ρόλο του γιου και πολύ αργότερα στο ρόλο του πατέρα. Αλλά όσοι κριτικοί ευζωίας ζούνε δίπλα μου μάλλον θα αποφανθούν ότι ήμουν πολύ πιο αποτελεσματικός παλαιότερα, όταν φορούσα ποδάρια στραβά, δόντια λειψά και αποτυχίες χωρίστρας.

περισσότερο ΆσχημοΚείμενο εδωπέρα 

θλιμμένη νύχτα μαγική

mantolino

Πλησίασε μες το σκοτάδι το παράθυρο. Πήρε μια βαθιά ανάσα, όλη η πλάση μοσχοβολούσε γιασεμί. Κοίταξε ψηλά, χόρτασε η ματιά του αστέρια, έψαξε τους σχηματισμούς, χαιρέτισε τον ακούραστο οδηγό των κουρασμένων παλικαριών που αιώνες και αιώνες μπάρκαραν. Μετά αγνάντεψε το βαθύ πέλαγος κάτω απ’ το φως του κόκκινου φεγγαριού – ένας ελαφρύς αναστεναγμός πέταξε μες απ΄το στόμα του. Στ’ αυτιά του φτάσανε οι φωνές των παιδιών από τον κάμπο. Τραγουδούσαν και πηδούσαν φωτιές μα δίχως άλλο η πιο μεγάλη φωτιά έκαιγε μέσα τους. Προπαραμονή δεκαπενταύγουστου κι η σκέψη του μελαγχολικά κύλησε προς την εγγονή του, τη Ραλλού. Ένας χρόνος χώρια. Άνοιξε το σεντούκι της. Ανακάτεψε. Πράγματα και μνήμες.

Την κασέτα με τα επτά παιδικά τραγούδια που του είχε χαρίσει, ένα δίστομο μαχαίρι με μια μαντινάδα για την αγάπη χαραγμένη πάνω του, το λεύκωμά της με τίτλο «Ένα Μυστικό», μια ψευτοκονκάρδα απ’ τους συμμαθητές της που ‘λεγε «τράβα μπρος», τη μαύρη μινιατούρα αμαξιού που ‘χε φέρει ο πατέρας της από την περιοδεία στην Αμερική, τη θολή φωτογραφία της με τον Κεμάλ μπροστά στο σπήλαιο της Περιμπανού, εκεί που ο θρύλος όριζε ότι οι πιο βαθιές φιλίες στερεώνονταν κάτω από την απειλή του Αερικού, έναν χάρτινο Συρανό να σκαρφαλώνει σ’ ένα μικρό φεγγάρι, το κουδούνι από το τσακισμένο της ποδήλατο.

Διάλογοι των τελευταίων μηνών κατέκλυσαν το μυαλό του. Πραγματικοί με τους χωριανούς. Φανταστικοί μαζί της. «Δεν μπορείς να ξεφύγεις απ΄τον πόνο. Άλλαξέ του πρόσωπο. Μη σωπαίνεις. Τραγούδα μου όπως παλιά, μίλα μου, έστω ψιθύρισέ μου κάτι. Μη χάνεις τα λόγια σου. Δε θα βρεις απάντηση εκεί ψηλά. Οι δρόμοι, τα σπίτια, οι πλατείες, όλα είναι σα μαγικά εδώ. Δεν έφταιγε ο Γιαννιός, το ξέρεις, μην τον ξαναπείς έτσι. Έχω γίνει σύννεφο. Έλα να με βρεις. Έλα σε μένα».

Έριξε μια τελευταία ματιά στο δωμάτιο. Ένα μπουκάλι ρούμι που μέσα του οι τεχνητάδες του ‘χανε φτιάξει ένα μπρίκι. Το βιβλίο που του ΄χε χαρίσει ο δάσκαλος μ΄όλες τις ευγενικές μορφές του 21. Ένα μουσικό κουτί με δυο χορευτές σφιχτά εναγκαλισμένους σ’ ένα ξεκουρδισμένο βαλς. Το κρεμασμένο στον τοίχο μαντολίνο που ΄χε μάθει για να του ομορφαίνει τα βράδια. Το κάδρο της μητέρας του μαρμαρωμένο σε μια παντοτινή βλοσυρή έκφραση. Όλα νεκρά. Όλα ακίνητα.

***

Τα παιδιά χτυπούσαν την πόρτα της καλύβας επίμονα. Κανείς δεν άνοιγε. Τα λόγια τους έσκαγαν ανάκουστα στο περβάζι, στα κεραμίδια, στο ξεθωριασμένο, αυτοσχέδιο κουτί για τα γράμματα από τους ξενιτεμένους του. Κάτι είχε σκαλισμένο στη βάση του. Κάποιο παιδί το καθάρισε από τη σκόνη για να διαβάσει. Μυστήριο κανένα. Το όνομά του. «Κυρ Αντώνης». Πιάστηκαν να το φωνάζουν.

Πού είσαι; Τι κάνεις; Γιατί δεν ανοίγεις; Οι απαντήσεις δε θα δινόντουσαν ποτέ. Όχι λεκτικά. Όχι κατά πρόσωπο. Όταν κατάλαβαν τι συμβαίνει, μέσα στον τρόμο και την ταραχή του ο μικρότερος ξεκρέμασε το κουτί από την πόρτα. Μη μου θυμώνεις, τι το θες, αφού θα φτιάξεις άλλο μαζί της,

εκεί, στο δρόμο των ονείρων.

…σε αναμονή…

Καθώς το γλυκύ έαρ μεταφερόταν από τους ψαλμούς στην ύπαιθρο, ετοιμάστηκαν για την από τριετίας καθιερωμένη γυροβολιά τους. Φούσκωσαν λάστιχα, φόρεσαν κράνη, γέμισαν παγούρια και ξεκίνησαν. Εκείνη και εκείνος. Για την περιήγηση στα αστικά ξέφωτα όπου βασιλεύει η αθωότητα και το γέλιο περισσεύει. Για την περιήγηση στις παιδικές χαρές αυτής της πόλης.

Εκείνη έβγαζε το μπουφάν της, έσφιγγε την κοτσίδα της και έπαιρνε σβάρνα όλες -πλην μίας- τις κατασκευές. Κρεμιόταν στις κούνιες, σκαρφάλωνε στην τσουλήθρα, γυρνούσε το περιστρεφόμενο θεωρείο, δοκίμαζε τις αντοχές από τα ελατήρια στα παπάκια. Παραχωρούσε πάντοτε τη θέση της στους μικρότερους και βοηθούσε όποιον σκάλωνε σε κάποια αναρρίχηση. Σημείωνε στο μυαλό της τη κρυμμένη επικινδυνότητα, το βαθμό δυσκολίας και το ύψος ικανοποίησης και προχωρούσε στην επόμενη δοκιμασία.

Εκείνος, νωθρός στο σώμα αλλά όχι στο πνεύμα, καθόταν σε κάποια θέση και παρατηρούσε τις φυλές γύρω του. Τους υπερβολικά ανήσυχους, τους εξοργιστικά αδιάφορους, τους ασθμαίνοντες ηλικιωμένους, τα παντός καιρού και τόπου μοντέλα, τους μανιακούς του τηλεφώνου, τους επαγγελματίες κουτσομπόληδες, τους ακτινοβολούντες στάτους και υπεροψία, τους φτωχικά ντυμένους. Μα πάνω απ΄όλους το μάτι και η αμηχανία του μέναν πάνω στους σιχαμερούς του ρύπου, εκείνους που τόσο στρεβλωμένο είχαν το μέσα τους που θεωρούσαν απολύτως φυσιολογικό να βρωμίζουν με τσιγάρα και αποφάγια το χώρο που διασκέδαζαν τα παιδιά τους.

Καμιά φορά βρίσκανε παιδικές χαρές κατεστραμμένες, με σπασμένες καρέκλες, αλυσίδες, σκαλιά, έρημες, βουβές, γεμάτες αγριόχορτα, σκουπίδια και λάσπες. Ένα η-κότα-ή-το-αυγό ερώτημα εγειρόταν τότε, να ήταν άραγε αυτές οι χαρές παρατημένες από παιδιά γιατί οι αρχές απαξιούσαν να τις επιδιορθώσουν και να τις καλλωπίσουν ή οι αρχές αρνούνταν να πετάξουν ανώφελα τα λεφτά τους για μια παιδική που οι μπόμπιρες ούτως ή άλλως δεν προτιμούσαν; Δεν είχε και πολύ σημασία, γιατί καθώς υποχωρούσε ο βόμβος από το αδιέξοδο ερώτημα το μόνο που έσπαγε τη σιωπή ήταν -αν μπορούσες να ακούσεις και να δεις πραγματικά καλά- οι  μαθηματικές φόρμες από τα χάχανα του παρελθόντος, το εκκρεμοειδές «χχιιιιιιιι» που ακολουθούσε την τροχιά της κούνιας ή το κεκλιμένο «χχχααααα» που ξεπηδούσε από την τσουλήθρα ή το τέλεια κυκλικό «χχοοοοο» που στροβιλιζόταν κι αυτό στο γύρω-γύρω-όλοι.

Εκείνη μάζευε το μπουφάν της. Εκείνος μάζευε τη ματιά του. Ξαναφορούσαν τα κράνη. Ξανανέβαιναν στο ποδήλατο. Στη σέλα και στο καρεκλάκι. Πριν ξεκινήσουν για τον επόμενο σταθμό κοιτούσαν για λίγο την τραμπάλα. Κι εύχονταν και οι δύο πότε εκείνη θα χαρίσει σε εκείνον ένα αδελφάκι για να μπορούν επιτέλους να αντιστρέφουν τους ρόλους τους.

waiting

μίχελ

Καθώς περνούσε τη φλεγόμενη πύλη πρόσεξε την επιγραφή ψηλά πάνω από το κεφάλι του: Μίχελ. Οπωσδήποτε παιχνίδι με το όνομά του και τα Γερμανοφλαμανδικά που πάντοτε μισούσε.

mixel

Στον προθάλαμο αμέτρητα ποντίκια συνωστίζονταν και σκουντιόνταν. Δεν είχαν φωσφορίζοντα, σπινθηροβόλα μάτια κι ούτε χνώτα που βρωμούσαν θειάφι. αρκούσε μόνο η όψη του παλλόμενου, αηδιαστικού χαλιού που σχημάτιζαν για να προκαλούν απανωτούς εμετούς – που άλλωστε ήταν και ο σκοπός τους, ο εμετός τα έθρεφε και τα συντηρούσε. Κι η μόνη αναμμένη δάδα που βρισκόταν πρόχειρη -μήπως και καταφέρει και τα εκφοβίσει- έκαιγε πεισματικά καρφωμένη στο χέρι ήταν το χέρι του τριτοκλασάτου διαβολάκου που τον συνόδευε. –Σιχαίνομαι τα ποντίκια. Το ξέρεις, φυσικά, τι λέω. Και τι έχει μετά; Φίδια; Αράχνες; –Μπαα, αναλογεί μόνο ένα ζωικό είδος στον καθένα σας. Αναθάρρησε. Βρήκε το κουράγιο και περπάτησε γλίστρησε πάνω στο μυοχαλί.

.δυσάερο, δυσήλιο 4άρι .ενοικίασις: υποχρεωτική

ποδηλατότρομος

μπρρρ

Το πρώτο πράγμα που συμβαίνει είναι ότι η ευκολία που σου υπόσχεται (αποκλειστική χρήση, λείο οδόστρωμα, ευδιάκριτη σήμανση) αδρανοποιεί το ευλαβικά συντηρημένο ένστικτο αυτοσυντήρησής σου. Σαν ένα αδέσποτο σκύλο που, φτιαγμένος απ’ τη φύση να επιζεί στην άγρια πλευρά μόνος, νηστικός, φοβισμένος, κυνηγός και κυνηγημένος, βρίσκεται ξαφνικά να θωπεύεται μες στο προστατευμένο περιβάλλον μιας ανάδοχης οικογένειας. Το σώμα πλαδαρεύει, οι αισθήσεις ατονούν, η μυρωδιά του κινδύνου και η ανάγκη επιβίωσης γίνονται σιγά σιγά απλώς αναμνήσεις.

Κι είναι τότε ακριβώς που τα χρειάζεσαι περισσότερο.

Γιατί εδώ στα μέρη μας ποδηλατόδρομος σημαίνει: όλοι ξέρουμε τι σημαίνει