Tag Archives: παιδιά-γονείς

αθέατος

Έχει πιει αρκετό κρασί. Εννοείται εν ώρα υπηρεσίας. Χαμογελάει. Θυμάται ότι στα αστυνομικά σίριαλ των νιάτων του ακουγόταν πάντοτε  η φράση «ποτέ εν ώρα υπηρεσίας, κυρία μου», λες και κάποιος είχε κατοχυρώσει την πατέντα και εισέπραττε για τα πνευματικά δικαιώματα. Τώρα μάλλον έχει περιπέσει σε δυσμένεια και οδεύει προς εξαφάνιση. Η φράση. Και αυτός. Το κρασί. Η ζαλάδα. Ένα βολικό δοχείο όπου διοχετεύει την αγωνία του για μια παράξενη κατάσταση την οποία βιώνει: γερνάει. Και το νιώθει στα γόνατα και το πετσί του σε κάθε σπάνιο, δύσκολο και πικρό σκαλί που ραθύμως δρασκελίζει.

Τα κλικαμοστάσια ως ληξιαρχικές πράξεις

Advertisements

η διαρρήκτρια με το τετράστιχο

Στο εορταστικό θεατρικό του σχολείου σε κάποια στιγμή ακούγεται το Money των Pink Floyd καθώς ένα τσούρμο λιλιπούτειοι εισοδηματίες εισέρχονται στη σκηνή. Το ακούω και δε νιώθω το παραμικρό, μήτε έκπληξη (όπως πέρσι) μήτε αδιαφορία μήτε ευχαρίστηση μήτε ανία. Τα τραγούδια αυτών των τύπων έχουν γίνει πια με την τόση ιστορία και τις τόσες ακροάσεις κάτι σα κομμάτι του DNA μας, το να ακούω τις νότες τους είναι σα να κοιτώ το χέρι μου, το δέρμα μου, είναι εκεί, θα ΄ναι πάντα, ούτε όμορφο ούτε άσχημο ούτε ιδιαίτερο, τις γνωρίζω καλά τις πτυχώσεις του, έχει κάποια χρηστική αξία, αναμφισβήτητα, αλλά δεν είναι πια μια αξία χρηματιστηριακή, που ανεβοκατεβαίνει η τιμή και η αποδοχή της ανάλογα με την εποχή, είναι πιο πολύ η αξία της «δεμένης συστοιχίας», ανήκει σε όσα υπάρχουν μεν παράλληλα με μας, αλλά η σημασία που τους δίνουμε είναι η σημασία ενός κοιμώμενου, λευκού γατιού μέσα σε μια χιονισμένη, λευκή αυλή, σαν τη μηχανική αναπνοή μας ένα πράμα που διαταράσσεται μόνο από την αιθαλομίχλη των τζακιών ή σαν μια αγάπη που τη θεωρούμε δεδομένη, στέκεται δίπλα μας και το μόνο που ζητάει από εμάς είναι μια ζεστή αγκαλιά, πόσο ανόητοι είμαστε που ξεχνάμε να την προσφέρουμε.

dsotct

Στο θεατρικό πολλοί ρόλοι εναλλάσσονται και η δασκάλα είναι υπεύθυνη να προτείνει το μικρόφωνο σε όποιον είναι η σειρά του να απαγγείλει το τετράστιχό του. Κι είναι ένα παιδάκι που η δασκάλα ζαλισμένη από τα πέρα δώθε ξεχνάει να του δώσει το μικρόφωνο, και καταλήγει εκείνο να μην πει το τετράστιχό του, αυτό που 2 εβδομάδες το επαναλάμβανε μετά μανίας στο σπίτι, και οι γονείς του το πίεζαν για «δυνατά και καθαρά», σα να κρέμονταν όλα τα Χριστούγεννα από τη δική του απαγγελία, ΠΟΣΟ ΑΝΟΗΤΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ, να οδηγούμε τα παιδιά μας στο δρόμο που άλλοι εκατό χιλιάδες πριν έχουν πατήσει, τι να νιώθει το παιδάκι, το παρατηρώ, καμία αντίδραση, δεν επαναστατεί, δε λουφάζει, μένει πιστό στον υπόλοιπο κινησιολογικό του ρόλο, να ΄χα ένα ζευγάρι κιάλια να δω τα μάτια του από κοντά και την ψυχή του από μέσα, απορεί, δακρύζει, απογοητεύεται;, γαμώτο, δεν ξέρω πώς να τη χειριστώ αυτή την κατάσταση, δεν ξέρω πώς να χειριστώ καμία κατάσταση, η ζωή είναι ένα δώρο που ποτέ δεν ξέρεις τι έχει μέσα, το μόνο που σκέφτομαι είναι να γράψω ένα αστυνομικό:

Η διάσημη διαρρήκτρια (με προτίμηση σε μουσεία και έργα τέχνης) σε κάθε της ληστεία αφήνει πίσω της για υπογραφή μια κάρτα με τυπωμένο ένα παιδικό τετράστιχο, πονοκεφαλιάζει την αστυνομία, τι να σημαίνει, πώς τα καταφέρνει, και γιατί χτυπάει πάντοτε Χριστούγεννα, κάποτε θα υποπέσει στο μοιραίο σφάλμα, η μέρα που την δικάζουν, σηκώνεται για την απολογία της, κορδώνεται, φοράει μια αγιοβασιλιάτικη σκούφια που ΄χε κρυμμένη στον κόρφο της και απαγγέλλει ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ επισήμως μπροστά σε κοινό το στοιχειωμένο τετράστιχο. Είμαι και γω, ο γονιός, στο ακροατήριο, τα χέρια μου πλεγμένα, τα μάτια μου υγρά, το στόμα μου ψιθυρίζει 4 λεξούλες κι ένα σημείο στίξης «δυνατά, δυνατά και καθαρά», με το που τελειώνει γυρνάω στον διπλανό μου στο ακροατήριο και του εκμυστηρεύομαι περήφανος: «το δικό μου είναι».

Συγγνώμη, συγγνώμη από μένα και τη δασκάλα και από όλους μας, ακριβό μου πλάσμα.

εκεί που σκαλώνει η γλώσσα

Ένα μήνα μετά κι ακόμα δεν είχε ξεστομίσει αυτό το όνομα. Δεν είχε προσπαθήσει καν. Η προσπάθεια προϋποθέτει αυτοπεποίθηση και μια καταρχήν συμφωνία με τις προσωπικές εμμονές για παύση πυρός. Δεν τα ΄χε καταφέρει. Και να που τώρα, τόσες μέρες μετά τη βάπτιση κι ακόμα να φωνάζει «μπέμπη» και «μπέμπη» επιτείνοντας τη σύγχυση στο μικροσκοπικό μυαλουδάκι.

Δεν ήταν ίδιος με όλους τους άλλους. Με τη γυναίκα του, την οικογένεια, τους θείους, ακόμα ακόμα και με τη μάνα του, που ξεπερνώντας την αρχική δυσκολία είχαν ευθυγραμμιστεί με τη νέα ονοματοδοσία. Γιατί εκείνος ήταν ο μόνος που βρισκόταν ακριβώς στη μέση της αλυσίδας, τα μάτια του να αλληθωρίζουν, ένα να κοιτάει προς τα πάνω, ψηλά, να θυμάται όσα ήταν κάποτε χειροπιαστά και τώρα αέρας και αναμνήσεις, και το άλλο να χαμογελάει χαμηλά, παρατηρώντας και μετέχοντας στο θαύμα της εξέλιξης. Αυτός που σε γέννησε και αυτός που γέννησες εσύ. Τι μπλέξιμο, είναι τόσο παράδοξο και τόσο ειρωνικό το γενεαλογικό εργαστήρι. Και άντε τώρα να αντικαταστήσεις τα επίθετα σκληρός, δίκαιος, γκριζαρισμένος και άπιαστος με τα μικρός, βελούδινος, αθώος και ανένταχτος.

Δοκίμασε τρόπους και τερτίπια. Χωρίς αποτέλεσμα. Χάπια μυοχαλαρωτικά. Τίποτα. Ο Φοίβος να τραγουδάει πακοτίνια. Τίποτα. Ο μπόμπιρας να περπατάει στην άκρη του μπαλκονιού. Τίποτα.

Κάποτε πήγε στο ληξιαρχείο για τη δήλωση. Συμπλήρωσε τα χαρτιά. Τετράγωνα monospaced κουτάκια που το καθένα χωρούσε ένα γράμμα, σαν τα τετράδια στο δημοτικό που μαθαίναμε αριθμητική – ήταν ώρα να μάθει ένα πράμα κι εδώ. Το όνομα ίσως να μην είναι η ιστορία μας, παρά μόνο η ετικέτα μας. Και το όνομα του πατέρα του μπορεί να το είχε γράψει ίσαμε έξι χιλιάδες φορές στην απέραντη ελληνική γραφειοκρατία, αλλά να το είχε φωνάξει ποτέ; Ποτέ. 

boxtrolls

Η συνειδητοποίηση της πραγματικότητας ήταν ένα σοβαρό πλήγμα στη φημισμένη οχυρωμένη άρνησή του. Ήταν ώρα για κάποιον βολικό συμβιβασμό. Το όνομα: ούτε ιστορία ούτε ετικέτα. Ένα φίλτρο διπλής όψης, στους έξω αφήνει να περνάνε όλα τα σπουδαία, τα επικίνδυνα, τα τραχιά, όσα δηλαδή σε κάνουν άντρα, για τους κοντινούς, όμως, είναι εκεί για να τους θυμίζει όλα τα γλυκά κι ασήμαντα και μηδαμινά, όσα δηλαδή σε κάνουν άνθρωπο.

η τέλεια συνταγή;

appleTree

Τρία χρόνια μετά το πρώτο χαστούκι ο οικογενειακός τους γιατρός διέγνωσε ότι εκείνη ήταν η καθοριστικότερη στιγμή της ανατροφής του τέκνου, η στιγμή που, ασχέτως αν χάθηκε μέσα στην άχρωμη, αταξινόμητη λήθη της νηπιακής ηλικίας, όρισε αμετάκλητα την προοπτική και το είδος της σχέσης μεταξύ τους. Εκείνο, πολύ απλά, έφτασε η ώρα που μιμήθηκε τη βαρβαρότητα. Εκείνος, όχι και τόσο απλά, έφτασε η ώρα που μετάνιωσε για το νευρικό τέμπο του. Ευχήθηκε για μια δεύτερη ευκαιρία.

Που σ’ ένα σφιχτά ντετερμινιστικό σύμπαν σαν το δικό μας, που κυλάει θαρρείς από μόνο του σε δυο ατέρμονες, καταδικαστικές, αναπόδραστες ράγες δεν θα μπορούσε ποτέ να δοθεί με τους ίδιους πρωταγωνιστές. Δώδεκα μήνες αργότερα περιχαρής στον ημισκοτεινό διάδρομο κάποιου μαιευτηρίου πανηγύριζε όχι τόσο την έλευση του δευτερότοκου γιου του όσο την έλευση της δευτερότοκης ευκαιρίας του. Ναι, είχε μάθει. Ναι και κρίμα, το πρώτο παιδί θα είναι για πάντα η πρόβα τζενεράλε, η εσφαλμένη συνταγή λίγο πριν την ολοκλήρωση, το τελευταίο τεστ πυρίτιδας που η ανισόρροπη δοσολογία των υλικών του θα ανατινάξει το σπίτι. Δε θα έπεφτε στο ίδιο λάθος.

Μόνο και μόνο για να ανακαλύψει δυο χρόνια μετά ότι το λάθος σε σαγηνεύει κάθε φορά και με άλλο πρόσωπο. Άλλοτε γίνεται βιαιοπραγία, άλλοτε εκνευρισμός, άλλοτε κούραση, άλλοτε αδιαφορία. Ήταν πολύ πεισματάρης για να παραδεχτεί την ήττα του. Πολύ έντιμος, πολύ εργατικός, πολύ ευγενικός για να παραδίδει σκάρτο έμψυχο υλικό στην κοινωνία. Θα προσπαθούσε όσες φορές χρειαζόταν. Μέχρι να παράξει εκείνο το αριστοτεχνικό μήλο που σφύζοντας από ικμάδα και κανονικότητα θα λύτρωνε τον καημό του και θα νομιμοποιούσε όλους τους προηγούμενους καρπούς του. Στα τριάντα του, ανήκε ήδη στην κατηγορία των πολυτέκνων. Και στα τριανταένα του, στην κατηγορία των χωρισμένων.

Το διαζύγιό του ήταν μόνο ένα προσωρινό εμπόδιο στην πορεία του προς τη παιδαγωγική τελειότητα. Θελκτικός ακόμα δεν άργησε να βρει νέα σύντροφο. Με μόνη αρμοδιότητα την παραγωγή ζωντανών στιγμιοτύπων. Το πώς θα εκπαιδεύονταν, το πώς θα ωρίμαζαν, το πώς θα τράνωναν αυτά τα στιγμιότυπα ήταν αποκλειστικά δική του υπευθυνότητα. Λούστηκε με τη φήμη και απόλαυσε το σεβασμό του ζηλωτικά χριστιανού – τόσα παιδιά, δεν εξηγούταν αλλιώς. Σα θεία εκδίκηση, όμως, σαν επικράτηση του θρησκευτισμού έναντι της επιστημονολαγνίας, και το νέο αιτιολογικό εργαστήρι που ‘χε στήσει απέτυχε. Οι καιροί καλούσαν για ρήξη, απομάκρυνση, επαναπροσέγγιση.

Είκοσι χρόνια και δώδεκα αναγνωρίσεις τέκνων αργότερα η ζωή του είχε εκπέσει στην επανάληψη της ίδιας μονότονης διαδρομής: γεμάτο γραφείο – άδειο σπίτι. Παγερά και τα δύο, όπως και η εμμονοκρατία που ακόμα τον τυραννούσε. Δεν υπήρχε νομικός νόμος που να του απαγορεύει να τεκνοποιεί. Ούτε και οικονομικός που να μπορεί να του κατασχέσει περισσότερα απ’ όσα κατείχε (δηλ. τίποτα). Κι αν κάποιος έβαζε στην κουβέντα το ηθικό σκέλος, ήταν σα να χτυπούσε τείχος απροσπέλαστο. «Γιατί κοίτα, ποιος μπορεί ποτέ να κατηγορήσει τον ιππότη που ψάχνει το Άγιο Δισκοπότηρο, τον ξιφομάχο που παιδεύεται για την τέλεια, αναπόκρουστη κίνηση, τον αρτίστα που αναζητά με μανία το έργο που θα τον εξυψώσει»;

Στα δυσμάς του βίου του δε φοβήθηκε να παραδεχτεί ότι δεν τα κατάφερε. Πάντα κάτι του ξέφευγε. Άλλοτε να θεμελιώσει γνώση, άλλοτε να εμφυσήσει αρετή, άλλοτε να μεταδώσει πραότητα, άλλοτε να προετοιμάσει μεγαλείο. Ήταν αρκετά ντόμπρος για να μη παρασυρθεί στην βολική δαιμονοποίηση των γυναικών ή του περιβάλλοντος. Όχι, όχι, είτε από κοντά είτε από μακριά, είτε με ψιλή κυριότητα είτε με επικαρπία (χα), είτε με χρόνια είτε με στιγμές, αυτός ήταν ο μοναδικός υπεύθυνος. Απίστευτο τελικά πόσα διαφορετικά μονοπάτια υπήρχαν για την αποτυχία. Ένιωσε μικρός, αδύναμος, ατελέσφορος. Κι ούτε δέκα ζωές να είχε κάτι δε θα άλλαζε. Η μεμψιμοιρία τον κατέλαβε.

Τι τα θες, μερικοί δεν είμαστε φτιαγμένοι από γονεϊκό υλικό.

…όλους όσους ξέρω

Δραπέτευσα εσπευσμένα από το ΆσχημοΔωμάτιο αφήνοντας πίσω ομήρους δυο παχύσαρκες βαλίτσες και μια γενναία προκαταβολή μόνο και μόνο για να συνειδητοποιήσω ότι ήμουν εγκλωβισμένος σε μια φυλακή με απανωτές στρώσεις παρόμοιας αισθητικής. Για κάθε τοίχο που διαπερνούσα ένας άλλος ψηλότερος ορθωνόταν μπροστά μου. ΆσχημηΠανσιόν, ΆσχημοΧωριό, ΆσχημοςΚόλπος, ΆσχημοΝησί.

Με είχε δελεάσει μια παραπλανητική αχλή παιδικών αναμνήσεων και η πρόκληση να ξαναπλάσω γλυκά δεκαπενθήμερα ηλικίας 30 χρονών και βάλε. Σαν τους ηθοποιούς που η ζωή και η καριέρα τους τους αξιώνει να μεγαλουργούν δυο φορές στο ίδιο θεατρικό: πρώτα στο ρόλο του γιου και πολύ αργότερα στο ρόλο του πατέρα. Αλλά όσοι κριτικοί ευζωίας ζούνε δίπλα μου μάλλον θα αποφανθούν ότι ήμουν πολύ πιο αποτελεσματικός παλαιότερα, όταν φορούσα ποδάρια στραβά, δόντια λειψά και αποτυχίες χωρίστρας.

περισσότερο ΆσχημοΚείμενο εδωπέρα 

…σε αναμονή…

Καθώς το γλυκύ έαρ μεταφερόταν από τους ψαλμούς στην ύπαιθρο, ετοιμάστηκαν για την από τριετίας καθιερωμένη γυροβολιά τους. Φούσκωσαν λάστιχα, φόρεσαν κράνη, γέμισαν παγούρια και ξεκίνησαν. Εκείνη και εκείνος. Για την περιήγηση στα αστικά ξέφωτα όπου βασιλεύει η αθωότητα και το γέλιο περισσεύει. Για την περιήγηση στις παιδικές χαρές αυτής της πόλης.

Εκείνη έβγαζε το μπουφάν της, έσφιγγε την κοτσίδα της και έπαιρνε σβάρνα όλες -πλην μίας- τις κατασκευές. Κρεμιόταν στις κούνιες, σκαρφάλωνε στην τσουλήθρα, γυρνούσε το περιστρεφόμενο θεωρείο, δοκίμαζε τις αντοχές από τα ελατήρια στα παπάκια. Παραχωρούσε πάντοτε τη θέση της στους μικρότερους και βοηθούσε όποιον σκάλωνε σε κάποια αναρρίχηση. Σημείωνε στο μυαλό της τη κρυμμένη επικινδυνότητα, το βαθμό δυσκολίας και το ύψος ικανοποίησης και προχωρούσε στην επόμενη δοκιμασία.

Εκείνος, νωθρός στο σώμα αλλά όχι στο πνεύμα, καθόταν σε κάποια θέση και παρατηρούσε τις φυλές γύρω του. Τους υπερβολικά ανήσυχους, τους εξοργιστικά αδιάφορους, τους ασθμαίνοντες ηλικιωμένους, τα παντός καιρού και τόπου μοντέλα, τους μανιακούς του τηλεφώνου, τους επαγγελματίες κουτσομπόληδες, τους ακτινοβολούντες στάτους και υπεροψία, τους φτωχικά ντυμένους. Μα πάνω απ΄όλους το μάτι και η αμηχανία του μέναν πάνω στους σιχαμερούς του ρύπου, εκείνους που τόσο στρεβλωμένο είχαν το μέσα τους που θεωρούσαν απολύτως φυσιολογικό να βρωμίζουν με τσιγάρα και αποφάγια το χώρο που διασκέδαζαν τα παιδιά τους.

Καμιά φορά βρίσκανε παιδικές χαρές κατεστραμμένες, με σπασμένες καρέκλες, αλυσίδες, σκαλιά, έρημες, βουβές, γεμάτες αγριόχορτα, σκουπίδια και λάσπες. Ένα η-κότα-ή-το-αυγό ερώτημα εγειρόταν τότε, να ήταν άραγε αυτές οι χαρές παρατημένες από παιδιά γιατί οι αρχές απαξιούσαν να τις επιδιορθώσουν και να τις καλλωπίσουν ή οι αρχές αρνούνταν να πετάξουν ανώφελα τα λεφτά τους για μια παιδική που οι μπόμπιρες ούτως ή άλλως δεν προτιμούσαν; Δεν είχε και πολύ σημασία, γιατί καθώς υποχωρούσε ο βόμβος από το αδιέξοδο ερώτημα το μόνο που έσπαγε τη σιωπή ήταν -αν μπορούσες να ακούσεις και να δεις πραγματικά καλά- οι  μαθηματικές φόρμες από τα χάχανα του παρελθόντος, το εκκρεμοειδές «χχιιιιιιιι» που ακολουθούσε την τροχιά της κούνιας ή το κεκλιμένο «χχχααααα» που ξεπηδούσε από την τσουλήθρα ή το τέλεια κυκλικό «χχοοοοο» που στροβιλιζόταν κι αυτό στο γύρω-γύρω-όλοι.

Εκείνη μάζευε το μπουφάν της. Εκείνος μάζευε τη ματιά του. Ξαναφορούσαν τα κράνη. Ξανανέβαιναν στο ποδήλατο. Στη σέλα και στο καρεκλάκι. Πριν ξεκινήσουν για τον επόμενο σταθμό κοιτούσαν για λίγο την τραμπάλα. Κι εύχονταν και οι δύο πότε εκείνη θα χαρίσει σε εκείνον ένα αδελφάκι για να μπορούν επιτέλους να αντιστρέφουν τους ρόλους τους.

waiting

άγνωστοι στο λούνα παρκ

Έφαγα όλο τον τόπο ψάχνοντας. Σε εφαρμογές, σε φακέλους, σε δίσκους. Με ημερομηνία, με όνομα, με ετικέτες. Παρακαλώντας, βρίζοντας, προσευχόμενος. Τίποτα. Χαΐρρ. Αποτυχία. Είχε χαθεί οριστικά.

Βγήκα να πάρω αέρα. Ένα λεωφορείο, το μετρό και τα βήματά μου με οδήγησαν σε κάποιο λούνα παρκ. Μόνο για να βρεθώ μες στη δίνη ενός άγριου τυφώνα από ασταμάτητες βιντεοσκοπήσεις και first-time σκηνοθετήσεις. Οικογένειες, ζευγαράκια, παρέες. Τρία ξαδέλφια συγκρούονται στα αυτοκινητάκια, δυο ερωτευμένοι φιλιούνται στη ρόδα, ένας παππούς χαρίζει αστειευόμενος το μαλλί της συντρόφου του. Μια αδιάφορη μελαχρινή προσδένει τον ενθουσιασμένο γιο της στο τρενάκι. Φωτογραφίζει. Κοιτάει την οθόνη της μηχανής της μ΄ένα θλιμμένο βλέμμα. Το γνωρίζω αυτό το βλέμμα. Το ΄χω δει πάνω μου. Μια τρελή ιδέα περνάει απ’ το μυαλό μου. Εκείνη και γω. Πλησιάζω.

ferris

επικίνδυνα πράματα