αθέατος

Έχει πιει αρκετό κρασί. Εννοείται εν ώρα υπηρεσίας. Χαμογελάει. Θυμάται ότι στα αστυνομικά σίριαλ των νιάτων του ακουγόταν πάντοτε  η φράση «ποτέ εν ώρα υπηρεσίας, κυρία μου», λες και κάποιος είχε κατοχυρώσει την πατέντα και εισέπραττε για τα πνευματικά δικαιώματα. Τώρα μάλλον έχει περιπέσει σε δυσμένεια και οδεύει προς εξαφάνιση. Η φράση. Και αυτός. Το κρασί. Η ζαλάδα. Ένα βολικό δοχείο όπου διοχετεύει την αγωνία του για μια παράξενη κατάσταση την οποία βιώνει: γερνάει. Και το νιώθει στα γόνατα και το πετσί του σε κάθε σπάνιο, δύσκολο και πικρό σκαλί που ραθύμως δρασκελίζει.

Τα κλικαμοστάσια ως ληξιαρχικές πράξεις

λίγο πριν το υπόγειο

Έι, παίδες, τι λέτε να γίνει φέτος; Τι θες να γίνει; Εννοώ, ακούσατε τίποτα, θα μας μαζέψουν; Ή έχουμε καμιά ελπίδα; Οι ελπίδες είναι όλες στο κεφάλι σου. Κάθε χρόνο η ίδια κουβέντα. Γιατί δεν αποδέχεσαι επιτέλους τη μοίρα σου; Νομίζεις; Είμαι σίγουρος ότι πολλοί εδώ μέσα σκέφτονται όπως εγώ. Θες να κάνουμε μια σφυγμομέτρηση; Ε, φιλάρα, μη μιλάς για σφυγμό εδωπέρα. Μετά από 100 χιλιάδες συνεχόμενα blinks ίσα που βγαίνει η φωνή μου. Θα χρειαζόμουν λίγους μήνες ξεκούρασης. Αυτό που χρειάζεσαι δεν είναι ξεκούραση, αλλά ένα στοιχειώδες upgrade, μια ώθηση στην εξελικτική αλυσίδα. Όλοι θα ΄μασταν πιο υγιείς αν ανάμεσα στον Διγενή εκεί κάτω και την πρίζα παρεμβαλλόταν ένας ρυθμιστής χρονικού σχεδίου κι όχι σκέτο καλώδιο. Ο γέγονε, γέγονε. Αυτοί είμαστε. Όταν τα Φώτα έρχονται, τα φωτάκια φεύγουν. Οι υπόλοιποι 11 μήνες θα μας βρουν στριμωγμένους σ΄ένα ασφυκτικό κουτί στο υπόγειο. Κάποιοι από εμάς θα επιζήσουν, κάποιοι θα συνθλιβούν, κάποιοι απλώς θα σταματήσουν να διοχετεύουν τάση. Κι όλο αυτό αν είμαστε τυχεροί. Οι στατιστικές δείχνουν ότι ο εορταστικός εξοπλισμός πετιέται στους κάδους κάθε 2 χρόνια. Στα σαγόνια της σκουπιδιάρας, ωιμέ. Τουλάχιστον αν είχα ζήσει για λίγο αυτές τις περίφημες 2 διαστάσεις. Ίσως αν ήμουν τυλιγμένος σ΄ένα δέντρο, κι όχι στερεωμένος σ’ αυτό το σκονισμένο ράφι. Θα είχα τότε όχι μόνο 2, αλλά 5 και 6 γείτονες, πάνω, κάτω και πλαγίως, ω τι ενδιαφέρουσες κουβέντες θα κάναμε, τι κοζερί, τι brain storms, τι χορωδιακά τραγούδια θα τραγουδούσαμε, τώρα, μα την αλήθεια έχω σιχαθεί τη μούρη του αρρωστιάρικου κίτρινου και του κακόφημου κόκκινου που με περιστοιχίζουν. Γιατί, γιατί, όμως, να μη μας κρατάνε 12 μήνες on-line; Αφού μας γουστάρουνε τρελά. Δες τα σπίτια, τους δρόμους, τις πλατείες, όλα λαμπερά, όλα φωτισμένα. Διότι το φως έχει αξία μόνο σ’ ένα κόσμο σκότους. Η χαρά σε μια ατμόσφαιρα θλίψης. Η ομορφιά σε μια θάλασσα ασχήμιας. Η αξία μας είναι μόνο η αξία ενός κρουστικού θορύβου, κάτι που έρχεται και αναταράσσει την επιφάνεια των ήρεμων νερών. Το ξέρεις φαντάζομαι, δεν μπορείς να ζήσεις πολύ καιρό ούτε με την ταραχή ούτε με τον θόρυβο. ΟΚ, αν, λοιπόν, εμείς είμαστε ο γιορτινός θόρυβος, τι θα λέγατε τότε να πάμε ένα βήμα παραπίσω, να μην είμαστε πια εξτένσιονς και αξεσουάρ, τι θα λέγατε να γίνουμε κομμάτι του μόνιμου οικοσυστήματος, δομικά στοιχεία ενός τοίχου, ενός κουφώματος, ενός μπαλκονιού; Να, ας πούμε αν αποκτούσαμε ένα χρηστικό ρόλο, να μας προσθέσει ένα φωτοκύτταρο και να μας κατεβάσει στην είσοδο του σπιτιού, να ανάβουμε τα βράδια που γυρνάει από τη διασκέδαση, ε;, ή κάτι πιο καλλιτεχνικό, να αγοράσει ένα μοντέρνο πίνακα ζωγραφικής που να αναδεικνύεται μόνο μ΄ένα πολύχρωμο φωτισμό στην κορνίζα του, ε, τι λέτε; Τι νόημα έχει; Όταν γίνεσαι δομικός, κανείς δε σε προσέχει. Ζεις, αλλά είναι σαν να μην υπάρχεις. Κι όλα καταλήγουν ξανά και ξανά και ξανά στο δίλημμα του Αχιλλέα. Ένδοξος, νεκρός και βασιλιάς; Ή άσημος, ζωντανός και σκλάβος; Κι αν με ρωτάς εμένα, η δική μου ανάσα είναι η χαρά των παιδιών. Κι είναι αρκετά έξυπνα για να δυσανασχετούν με την υπερβολή και το μπούχτισμα. Οπότε, ναι, συμμάζεμα, κουτί, υπόγειο και βουρ για θερινή νάρκη. Δε συμφωνείς κι εσύ έλατο;

cl

εκτός πιεστηρίου

Η 31η Δεκεμβρίου του ήταν φορτωμένη πέρα από τις συνήθεις συνήθειες (κάλαντα, γιορτινές ετοιμασίες) και με μια ακόμη. Θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει αγαπημένη, αν δεν υπήρχε ο κίνδυνος να θεωρηθεί ότι απολάμβανε αυτό που έκανε. Θα μπορούσε να την πει ευλαβική, αν αυτό δεν της προσέδιδε μια θρησκευτική χροιά που ήταν τελείως άστοχη – το σημείο που τον ενδιέφερε ήταν ακριβώς το σημείο όπου όλες οι θρησκείες παύουν να ισχύουν. Θα μπορούσε να την πει απαρέγκλιτη, θα ‘ταν κομματάκι ειρωνικό, όμως, συχνότητα μια-φορά-το-χρόνο δεν ήταν δα και τόσο δύσκολο να ακολουθηθεί. Όπως και να ΄χει, ήταν μια συνήθεια που εξυπηρετούσε την ικανοποίηση μιας απαιτητικής όσο και αλλόκοτης ανάγκης του, ειδικά από τότε που είχε ξεκινήσει τα συχνά εκτός έδρας ταξίδια του σε νησιά, όπου δεν ήταν σπάνιο το φαινόμενο να χάνει λόγω κακοκαιρίας τον απογευματινό τύπο.

κομματάκι καθυστερημένο

η διαρρήκτρια με το τετράστιχο

Στο εορταστικό θεατρικό του σχολείου σε κάποια στιγμή ακούγεται το Money των Pink Floyd καθώς ένα τσούρμο λιλιπούτειοι εισοδηματίες εισέρχονται στη σκηνή. Το ακούω και δε νιώθω το παραμικρό, μήτε έκπληξη (όπως πέρσι) μήτε αδιαφορία μήτε ευχαρίστηση μήτε ανία. Τα τραγούδια αυτών των τύπων έχουν γίνει πια με την τόση ιστορία και τις τόσες ακροάσεις κάτι σα κομμάτι του DNA μας, το να ακούω τις νότες τους είναι σα να κοιτώ το χέρι μου, το δέρμα μου, είναι εκεί, θα ΄ναι πάντα, ούτε όμορφο ούτε άσχημο ούτε ιδιαίτερο, τις γνωρίζω καλά τις πτυχώσεις του, έχει κάποια χρηστική αξία, αναμφισβήτητα, αλλά δεν είναι πια μια αξία χρηματιστηριακή, που ανεβοκατεβαίνει η τιμή και η αποδοχή της ανάλογα με την εποχή, είναι πιο πολύ η αξία της «δεμένης συστοιχίας», ανήκει σε όσα υπάρχουν μεν παράλληλα με μας, αλλά η σημασία που τους δίνουμε είναι η σημασία ενός κοιμώμενου, λευκού γατιού μέσα σε μια χιονισμένη, λευκή αυλή, σαν τη μηχανική αναπνοή μας ένα πράμα που διαταράσσεται μόνο από την αιθαλομίχλη των τζακιών ή σαν μια αγάπη που τη θεωρούμε δεδομένη, στέκεται δίπλα μας και το μόνο που ζητάει από εμάς είναι μια ζεστή αγκαλιά, πόσο ανόητοι είμαστε που ξεχνάμε να την προσφέρουμε.

dsotct

Στο θεατρικό πολλοί ρόλοι εναλλάσσονται και η δασκάλα είναι υπεύθυνη να προτείνει το μικρόφωνο σε όποιον είναι η σειρά του να απαγγείλει το τετράστιχό του. Κι είναι ένα παιδάκι που η δασκάλα ζαλισμένη από τα πέρα δώθε ξεχνάει να του δώσει το μικρόφωνο, και καταλήγει εκείνο να μην πει το τετράστιχό του, αυτό που 2 εβδομάδες το επαναλάμβανε μετά μανίας στο σπίτι, και οι γονείς του το πίεζαν για «δυνατά και καθαρά», σα να κρέμονταν όλα τα Χριστούγεννα από τη δική του απαγγελία, ΠΟΣΟ ΑΝΟΗΤΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ, να οδηγούμε τα παιδιά μας στο δρόμο που άλλοι εκατό χιλιάδες πριν έχουν πατήσει, τι να νιώθει το παιδάκι, το παρατηρώ, καμία αντίδραση, δεν επαναστατεί, δε λουφάζει, μένει πιστό στον υπόλοιπο κινησιολογικό του ρόλο, να ΄χα ένα ζευγάρι κιάλια να δω τα μάτια του από κοντά και την ψυχή του από μέσα, απορεί, δακρύζει, απογοητεύεται;, γαμώτο, δεν ξέρω πώς να τη χειριστώ αυτή την κατάσταση, δεν ξέρω πώς να χειριστώ καμία κατάσταση, η ζωή είναι ένα δώρο που ποτέ δεν ξέρεις τι έχει μέσα, το μόνο που σκέφτομαι είναι να γράψω ένα αστυνομικό:

Η διάσημη διαρρήκτρια (με προτίμηση σε μουσεία και έργα τέχνης) σε κάθε της ληστεία αφήνει πίσω της για υπογραφή μια κάρτα με τυπωμένο ένα παιδικό τετράστιχο, πονοκεφαλιάζει την αστυνομία, τι να σημαίνει, πώς τα καταφέρνει, και γιατί χτυπάει πάντοτε Χριστούγεννα, κάποτε θα υποπέσει στο μοιραίο σφάλμα, η μέρα που την δικάζουν, σηκώνεται για την απολογία της, κορδώνεται, φοράει μια αγιοβασιλιάτικη σκούφια που ΄χε κρυμμένη στον κόρφο της και απαγγέλλει ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ επισήμως μπροστά σε κοινό το στοιχειωμένο τετράστιχο. Είμαι και γω, ο γονιός, στο ακροατήριο, τα χέρια μου πλεγμένα, τα μάτια μου υγρά, το στόμα μου ψιθυρίζει 4 λεξούλες κι ένα σημείο στίξης «δυνατά, δυνατά και καθαρά», με το που τελειώνει γυρνάω στον διπλανό μου στο ακροατήριο και του εκμυστηρεύομαι περήφανος: «το δικό μου είναι».

Συγγνώμη, συγγνώμη από μένα και τη δασκάλα και από όλους μας, ακριβό μου πλάσμα.

συνωστισμός εκεί πίσω

Μπάλες χωρίς γυαλάδα, σακάτηδες αηβασίληδες, γέροι τάρανδοι, αποτυχημένα χειροποίητα, ξεφτισμένα αστέρια, ξεφλουδισμένες γιρλάντες, λαμπιόνια δίχως φως και σκοπό. Και στα κλαδιά αντί για ψεύτικο χιόνι να επικάθεται το ψεύτικο είναι της χρονιάς, οι βραχύβιες ενοχές, τα βλέμματα που αποστράφηκαν, η βιαστική αλλαγή μυαλού και καναλιού. Οι υποσχέσεις, οι προφητείες και τα σχέδια που μείναν υποσχέσεις, προφητείες και σχέδια. Όλες οι πικρές κουβέντες. Όλο το χαμένο νόημα. Το αντίτιμο της ισοπέδωσης. Ο βήχας της ματαιοδοξίας. Η μάσκα απ΄το καρναβάλι καλής πρόθεσης. Το σαράκι που τσιμπολογάει από μέσα την αισιοδοξία μας και οι μετεωρίτες που ρημάζουν από έξω την ασπίδα μας. Είναι κρεμασμένο εκεί, στα αφέγγιστα κλαδιά του, ό,τι ενοχλεί τον αμπαλαρισμένο κόσμο μας, ό,τι θέλουμε αλλά δεν μπορούμε να αποδιώξουμε.

Τη νύχτα που ο ψευτομουσάτος θα σε επισκεφτεί θα αφήσει και από κει κάτω ένα κουτί που θα γράφει «δώρα». Θα το ανοίξεις λαίμαργα κατασκίζοντας το περιτύλιγμα κι ούτε που θα προσέξεις ότι η πλήρης ετικέτα έγραφε «από την Πανδώρα». Ίσως τότε φοβόσουν και δίσταζες να το ανοίξεις, μπορεί κάποιος ιός να ξεπηδήσει και σου κολλήσει καμιά αρρώστια, να, σαν εκείνη που σε κάνει να νοιάζεσαι πραγματικά και full-time για τους άλλους, άντε μετά να τρέχεις σε γιατρούς, σε πρακτικούς και σε talk-show για να την αποτινάξεις και να ξαναγιάνεις.

Περίεργο, όλο αυτός ο μύθος, πόσο αβάσταχτη ανάγκη εξυπηρετεί, σα να ‘μαστε κόμικ που κουβαλάμε στο σακίδιο μας μια τρύπα, δικαιούμαστε μια φορά το χρόνο να την ξετρυπώνουμε από εκεί αυτήν την τρύπα, τη στρώνουμε μπροστά στα πόδια μας, παίρνουμε φορά και βουτάμε τραγουδώντας μέσα της, και η τρύπα μέσα είναι ένα πολύφωτο, τρελό, ξέγνοιαστο, μεταλλαγμένο roller coaster, εισπράττουμε όλη τη χαρά αλλά χωρίς να φοβόμαστε τη βουτιά στο

κενό.

hole

αρκεί να κόβεις ό,τι σε ενοχλεί

Επέστρεψε από τη χαοτική megadance σάλα όπου είχε περάσει 106 λεπτά παρατηρώντας απαθής τις δυο επόμενές του γενιές να χτυπιούνται με άγνωστα τραγούδια. Έβγαλε βιαστικά τα ρούχα του, τα πέταξε στο πάτωμα. Ξανά και ξανά και ξανά. Δύο μετά τα μεσάνυχτα βγήκε γυμνός στο μπαλκόνι και τ’ άπλωσε να αεριστούν. Συνέχισε με τα δάχτυλά του. Η ιδέα και μόνο ότι είχε ακουμπήσει πράγματα (το ποτήρι, το σκαμπό, τη μαξιλάρα) που για χρόνια άπειρες στρώσεις καπνού είχαν επικαθίσει πάνω τους του προκαλούσε αηδία. Τα έτριψε μέχρι εξαντλήσεως. Μπήκε στην ντουζιέρα. Διπλή δόση αφρόλουτρου. Διπλή δόση σαμπουάν. Ένιωθε τη βρωμερή νικοτινούχα οσμή να αποκολλάται από τα μαλλιά και το σώμα του και να ουρλιάζει περιδινούμενη στο σιφόνι. Ξάπλωσε στα σκοτεινά στον καναπέ. Τίποτα να μη μυρίζει, τίποτα να μην αγγίζει. Μόνο το αρωματικό τσάι και τη ροή στο λάρυγγά του μήπως και καθαρίσει το δηλητηριασμένο μέσα του.

Ως πότε θα θυσίαζε υγεία και ευεξία στο βωμό μιας αμήχανης κοινωνικής ζωής; Ο αντικαπνιστικός νόμος ήρθε την καταλληλότερη στιγμή. Τον σιγοντάρισε με μια δραστική μεταβολή στην ανθρωπογεωγραφία της διασκέδασης: λιγότερα τετραγωνικά μέτρα, μεγαλύτερες ηλικίες.

3 ενότητες και φινάλε