Tag Archives: μαύρες

εκτός πιεστηρίου

Η 31η Δεκεμβρίου του ήταν φορτωμένη πέρα από τις συνήθεις συνήθειες (κάλαντα, γιορτινές ετοιμασίες) και με μια ακόμη. Θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει αγαπημένη, αν δεν υπήρχε ο κίνδυνος να θεωρηθεί ότι απολάμβανε αυτό που έκανε. Θα μπορούσε να την πει ευλαβική, αν αυτό δεν της προσέδιδε μια θρησκευτική χροιά που ήταν τελείως άστοχη – το σημείο που τον ενδιέφερε ήταν ακριβώς το σημείο όπου όλες οι θρησκείες παύουν να ισχύουν. Θα μπορούσε να την πει απαρέγκλιτη, θα ‘ταν κομματάκι ειρωνικό, όμως, συχνότητα μια-φορά-το-χρόνο δεν ήταν δα και τόσο δύσκολο να ακολουθηθεί. Όπως και να ΄χει, ήταν μια συνήθεια που εξυπηρετούσε την ικανοποίηση μιας απαιτητικής όσο και αλλόκοτης ανάγκης του, ειδικά από τότε που είχε ξεκινήσει τα συχνά εκτός έδρας ταξίδια του σε νησιά, όπου δεν ήταν σπάνιο το φαινόμενο να χάνει λόγω κακοκαιρίας τον απογευματινό τύπο.

κομματάκι καθυστερημένο

Advertisements

η ατέλειωτη επανεκκίνηση

Άστοχη κουβέντα. Ανείπωτο αστείο. Αδέξια κίνηση. Ψυχοφθόρο ατύχημα. Κρύο φιλί. Απρόθυμη αγκαλιά. Χαλάρωση. Απροσεξία. Αδόκιμη συμβουλή. Χαμηλές πτήσεις. Αναβλητικότητα. Ψεύτικα όνειρα. Απουσία καθοδήγησης. Διεστραμμένη πραγματικότητα. Στοργή με το σταγονόμετρο. Ποτάμια σκληράδας. Φόβος για αύριο. Φόβος για τα επόμενα πέντε λεπτά. Πρόχειρο σχέδιο. Νομίζεις πάντοτε ο άνεμος θα ΄ναι ούριος.

retrip

Μετά το κάθε λάθος λες: «όχι πια, θέλω λευκό ποινικό μητρώο, τα σβήνω όλα και πάλι από την αρχή». Μια ζωή σε επανεκκίνηση. Ένας μικρός, πολυ αμήχανος Οδυσσέας. Ξεκινάς το ταξίδι και στο πρώτο αφιλόξενο λιμάνι, στον πρώτο Κύκλωπα, πάντοτε γιγάντιος, πάντοτε απειλητικά ανυπέρβλητος, το σκας όπως όπως και επιστρέφεις στην Τροία ελπίζοντας σε ανασύνταξη και μια πιο στρωτή πλεύση. Αλλά οι αέρηδες της ανεμελιάς, της άγνοιας και της επιπολαιότητάς σου έχουν χίλιους τρόπους για να φυσάνε και χίλια δύσβατα νησιά για να σε ρίξουν. Εσένα και το πλήρωμά σου. Ή μήπως είσαι εσύ το πλήρωμα, ο μάγειρας, ο μούτσος, τόσα χρόνια ανεμοδαρμένων στραβοτιμονιών το καπετανλίκι θα ΄πρεπε να ΄ναι το τελευταίο πράμα να σε νοιάζει.

Κι έτσι, ποτέ δε συνεχίζεις. Ποτέ δε μαθαίνεις. Ποτέ δεν προβλέπεις. Δε θες να θυμάσαι. Έχεις εκείνο το σακί με λωτούς κι όποτε ξαναπατάς τα πόδια σου στην κουρσεμένη Τροία τρως έναν από δαύτους και παραδίδεσαι άσπιλος στην επόμενη πλεύση. Σιγά σιγά συνειδητοποιείς ότι έχεις περάσει περισσότερα χρόνια εκεί, στην Τροία, παρά στην Ιθάκη ή τη θάλασσα. Εκείνη έχει γίνει πια η πατρίδα και ο νόστος σου. Ω, ίσως τελικά όλοι τους να είχαν άδικο, δεν μετράει ο προορισμός, ναι, αλλά ούτε και το ταξίδι, μεταλλαγμένος σίγουρα ο πρώτος, αβέβαιο και ύπουλο το δεύτερο, η αφετηρία, όμως, μια στερεή βάση κάτω από τα πόδια σου, το σημείο μηδέν, εκεί όπου μπορείς ακόμα να ελπίζεις ότι δε θα επαναλάβεις τα ίδια σφάλματα. Tabula rasa.

Μόνο που όλο αυτό, η φρεσκάδα και η καθαρότητα της κάθε πρώτης φοράς είναι μια φενάκη. Γιατί όσο κι αν θες εσύ να σβήνεις τα επεισόδια που σου παραλύουν το μυαλό και σου κατατρυπούν τον εγωισμό, άλλο τόσο κι εκείνα έχουν βρει τον τρόπο τους για να αφήνουν μια μικρή χαρακιά πάνω σου και να σε σημαδεύουν. Αδιόρατη χαρακιά, ασήμαντη, ανάξια λόγου. Όταν από το καράβι σου αλλάζεις μία και μόνη σανίδα, ε, το καράβι διάολε παραμένει ουσιαστικά το ίδιο, έτσι δεν είναι; Αλλά με κάθε ταξίδι μια νέα σανίδα αλλάζεις, μια νέα χαρακιά εισπράττεις. Και τώρα κοίτα, μετά από δεκαετίες επανεκκινήσεων το καράβι σου έχει ολόκληρο αλλάξει – οι σανίδες κακοστερεωμένες τρίζουν. Κι εσύ είσαι όλος μια τεράστια άναρχη χαρακιά που το στιλέτο του χρόνου έχει ζωγραφίσει πάνω σου, τα χέρια σου μουδιασμένα, πονάς παντού και κάνεις πώς δεν ξέρεις το γιατί.

Ετοιμάζεσαι για το επόμενο ταξίδι. Αυτή τη φορά θα τα καταφέρεις. Δε θα ‘ναι η ιθάκη. Κι ούτε κάποιο άλλο νησί. Μόνο το Βούλιαγμα – εκεί θα φτάσεις. Θα παραδοθείς αμαχητί. Θα ‘ναι ένα τέλος κι αυτό.

ρεφρενίτιδα

Ζούσε μέσα στα ρεφρέν.

Δεν ήξερε καλά αγγλικά κι έτσι καταλάβαινε μόνο το εύληπτο κομμάτι του τραγουδιού, το σημείο όπου όλοι -από τον πιο άσημο ως τον πιο σπουδαίο- κατεβάζουν ταχύτητα, εκεί όπου οι κιθάρες και η ντραμς ηρεμούν, η άρθρωση ξεκαθαρίζει, οι στίχοι μετατρέπονται σ’ ένα ενήλικο «λόλα-να-ένα-μήλο». Η δομή του υπόλοιπου τραγουδιού λίγο τον ενδιέφερε. Καθώς δε θα ‘βρισκες ίχνος μουσικής παιδείας επάνω του δίσταζε να ενθουσιαστεί με ένα σπουδαίο ριφ, με μια εισαγωγή βαρβάτη, με μια εναλλαγή στο τέμπο και τα όγδοα – φοβόταν μήπως η άγνοιά του τον παρασύρει σε μια τραγικά άστοχη εκτίμηση. Όχι, όχι, το τραγούδι ήταν απλώς ο δρόμος και η επωδός ο προορισμός – οι τρεις τέσσερις εκείνοι στίχοι που συμπύκνωναν όλο το μήνυμα που επιθυμούσε να μεταδώσει ο καλλιτέχνης. Ήταν το απαύγασμα, το στιγμιαίο σκανάρισμα, η εγκάρσια τομή του δέντρου που αποκάλυπτε μεμιάς όλα τα μυστικά του, ήταν ο λόφος που ανέβαινε το τραγούδι ξανά και ξανά και ξανά ώστε να προσφέρει ένα υπερώο στους πιστούς του για να το θαυμάζουν.

αδιάφοροι στίχοι, ατελής σύνθεση, τραβηγμένη ερμηνεία 

παιχνίδι χαμένο

Είμαστε μαζεμένοι στην αυλή του σχολείου – Έκτη Δημοτικού. Αυθόρμητα γέλια πολλά (όπως τόσα χρόνια άλλωστε) και μια ψιλοτεχνητή συγκινησιακή φόρτιση χαμηλών αμπέρ, γιατί, διάολε, αφήνουμε έναν οικείο χώρο και ξεκινάμε για το άγνωστο και οι δάσκαλοι μας το τονίζουν συνέχεια, ώστε να ενδώσουμε στην ευκολία της θλίψης. Ετοιμαζόμαστε για την αναμνηστική φωτογραφία. Κάποιοι μπροστά, κάποιοι πίσω, κάποιοι κάτω, ο φωτογράφος απομακρύνεται τόσο ώστε να χωράμε όλοι στο κάδρο (εμείς, ο δάσκαλος, λίγο χαλίκι, τα δέντρα που βαφτίσαμε εστία). Ένα σμήνος μυγαράκια πετάνε γύρω από τα κεφάλια μας, μικρά, ακίνδυνα, εξ ορισμού ενοχλητικά, αλλά όχι τόσο ώστε να διαταραχτεί η προσοχή και η ομόνοια της ιστορικής στιγμής. Δυο μήνες μετά κρατώ στα χέρια μου ένα αντίτυπο, δε διακρίνεται τίποτα, φταίει ίσως το μυρμήγκιασμα από τη χαμηλής ποιότητας διαδικασία εμφάνισης και ανατύπωσης.

Το ίδιο στο Γυμνάσιο. Το ίδιο στο Λύκειο. Ανοργάνωτα, ερασιτεχνικά, αδέξια. Κάποιος καθηγητής θέλει να κρατήσει το momentum, «για την ιστορία του Σχολείου, για την ιστορία τη δική σας», κάποιοι από εμάς θα ενδιαφερθούν να αποκτήσουν το αντίτυπο, κάποιοι όχι, κάποιοι θα το σκίσουν, κάποιοι θα το κρατήσουν για να θυμούνται για πάντα (πόσο είναι το πάντα;) τον ανεκπλήρωτο εφηβικό τους έρωτα. Θα έπαιρνα όρκο, τα ίδια μυγαράκια μας περιτριγυρίζουν, θαρρείς ένα για τον καθένα μας, άλλα παχιά άλλα αδύνατα, το πέταγμά τους ακούγεται πιο έντονο από παλιά, θα ‘ναι ο Ιούνης κι η πανίδα του, η φύση οργιάζει και δε σέβεται μήτε φωτογραφίες μήτε πρόσωπα. Η φύση;

2 δεκαετίες μετά, το πρώτο reunion. Ως μεγάλος, άχαρος, αποστασιοποιημένος αρνητής είμαι εκεί για να εξακριβώσω πώς εκείνες οι αχνές, περιφερόμενες, αυλικές φιγούρες, οι εκκολαπτόμενοι εγωίσταροι, νιρβάνες, συμφεροντολόγοι, ημιάγιοι, ξερόλες, μεμψίμοιροι, φιλόδοξοι, καιροσκόποι, σαγηνεύτρες, money-lovers, κομπλεξάρες… έχουν καταφέρει να σβήσουν το επίθετο στον αργό δρόμο για την πλήρη έκδοση του εαυτού τους. Αλλά όχι, όχι όλοι. Γιατί κάποιοι λείπουν. Πόσο σκληρό. Εκεί από όπου κανείς ποτέ δε γύρισε. Κι είναι αυτές οι απουσίες στο προσκλητήριο που με τσακίζουν, με τσακίζουν, με τσακίζουν, με θλίβουν και με μαγκώνουν, μ΄έχουν πιασμένο από το λαιμό και με ρωτούν, γιατί εμείς, είναι άδικο, ποιος μπορούσε να το πει, και τι νόημα θα είχε;

reuneon

Κι είναι η στιγμή που η αντίληψή μου ξανασυναντά στο καθιερωμένο ραντεβού τα γνωστά μυγαράκια, και τώρα ξέρω, τώρα επιτέλους καταλαβαίνω, το μάτι μου γίνεται ένας υπερμεγεθυντικός φακός που τα συλλαμβάνει και τα αναλύει, δεν είναι μύγες, φευ, είναι αριθμοί, οι αριθμοί του πεπρωμένου μας που τιτιβίζουν γύρω από το είναι μας, μας προειδοποιούν και μας ειρωνεύονται, τα χρόνια που ‘χουμε ακόμα να ζήσουμε, άλλα καταφαγωμένα από κάποιον επιθετικό καρκίνο, άλλα στραπατσαρισμένα από ένα άγριο αυτοκινητικό, άλλα θανατερά χαραγμένα από κάποιο εγκεφαλικό.

Ακούω γύρω μου. Γέλια. Χαρές. Πειράγματα. Κι από πάνω να βουίζουν διψήφια και απελπιστικά γαμώτο μονοψήφια μυγαράκια/αριθμοί. Προσπαθώ να βρω το δικό μου. Δεν μπορώ. Ποτέ δεν μπορείς. Όποτε γυρνάω το κεφάλι προς το βουητό του εκείνο έχει αλλάξει θέση. Όπως ακριβώς οι μόνιμες σκιές που σχηματίζονται πάνω στις βεβλαμμένες περιοχές της ίριδάς μας, όσο κινείς το μάτι για να τις πιάσεις τόσο σου ξεφεύγουν. Πρέπει να μείνεις ακίνητος, να παγώσεις λίγο το χρόνο για να τις αισθανθείς και να τις σχηματοποιήσεις.

Ακίνητος. Παγωμένος χρόνος. Ακίνητος. Παγωμένος χρόνος.

Τρεις τα μεσάνυχτα γυρνάω σπίτι και μανιακά ανακατεύω ντουλάπια, ανοίγω συρτάρια, πετάω άλμπουμ μέχρι να βρω την κούτα με τις παλιές, τις παιδικές φωτογραφίες. Να ‘τη. Εδώ. Έκτη Δημοτικού. Αυλή του σχολείου. Κοιτάω αφηρημένα. Κοιτάω θολά. Κοιτάω ασυνείδητα. Το μυρμήγκιασμα υποχωρεί. Τα εικονοστοιχεία ξεδιαλύνουν. Εμείς. Εγώ. Όσοι φύγαν. Οι μύγες. Εγώ. Δε χαμογελώ. Καθόλου δε χαμογελώ.

τριακόσια εξήντα πέντε είναι λίγο

Συμπληρώστε τους λόγους που επιθυμείτε αυτό το ταξίδι:

– Οι μέρες που ξεκινούν και τελειώνουν γύρω από μια ασθένεια, ελαφριά ή όχι, μεταδοτική ή μη, υπαρκτή ή φανταστική. Είναι φορές που απλώς σε ανησυχούν, είναι φορές που σε θορυβούν, ειναι φορές που σε παραλύουν. Ανυπεράσπιστοι. Αμήχανοι. Απαισιόδοξοι.
– Τα οχτάωρα που αναστατώνεσαι στη δουλειά, όταν συγκρούεσαι με τους συναδέλφους ή το σύστημα ή τον ίδιο σου τον ανεπαρκή εαυτό. Κινείσαι νευρικά, χτυπάς το ποντίκι σου στο desktop, σχίζεις και πετάς ένα σωρό files στο bin icon. Συνδέεσαι νοερά με την persona σου σε άλλα δέκα χιλιάδες παράλληλα σύμπαντα. Αν είχες διaλέξει άλλη Σχολή, αν είχες στριμώξει άλλο βιογραφικό, αν είχες ανταλλάξει θέσεις σε μερικά Όχι και Ναι, αν είχες δείξει κάπου περισσότερη πυγμή. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: το αίσθημα της μη πληρότητας είναι πάντοτε παρόν γιατί πηγάζει από μέσα σου, σου κατατρώει τα σωθικά και σου τσαλακώνει το μυαλό.
– Οι φορές που πληγώνεις τους άλλους. Ένας λάθος χειρισμός, μια στρεβλή διαπαιδαγώγηση, μπόλικη αδιαφορία, μια πικρή κουβέντα. Έχεις το νου να αυτοκατηγορείσαι, περίεργο, όχι και να αυτοδιορθώνεσαι. Ως πότε;
– Οι νύχτες που δεν την ικανοποιείς. Η γλυκιά κουβέντα που έμεινε κλεισμένη στο συρτάρι, το τριαντάφυλλο που μαράθηκε πριν μυριστεί, ο οργασμός που από καιρό μετακόμισε.
– Η συγχρονισμένη δυστυχία αυτού του κόσμου. Η αμεσότητα στην επικοινωνία έχει αφαιρέσει τη βολική πολυτέλεια της μεταχρονολογημένης θλίψης. Τώρα τα πάντα γίνονται σε ζωντανή μετάδοση: το συμβάν, η ταραχή, η πεισματική αποστροφή του βλέμματος.
– Το βασίλειο της απογοητευτικής ντοπαρισμένης μικρότητας. Μια ταινία ανεκπλήρωτων προσδοκιών, ένα αστείο γκολ στο 93, μια γρατζουνιά στο πίσω φτερό. Μικρά ανάξια τσιμπήματα που μόνος σου τα μετατρέπεις σε χιονοστιβάδες ικανές να διαλύσουν μεθοδικά χτισμένες ώρες ελέγχου και κανονικότητας.
– Όλα τα αμέτρητα καταδικαστικά λεπτά που σκέφτεσαι πόσο ανερμάτιστος είσαι, πόσο επουσιώδη πράγματα σε απασχολούν, πόσο ασεβής αποδεικνύεσαι που αντί να σκορπάς απλόχερα λίγη από την τύχη σου κάθεσαι και την τριπλοεξετάζεις κάτω από μικροσκόπιο για να βρεις τους φορείς δυστυχίας που σίγουρα την έχουν ήδη διαβρώσει.
– Οι στιγμές, οι αιώνιες εκείνες στιγμές που τα πάντα μοιάζουν να στάζουν ασχήμια και δυσωδία. Οπότε λέω, 365 δε φτάνουν. Χρειάζομαι ένα ταξίδι μακρινό, ένα ταξίδι ως τον Άρη, μήπως και στην ερυθρή ανοιχτωσιά που θα μου χαρίσουν οι 687 μέρες περιστροφής του γύρω από τον ήλιο μπορέσω, έτσι, εντελώς εγωπαθώς και εντελώς αυθαίρετα να βρω μία, έστω μία ημέρα μες στο χρόνο που να πω, ναι, σήμερα είμαι ανέμελος και ευτυχής.Παρακαλώ, δεχτείτε με!

Mars-Surface

μίχελ

Καθώς περνούσε τη φλεγόμενη πύλη πρόσεξε την επιγραφή ψηλά πάνω από το κεφάλι του: Μίχελ. Οπωσδήποτε παιχνίδι με το όνομά του και τα Γερμανοφλαμανδικά που πάντοτε μισούσε.

mixel

Στον προθάλαμο αμέτρητα ποντίκια συνωστίζονταν και σκουντιόνταν. Δεν είχαν φωσφορίζοντα, σπινθηροβόλα μάτια κι ούτε χνώτα που βρωμούσαν θειάφι. αρκούσε μόνο η όψη του παλλόμενου, αηδιαστικού χαλιού που σχημάτιζαν για να προκαλούν απανωτούς εμετούς – που άλλωστε ήταν και ο σκοπός τους, ο εμετός τα έθρεφε και τα συντηρούσε. Κι η μόνη αναμμένη δάδα που βρισκόταν πρόχειρη -μήπως και καταφέρει και τα εκφοβίσει- έκαιγε πεισματικά καρφωμένη στο χέρι ήταν το χέρι του τριτοκλασάτου διαβολάκου που τον συνόδευε. –Σιχαίνομαι τα ποντίκια. Το ξέρεις, φυσικά, τι λέω. Και τι έχει μετά; Φίδια; Αράχνες; –Μπαα, αναλογεί μόνο ένα ζωικό είδος στον καθένα σας. Αναθάρρησε. Βρήκε το κουράγιο και περπάτησε γλίστρησε πάνω στο μυοχαλί.

.δυσάερο, δυσήλιο 4άρι .ενοικίασις: υποχρεωτική

πιδέλτα με πάγο

Το βράδυ που σε πρωτογνώρισα έπρεπε να τρίψω δυο φορές τα μάτια μου για να καταλάβω ότι το χαμόγελο του Buster Keaton που ΄χες σχηματισμένο πάνω σου δεν ήταν δικό σου – απλώς προβαλλόταν στον τοίχο πίσω σου κι εσύ έμπαινες ανάμεσα. Ζαλισμένος από μια μακρά σειρά δυσκολοχώνευτων εγκυκλοπαιδικών λημμάτων για τη μεσαιωνική εκκλησιαστική αρχιτεκτονική, έμεινα ενεός καθώς νόμιζα ότι τα χείλη σου ανοιγόκλειναν απαγγέλλοντας T.S.Eliot – εσύ απλώς σιγοτραγουδούσες Wonderwall. Άκουσα να μου απαντάς, πολύ noisy, όταν σε ρώτησα αν σ΄αρέσει και απόρησα μια που εκείνη τη στιγμή η ArtJ έπαιζε αφιέρωμα στο βουβό κινηματογράφο. -Noisy? NOISY? -Όχι, όχι noisy, ΝΟ-Η-ΣΗ, πολύ ΝΟΗΣΗ για τα γούστα μου. Τα κάνω χάζι τα ΠΔ μπαρ, αλλά εδώ το πράμα ξεφεύγει λίγο και σε «ξεκουφαίνει». Δεν είχε κι άδικο. Βρισκόμασταν στο Aphrodite’s left hand.

πδ

τελείται δημοσκόπηση για το σε ποιο ακριβώς σημείο το χάνω