Tag Archives: λογιστορίες

συνωστισμός εκεί πίσω

Μπάλες χωρίς γυαλάδα, σακάτηδες αηβασίληδες, γέροι τάρανδοι, αποτυχημένα χειροποίητα, ξεφτισμένα αστέρια, ξεφλουδισμένες γιρλάντες, λαμπιόνια δίχως φως και σκοπό. Και στα κλαδιά αντί για ψεύτικο χιόνι να επικάθεται το ψεύτικο είναι της χρονιάς, οι βραχύβιες ενοχές, τα βλέμματα που αποστράφηκαν, η βιαστική αλλαγή μυαλού και καναλιού. Οι υποσχέσεις, οι προφητείες και τα σχέδια που μείναν υποσχέσεις, προφητείες και σχέδια. Όλες οι πικρές κουβέντες. Όλο το χαμένο νόημα. Το αντίτιμο της ισοπέδωσης. Ο βήχας της ματαιοδοξίας. Η μάσκα απ΄το καρναβάλι καλής πρόθεσης. Το σαράκι που τσιμπολογάει από μέσα την αισιοδοξία μας και οι μετεωρίτες που ρημάζουν από έξω την ασπίδα μας. Είναι κρεμασμένο εκεί, στα αφέγγιστα κλαδιά του, ό,τι ενοχλεί τον αμπαλαρισμένο κόσμο μας, ό,τι θέλουμε αλλά δεν μπορούμε να αποδιώξουμε.

Τη νύχτα που ο ψευτομουσάτος θα σε επισκεφτεί θα αφήσει και από κει κάτω ένα κουτί που θα γράφει «δώρα». Θα το ανοίξεις λαίμαργα κατασκίζοντας το περιτύλιγμα κι ούτε που θα προσέξεις ότι η πλήρης ετικέτα έγραφε «από την Πανδώρα». Ίσως τότε φοβόσουν και δίσταζες να το ανοίξεις, μπορεί κάποιος ιός να ξεπηδήσει και σου κολλήσει καμιά αρρώστια, να, σαν εκείνη που σε κάνει να νοιάζεσαι πραγματικά και full-time για τους άλλους, άντε μετά να τρέχεις σε γιατρούς, σε πρακτικούς και σε talk-show για να την αποτινάξεις και να ξαναγιάνεις.

Περίεργο, όλο αυτός ο μύθος, πόσο αβάσταχτη ανάγκη εξυπηρετεί, σα να ‘μαστε κόμικ που κουβαλάμε στο σακίδιο μας μια τρύπα, δικαιούμαστε μια φορά το χρόνο να την ξετρυπώνουμε από εκεί αυτήν την τρύπα, τη στρώνουμε μπροστά στα πόδια μας, παίρνουμε φορά και βουτάμε τραγουδώντας μέσα της, και η τρύπα μέσα είναι ένα πολύφωτο, τρελό, ξέγνοιαστο, μεταλλαγμένο roller coaster, εισπράττουμε όλη τη χαρά αλλά χωρίς να φοβόμαστε τη βουτιά στο

κενό.

hole

Advertisements

μουσική για τον 2ο όροφο

music building

Ναι, νομίζω ήταν εκεί στα τέλη της δεκαετίας του 80. Τρώγαμε καθημερινά στη φοιτητική λέσχη, μια τεράστια για τα επαρχιακά μου μάτια αίθουσα καταδικασμένη να προσφέρει στους επισκέπτες της μόνο 2 ασφυκτικά modes: είτε σκυφτός να τρως είτε όρθιος να ψάχνεις (καρέκλα ή μαγειρευτό). Και από μουσική, ροκιές της εποχής, λες και όλοι τρελαινόμασταν ν’ ακούμε godfathers και violent femmes με τα ζυμαρικά μας. Σκέφτηκα: η μουσική εδώ είναι το συνοδευτικό μας, σαν τη σαλάτα στο τραπέζι μας, έλεος, δεν μπορεί να είναι τόσο άσχετη με το κυρίως πιάτο, με αυτό που ζούμε. Βλέπεις όσο κι αν μισούσα τη ροκ μουσική ήμουν κι εγώ δέσμιος ενός από τα σύγχρονα προπύργιά της, MTV, με τη συνήθη 5ετή καθυστέρηση που παίρνει στις τάσεις για να ταξιδέψουν από την Αμερική στην Ελλάδα θεωρούσα και γω ότι αυτό που βλέπεις και αυτό που ακούς πρέπει να ορίζουν το ίδιο σημαινόμενο, αν ρωτούσες το 1988 τι σημαίνει video clip 7 στους 10 θα σου απαντούσανε «μια μίνι ταινία που εξηγεί τους στίχους των τραγουδιών»! Οπότε, ναι, με όλες τις αστοχίες και τις παραπλανήσεις του μυαλού μου, νομίζω ότι κάπου εκεί φυτεύτηκε εντός μου ο σπόρος της αρχιτεκτονικής μουσικής.

περισπούδαστο, αλλά αφελές 

φωτοαπαγόρευση

Ίσως ήταν η παγκόσμιας εμβέλειας απάτη με τα παραποιημένα πρόσωπα στα πλαστά πιστοποιητικά. Ίσως ήταν ο υπερβολικά κίβδηλος εορτασμός για τη selfie 1 τρισεκατομμύριο. Ίσως ήταν οι 6 ώρες και 55 λεπτά δίχως διαδίκτυο που επακολούθησαν από το κρασάρισμα πέντε βαρυφορτωμένων με αχρείαστη υπερανάλυση server. Ίσως ήταν η εκτόξευση του μίσους τη στιγμή που κρατούσε στα χέρια του το τρυφερό ενσταντανέ της συζύγου του με τον αυλικό του. Ίσως όλα αυτά μαζί. Κάποιος που είχε τον εκνευρισμό και είχε και τη δύναμη κίνησε τις διαδικασίες. Σε κάτι λιγότερο από 13 μήνες, οι φωτογραφίες κάθε τύπου είχαν απαγορευτεί.

Η νομοθετική απαγόρευση τεχνικά υλοποιήθηκε με τέσσερις τρόπους: 1. Η νεοσυσταθείσα PhotoPolice ανέλαβε την κατάσχεση και καταστροφή όλου του εγκληματικού υλικού: άλμπουμ, κάμερες, φιλμ, φλας, τρίποδες, software. 2. Οι πάροχοι internet μπλόκαραν τη διακίνηση των μιαρών φορμάτ: jpeg, tiff, bmp. 3. Οι web crawlers σκάναραν τον ιστό, εντόπιζαν παράνομες σελίδες και τις παρέδιδαν στην παγερή ακινησία του DoS. 4. Σβήστηκε από όλα τα κατάστιχα η φημισμένη φράση «μια εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις» – ως σύμβολο της νέας εποχής εδραιώθηκε η λέξη «μάνα» (mother, madre, mutter, mor…) με την υποσημείωση «μια λέξη αξίζει όσο χίλιες εικόνες».

λίγο δυσκίνητο, λίγο αδέξιο 

cheer(leader)s

cheers

Για δυο χρόνια μετά τις δημοτικές εκλογές είμασταν άπαντες υποχρεωμένοι να φοράμε τα δηλωτικά αυτοκόλλητα πάνω στα ρούχα μας. Σχήμα οξύμωρο ο νέος νόμος, αν και φορούσε κουστούμι ολοκληρωτισμού, στόχευε -ίσως υπερβολικά αισιόδοξα- στην ενίσχυση της δημοκρατικής πολιτικής συνείδησης μέσω της μεθόδου του έμμεσου στιγματισμού. Ο νομοθέτης γνώριζε ότι η προσωπική ψήφος ήταν, βέβαια, συνταγματικά κατοχυρωμένη ως μυστική, και άλλωστε, στόχος του δεν ήταν η απομόνωση (ή και η επιδοκιμασία) του δημότη ως μονάδα. Στόχος του ήταν οι δημότες ως σύνολο, η πόλη, το μόρφωμα αυτό των σχέσεων σε μέρη όπου όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους και αποφασίζουν σχεδόν παρεΐστικα για το τι είδος άνθρωποι θέλουν να διαφεντεύει τις τύχες των σπιτιών τους.

Έτσι, στα καρτελάκια στα ρούχα μας έγραφε το δήμο στον οποίο ανήκουμε (Ξάνθη, Βόλος, Κοζάνη), το ποιον δήμαρχο εκλέξαμε και το σημαντικότερο χαρακτηριστικό της τοπικής μας ψηφοφορίας (όπως δόξα τω ποδόσφαιρω ή χα και πάλι χα ή επιμονή στα αριστερά). Κι έτσι όταν ταξιδεύαμε, κανείς μας δεν μπορούσε να κρυφτεί, μπαίναμε στο τρένο κι ο απέναντί μας ήξερε με ποιον είχε να κάνει, μας κοιτούσε υποτιμητικά, με κατανόηση, με αηδία ή με ενθουσιασμό, γιατί έβλεπε στο πρόσωπό μας ένα εν δυνάμει υποστηρικτή κάποιου τραμπούκου, ενός αριβίστα, μιας τηλεπερσόνας, κάποιου εναλλακτικού, κάποιου επιχειρηματία, ενός παραπλανημένου, ενός νονού νυχτερινού ή ενός κόκκινου ανώνυμου.

-Μααα, σηκώθηκε φουριόζος ο αέρας της ηχούς του «ενίσταμαι», δεν ήταν άδικο αυτό για όσους δε ψήφιζαν τα κομματότουβλα, τους αχυράνθρωπους, τους φασίστες, τα λαμόγια και τα σούργελα της χαράς; Βολική δικαιολογία, αλλά όχι, ποτέ, γιατί η πόλη είμαστε εμείς, δέκα-είκοσι άνθρωποι που ξέρουμε τα χούγια και τα παρατσούκλια ο ένας του άλλου, απλώνεις το χέρι σου και αγγίζεις την καρδιά του διπλανού, λες μια κουβέντα και επηρεάζεις τον μισό πληθυσμό, περπατάμε στους ίδιους δρόμους και στεκόμαστε κάτω από το ίδιο κομμάτι ουρανού, πάει να πει η ψυχοσύνθεση και οι αντιστάσεις μας είναι φτιαγμένες απ΄το ίδιο υλικό, καταναλώνουμε τα ίδια σκευάσματα πολιτισμού, τα νούμερα του τρόμου (ΑΔΠ, επιχειρηματικότητα, ανεργία) μας στοιχειώνουν τις νύχτες με την ίδια αριθμολαγνική μορφή, ό,τι ωραίο κι ό,τι τερατώδες γεννιέται, λοπόν, εδωπέρα έχει κυοφορηθεί για μήνες στις δικές μας κοιλιές, οπότε, όχι, η πόλη είναι ο κατεξοχήν τόπος που το δικαίωμα στην ένσταση της διαφορετικότητας παύει να ισχύει.

Σαν ένα μπαράκι. Εκεί που πάμε για να μιλήσουμε, να πιούμε, να χορέψουμε. Άλλος ίσως ερωτευτεί, άλλος μπορεί να μεθύσει, άλλος θα φιλοσοφήσει. Άλλα πέρα από τις μικρές αποκλίσεις μας, το ύφος κι ο αέρας που εκπέμπει το μπαρ είναι συνισταμένη και άρα ευθύνη όλων μας. Και δεν μπορείς να ξεφύγεις ή να κρυφτείς σε κάποιο ανώνυμο πριβέ κουπέ. Γιατί είναι εκεί, στα μπαρ και τις πόλεις, where everybody knows your name.

με το ριμαδόφωνο στα χέρια

Η πορεία πλησίαζε στη λεωφόρο του διαβόλου, χίλια μέτρα όπου ανάμεσα σε πρασιές, συντριβάνια και ένστολους ένα σαλεμένο πολεοδομικά μυαλό είχε στοιβάξει μία λαομίσητη, θωρακισμένη πρεσβεία, ένα σκοτεινό μες στη γυαλάδα του τραπεζοκοεκδοτικό συγκρότημα και το ούτως ή άλλως (σε καιρούς εύκολους ή χαλεπούς) αβίαστα αναθεματισμένο εθνικό κοινοβούλιο. Όσοι μετείχαν προετοιμάζονταν για το μεγάλο κρεσέντο, εκεί όπου οι φωνές θα έβρισκαν κατευθείαν στόχο και γι’αυτό όφειλαν να ‘ναι διπλά βροντερές: τόσο σε ντεσιμπέλ όσο και σε νόημα.

Κάπου εκεί, ο εκφωνητής των συνθημάτων παραπάτησε στο μόνο ίσιο από μια σειρά από στραβά, κακοστερεωμένα πλακάκια και, όπως ακριβώς αστραπιαία σηκώνεται το λάβαρο του επελαύνοντος ιππικού όταν ο σημαιοφόρος σωριαστεί χτυπημένος χάμω, έτσι και ο τηλεβόας αυτόματα μεταβιβάστηκε στον πρώτο σύντροφο που ακολουθούσε. Που και η δική του τύχη δεν ήταν καλύτερη, καθώς μια μέλισσα που δεν χαμπάριαζε από Πρωτομαγιές παρά μόνο από  Άνοιξη τον τσίμπησε και τον δρομολόγησε εσπευσμένα στο νοσοκομείο με αλλεργικό σοκ. Κι όταν ο τρίτος κατά σειρά τηλεβοοφόρος τα παράτησε καθώς ο καταπονημένος από τις γηπεδικές ιαχές λάρυγγάς του παραδόθηκε στο βήχα και τα φλέμματα, το μεγάφωνο έφτασε στα χέρια του Ορέστη, ενός μικρομεσαίου συνδικαλιστή που βρισκόταν στο μέτωπο της πορείας μόνο και μόνο γιατί εκεί, επίσης, βρισκόταν το πιο καλλίγραμμο ζευγάρι πόδια που ‘χε δει ποτέ στη ζωή του. Ο επικεφαλής ανήσυχος του ένευσε να προχωρήσει στο γνωστό σύνθημα, καθώς κινδύνευαν να προσπεράσουν βουβοί το άντρο των χρηματοπιστωτικών πειρατών και εκείνος ανταποκρίθηκε γρήγορα, όχι, όμως, χωρίς κάποιο δισταγμό.

ΝΟΜΟΣ – ΕΙΝΑΙ – ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΗ
ΚΑΙ ΟΧΙ – ΤA ΚΕΡΔH – ΤΟΥ ΚΑΘΕ ΞΕΝΙΣΤΗ

!!;!!;;!;;;&$$%$#@*^*^ Αυτό ήταν. Η στιγμή είχε χαθεί. Όπως νομίζω και για το παρόν ποστ (μετά από 261 εισαγωγικές λέξεις).

help desk top

Έκλεισε τη γραμμή, αφουγκράστηκε σκοτάδι και σιωπή για μερικά δευτερόλεπτα, άνοιξε το εξελόφυλλο και σημείωσε: Ημερομηνία 31/3/2011, Θέση 73, Βαθμός Δυσκολίας 2, Σκορ 35, Διάρκεια 7. Ήταν το τελευταίο τηλεφώνημα του μήνα. Μάζεψε όλες τις εγγραφές, έφτιαξε κι ένα πρόχειρο γράφημα και τα απέστειλε.

***

Τις νύχτες που βολόδερνε στα πέλαγα της μοναξιάς είχε βρει μια σανίδα για να κρατιέται. Όχι, όχι το ίντερνετ. Τον τρόμαζε. Πολύ απρόσωπο και πολύ κοντινό συνάμα, σα να ‘χε δίπλα του μια σκοτεινή μάσκα που του ψιθύριζε κρύες λέξεις που τις άκουγε μόνο με τα μάτια. Εκείνος έψαχνε ζεστασιά, ζεστασιά και ενδιαφέρον. Όπως κάποιος που ΄χει χαθεί και πρόθυμοι περαστικοί του δείχνουν ευγενικά το δρόμο για το ξενοδοχείο. Κατευθύνσεις. Αυτό ήταν το μυστικό: Οδηγίες+Επικοινωνία. Τι πιο φυσικό, λοιπόν, από το να αποτείνεται στους κατεξοχήν ειδικούς, στα γραφεία υποστήριξης δηλαδή των τηλεπικοινωνιακών παρόχων.

κι ούτε που τον ένοιαζε το «η κλήση σας είναι σε αναμονή»

άγνωστοι στο λούνα παρκ

Έφαγα όλο τον τόπο ψάχνοντας. Σε εφαρμογές, σε φακέλους, σε δίσκους. Με ημερομηνία, με όνομα, με ετικέτες. Παρακαλώντας, βρίζοντας, προσευχόμενος. Τίποτα. Χαΐρρ. Αποτυχία. Είχε χαθεί οριστικά.

Βγήκα να πάρω αέρα. Ένα λεωφορείο, το μετρό και τα βήματά μου με οδήγησαν σε κάποιο λούνα παρκ. Μόνο για να βρεθώ μες στη δίνη ενός άγριου τυφώνα από ασταμάτητες βιντεοσκοπήσεις και first-time σκηνοθετήσεις. Οικογένειες, ζευγαράκια, παρέες. Τρία ξαδέλφια συγκρούονται στα αυτοκινητάκια, δυο ερωτευμένοι φιλιούνται στη ρόδα, ένας παππούς χαρίζει αστειευόμενος το μαλλί της συντρόφου του. Μια αδιάφορη μελαχρινή προσδένει τον ενθουσιασμένο γιο της στο τρενάκι. Φωτογραφίζει. Κοιτάει την οθόνη της μηχανής της μ΄ένα θλιμμένο βλέμμα. Το γνωρίζω αυτό το βλέμμα. Το ΄χω δει πάνω μου. Μια τρελή ιδέα περνάει απ’ το μυαλό μου. Εκείνη και γω. Πλησιάζω.

ferris

επικίνδυνα πράματα