Tag Archives: Περι-φεβρ-ιακά

ένας Φεβρουάριος τον Αύγουστο

(post ολοκλήρωσης)

Μόλις ξαναδιάβασα τον Φεβρουάριο. Σε κλασική, έντυπη μορφή. Από μνήμης μιλώντας, δε βρήκα και πολλές διαφορές με το αρχικό κείμενο (εκτός από τη γαπκολύμβηση και τις εξαφανίσεις της κουκουβάγιας και του βιολιστή. Γιατί;). Δεν έχει σημασία. Η συγκίνηση ήταν η ίδια.

Ένας πραγματικός συγγραφέας (Θ. Γεωργακόπουλος) τολμά και γράφει ένα βιβλίο σε πραγματικό χρόνο, ένα κεφάλαιο κάθε μέρα για όλο τον Φεβρουάριο! Ήρωάς του ένας χαρακτήρας (Νονέιμης) που … γράφει ένα βιβλίο, ένα κεφάλαιο κάθε μέρα! Τον ίδιο Φεβρουάριο κι αυτός! Ακούγεται κάπως; Φέρνει λίγο σε sleuth μήπως; Μήπως να επεξηγήσω λίγο τι είναι το sleuth; Χρειάζεται κάποια παραπομπή.

29 «αντικείμενα» μες στον Φλεβάρη

Μέχρι τώρα ήξερα για τρία είδη παραπομπής. 1. Στον ψηφιακό κόσμο βάζουμε στη λέξη που μας ενδιαφέρει ένα hyperlink, ο αναγνώστης το πατά και ιδού. 2,3. Στον έντυπο κόσμο έχουμε δύο τρόπους. Είτε με ένα αστεράκι δίπλα στην επίμαχη λέξη και η επεξήγηση δίνεται στο κάτω μέρος της ίδιας σελίδας είτε με έναν αύξοντα αριθμό που παραπέμπει σε ένα συνολικό ευρετήριο στο τέλος του βιβλίου. Ε, ξεχάστε τα αυτά, γιατί στον Φεβρουάριο γεννιέται ένα νέο είδος παραπομπής, εκείνο της ενσωμάτωσης της επεξήγησης στην κανονική ροή του κειμένου. Το μόνο που χρειάζεσαι είναι ένας πολυμαθής ήρωας(/συγγραφέας) που βασική του δουλειά είναι να παρατηρεί ανθρώπους και να συγκρίνει ή αντιδιαστέλλει τις συμπεριφορές, τα πάθη και τα αισθήματά τους με παρόμοιες (αρχετυπικές ή όχι) εκφάνσεις της παγκόσμιας, ανθρώπινης και μη κοινότητας.

Ονόματα όπως Richard Feynman, Υπουργός Μολότοφ, Posidonia Oceanica, Ernst Gombrich, Por Una Cabeza (και άλλα πολλά!) παρελαύνουν από τις σελίδες του βιβλίου και χρησιμοποιούνται από τον Νονέιμη για να θεμελιώσει επιχειρήματα, να διερευνήσει κίνητρα, να εξηγήσει φαινόμενα. Μήπως είναι λίγο επίδειξη γνώσης όλο αυτό; Όχι, γίνεται τόσο φυσικά και αβίαστα, άλλωστε ο Νονέιμης είναι ένας υπεραναλυτικός χαρακτήρας που με μαθηματική σχεδόν προσήλωση συλλέγει, κατατάσσει, αναλύει, συμπεραίνει. Κι όλα αυτά υπό το φίλτρο μιας άγριας εσωτερικής φουρτούνας που τον δέρνει από τότε που έχασε τη λατρεμένη του γυναίκα.

Κοιτάω τον Φεβρουάριο. Κοιτάω το γράμμα Φ. Λίγη σημειολογία δε βλάπτει. Μου θυμίζει τον θεό Ιανό, τον θεό με τα δύο πρόσωπα. Έτσι και ο Νονέιμης, σε όλο το βιβλίο εμφανίζεται με 2 πρόσωπα. Το ένα κοιτάει προς τα έξω, προσπερνάει αδιάφορα, χλευάζει ή υμνεί τον κόσμο και τους ανθρώπους ανάλογα με την κρίση που του επιβάλλει μια αυστηρή μανιφεστοειδής βιοθεωρία. Το άλλο πρόσωπο το ‘χει στραμμένο μόνιμα προς τον ευατό του, προσπαθεί να καταλάβει τι του συμβαίνει, τι μεταλλάσσεται μέσα του και σταδιακά τον μετατρέπει από παθητικό όργανο αιώνιας παρατήρησης σε αποφασιστικό στιγμιαίο διεμβολιστή της μοίρας. Θα μου πεις, είναι εύκολο να κοιτάμε μέσα μας, στον εαυτό μας; Χμ, αν έχουμε μόνιμα στημένο απέναντί μας έναν καθρέπτη που αντανακλά τα σώψυχά μας το μόνο που απαιτείται είναι λίγο προσωπικό θάρρος για να αποδεχτούμε ότι δεν είμαστε όλοι φτιαγμένοι από ανόθευτα αγγελικά υλικά.

Κοιτάω το γράμμα Φ. Μου θυμίζει επίσης τον γνωστό διπλοπέλεκυ, το διπλό τσεκούρι. Το οποίο στα αρχαία (λυδικά;) λεγόταν λάβρυς. Κατά μία θεωρία (την οποία δε μεταφέρω και πολύ επιστημονικά), ξέρετε πώς λέγεται στα αρχαία ο οίκος του διπλού πέλεκυ; Λαβύρινθος! Σα το μινωικό παλάτι με τα πολλά επίπεδα, τους πολύπλοκους διαδρόμους και τη πληθώρα παραστάσεων του διπλοπέλεκυ. Και σαν το μυαλό του Νονέιμη που παγιδευμένος μέσα σε μια καταδικαστική, ασφυκτική, συναισθηματική τοιχοποιία ψάχνει να βρει τον μόνο δρόμο που γνωρίζει για να ελευθερωθεί. Κινούμενος πότε μπρος πότε πίσω, στρίβοντας αριστερά ή δεξιά, διαγράφοντας μάταιους κύκλους.

Κύκλοι. Αναδρομικότητα. Στα μάτια μου ο Φεβρουάριος είναι γεμάτος από αυτήν. Οι εκ περιτροπής επισκέψεις (φίλοι, οικογένεια, κοπέλα, γυναίκα). Τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα σκέψεων (οι υποδοχείς, ο καλύτερος κόσμος, η γυναικεία γραμμή κα). Ο καθρέπτης που πισωγυρίζει οξείες, αυτογνωστικές ματιές. Το μανιφέστο που αυτοαπαιτεί ένα μανιφέστο. Η ανθρωπότητα και το μεγαλύτερο πρόβλημά της. Τα εναλλασσόμενα αφηγηματικά δίπολα: σημαντικό vs ασήμαντου, εξώτερο vs εσώτερου, όλον vs μονάδας. Ακόμα και αυτή η ίδια η ημερολογιακή περιοδικότητα της 29ης ημέρας που αξιοποιείται ιδανικά από τους Νονέιμη και συγγραφέα στο τέλος της πορείας συγγραφής των βιβλίων τους.

Κύματα επανερχόμενα που σκάνε στα τοιχώματα μιας πισίνας

Θα μου πεις. Καλά, μόνο φόρμα (νομίζεις ότι) είναι αυτό το βιβλίο; Όχι, υποθέτω για τον δημιουργό του ίσως και να ΄ταν φανός στους δρόμους της απώλειας, φώναγμα αξιοπρέπειας, φωτογραφία εποχής, φιλμικό όνειρο, φρικαλέο βασανιστήριο γραφής.

Για τον στοιχειωτικό πρωταγωνιστή του, όμως, και όλους εμάς που συμπάσχαμε σίγουρα ήταν φωτοβόλημα ψυχής, φάρμακο παυσίλυπο, φιλερημική εξομολόγηση, φλόγα αγάπης, φιλί μετά θάνατον, φυλορρόημα ημερών, φυγή αναπόδραστη.

από το public στον republic

(post επαρχιώτης-στην-ομόνοια)

Θα βρισκόμασταν για λιγότερες από 24 ώρες το ΣΚ στη Θεσσαλονίκη κι ήξερα ότι ένα πράμα έπρεπε να κάνω: να προλάβω ένα βιβλιοπωλείο ανοιχτό για να αγοράσω τον Φεβρουάριο. Πήγα στο public στην Τσιμισκή. Όλα ωραία και τακτοποιημένα και καλοσχεδιασμένα. Με μια ένσταση. Αυτήν εδώ την επιγραφή:

Τι πάει να πει «βιβλία που πρέπει να διαβάσετε»; Λίγο επιθετικό μου ακούγεται. Σα να ‘μαι μπόμπιρας και με απειλούν ότι πρέπει να φάω όλο το φαΐ μου. Η αγγλική έκφραση είναι συντετμημένη και απρόσωπη, διαχέεται έτσι η ευθύνη ανάγνωσης (εγώ, εσύ, ο διαχειριστής της πολυκατοικίας, το ανθρώπινο συλλογικό, κάποιοι εξωγήινοι, ίσως μερικά πολύ έξυπνα ζώα). Η αντίστοιχη μετάφραση στα ελληνικά θα ήταν «διαβαστέα βιβλία», στη γραμματική στο σχολείο έγραφε ότι η κατάληξη «-τέος» σημαίνει ότι ΠΡΕΠΕΙ να πραγματοποιηθεί η ενέργεια που δηλώνεται στο ρήμα (σε παραλληλία με την «-τός» που σημαίνει ότι ΜΠΟΡΕΙ…). Διαβαστέα βιβλία. Χμ δε θα το καταλάβαιναν και πολλοί υποθέτω. Οπότε να σου και η «απειλητική» προστακτική σε 2ο πρόσωπο. Μοιάζεις looser και αμόρφωτος που δεν έχεις διαβάσει τίποτα από αυτά τα ράφια και νιώθεις τύψεις και λες θα βελτιωθώ, αγοράζεις δύο τρία, ακόμα και να μην προλάβεις να τα διαβάσεις τουλάχιστον τους έχεις ξεγελάσει. Αλλά φευ, του χρόνου που ξαναεπισκέπτεσαι το βιβλ/λείο, μαθαίνεις με τον πιο μειωτικό τρόπο ότι «πλέον μια νέα μικροτεχνολογική μέθοδος έχει εφαρμοστεί και το ποια βιβλία έχουν όντως διαβαστεί είναι ένα δεδομένο ανιχνεύσιμο οπότε χρειάζεται προσοχή κι εγρήγορση». Έτσι στο λένε, σε παθητικό τρίτο πρόσωπο γιατί έχουν διαβάσει το προηγούμενό σου σχόλιο και δεν αφήνεται πλέον χώρος για οδούς υπεκφυγής.

Το πιο ενδιαφέρον κομμάτι (για μούχλες σαν και μένα) μιας διανυκτέρευσης σε ξένη πόλη είναι που το βράδυ πριν κοιμηθείς συντονίζεσαι με τους τοπικούς ραδιοσταθμούς. Παλιότερα, για να το κάνεις αυτό έπρεπε να κουβαλάς ένα κιλό/λίτρο παραπάνω βάρος/όγκο στις αποσκευές σου, ενώ τώρα όλη αυτή η λειτουργικότητα κρύβεται μέσα στο κινητό σου. Απ’ την άποψη αυτή καλά τα έχει πάει η εξέλιξη του είδους μας. Πατάς λοιπόν το κουμπί και το κινητό/ράδιο σβήνει όλες τις προηγούμενες καταχωρήσεις και αποθηκεύει τους πιο δυνατούς σταθμούς της νέας πόλης. Θα μου πεις, δε διστάζεις που σβήνονται οι αγαπημένοι σου σταθμοί της πατρίδας σου; Όχι, γιατί είναι ένα μάτσο χάλια, όσο χάλια είναι και τα βιβλιοπωλεία της που με αναγκάζουν να τρέχω στο παρά πέντε στο public για να αγοράσω τον Φεβρουάριο. ΤΙΠΟΤΑ δε συμβαίνει στην πόλη μου. Κι απ´ τα ΠΟΛΛΑ που συμβαίνουν έχω φροντίσει να απαξιώνω τα περισσότερα για να ´χω πάτημα να γκρινιάζω. Τον Φεβρουάριο πάντως δεν τον φέρανε. Κι οι μουσικοί σταθμοί είναι όντως χάλια. Για αυτό και πριν κοιμηθώ τώρα στη Θεσσαλονίκη κάθομαι μια ώρα και διαβάζω φλεβάρικα κεφάλαια και ζαπάρω μεταξύ republic και rock fm. Και πετυχαίνω αυτό, που μέσα στον ενθουσιασμό και τη γλύκα της βραδιάς για πρώτη φορά συνειδητοποιώ ότι ήταν το πρελούδιο για το σπουδαιότερο electropop τραγούδι 3 χρόνια αργότερα:

Αυτό είναι το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του (καλού) ραδιοφώνου. Όσα χιλιάδες mp3 και cd να ‘χεις περασμένα στον ΗΥ σου, στο ράδιο θα ακούσεις εκείνο το αγαπημένο σου που σου ‘χει διαφύγει. Και τότε κατακλύζεσαι από ένα συναίσθημα απρόσμενης χαρωπής πληρότητας. Και κάτι ακόμα. Νιώθεις κι εσύ ένα ευτυχισμένο γρανάζι (χμ, σχήμα οξύμωρο) στο τικ τακ του κόσμου τούτου. Ένα manual pdf δε με βαπτίζει μαραγκό, μια συνταγή δε με μασκαρεύει μαγείρισσα, ένα pc δε με κάνει dj, ούτε ένα blog συγγραφέα. Τον θέλω τον dj να με αιφνιδιάζει όμορφα, να μου μιξάρει τρελές αλλαγές, να μου θυμίζει ξεχασμένα, να, σαν το Behind the Wheel. Και τον θέλω τον συγγραφέα να φτιάχνει στοιχειωτικές ιστορίες για ανθρώπους καθημερινούς και συνάμα ξεχωριστούς, για ανθρώπους που όλος ο κόσμος προβάλλεται ιδιότροπα στο μυαλό τους και κείνο παρατηρεί, άλλοτε παγώνει άλλοτε αδιαφορεί άλλοτε θερμαίνεται και παράγει ιδέες, ιδέες και λόγια, ιδέες λόγια και δράση, να, σαν το Φεβρουάριο.

ΥΓ Το μόνο που μένει σ’ όλο αυτό το απέραντο γραναζολόι είναι να καταπιαστώ και γω με κάτι χρήσιμο ή ευχάριστο ή ελπιδοφόρο για να χαροποιώ κάποιους άλλους. Δε βιάζομαι. Καλά καλά δεν έχω κλείσει μισό αιώνα λειτουργίας.

Ο Φεβρουάριος κι εγώ

Ενθουσιώδης ψυχαναγκασμός. Αυτός είναι ο σωστός όρος. Όταν γύρω στις 10/2 συνειδητοποίησα όλα αυτά που γλαφυρά περιγράφει ο Θοδωρής Γεωργακόπουλος σχετικά με τις δυσκολίες υλοποίησης του πονήματός του, κουνήθηκα λίγο από τη θέση μου και αποφάσισα ότι δεν μπορούσα να μείνω αδρανής. Δεν μπορούσα να στέλνω μόνο comments, δεν μπορούσα μόνο να στέλνω tweets, δεν μπορούσα μόνο να απολαμβάνω τα μεταμεσονύχτια κεφάλαιά του. Ο Φεβρουάριος δε θα είχε νόημα για μένα, αν δε μ’ έβαζε σ’ ένα τριπάκι ενεργής συμμετοχής και πίεσης. Όπερ και εγένετο (ένα post κάθε μέρα με τις σκέψεις κάθε φορά κι ενός άλλου 2ου χαρακτήρα).

-Δηλαδή σα να μας λες τώρα ότι κι όταν θα έχει Μουντομπάσκετ θα χτυπιέσαι στις ρακέτες, πχ.

Δεν το αποκλείω (ψέμματα!). Άλλωστε πράγματι νομίζω ότι όταν έχει τέτοιες διοργανώσεις ο κόσμος τρέχει και αθλείται περισσότερο (και στοιχηματίζει περισσότερο, βεβαίως βεβαίως).

-Και τώρα;

Τώρα μάλλον θα σβηστούν όλα τα post που έχουν σχέση με εσωτερικούς μονολόγους χαρακτήρων που άπτονται καθαρά της πλοκής και δεν έχουν νόημα χωρίς τον Φεβρ και θα μείνουν μόνο κάποια (ελαφρώς αναμορφωμένα) που μπορούν να σταθούν ως αυτόνομα κείμενα. Update (09.03.12): η τακτοποίηση (σχεδόν) ολοκληρώθηκε.

Και για τέλος, τι άλλο; Ευχαριστούμε και εύγε, Θοδωρή Γεωργακόπουλε!

Update (05.08.12): μετά την κανονική κυκλοφορία του βιβλίου ξαναανάρτησα όλα (29) τα αρχικά κείμενα μου του Φεβρ συμπτυγμένα σε δεκάδες ημερών. Εννοείται ότι δεν έχουν καμία λογοτεχνική ή άλλη αξία, κι ούτε, βέβαια, έχουν καμία σχέση με το υπέροχο πραγματικό μυθιστόρημα. Ο μόνος λόγος που τα διατηρώ είναι γιατί ήταν η αφορμή για το στήσιμο αυτού εδώ του blog. Να τι απέμεινε.

Φεβ 21-29

Τα «κεφάλαια» αυτά γράφονταν σε αυτό το blog ένα κάθε μέρα μετά από τη δημοσίευση του αντίστοιχου ημερήσιου κεφαλαίου του μυθιστορήματος «Φεβρουάριος» από τον Θοδωρή Γεωργακόπουλο. Σε κάθε κείμενο καταγράφονται οι σκέψεις κάθε φορά και ενός διαφορετικού δεύτερου χαρακτήρα που συμμετείχε στα δρώμενα της αντίστοιχης ημέρας. Εννοείται ότι αποτέλεσαν μία προσωπική «εκμετάλλευση» πάνω στον «Φ» και καμία πραγματική σχέση δεν έχουν με το στήσιμο των χαρακτήρων από τον Θ. Γεωργακόπουλο. Διατηρούνται μόνο και μόνο γιατί η προσπάθεια αυτή ήταν η αφορμή για να στηθεί το sunCoat.

Φεβ-21: ο υπάλληλος στα διόδια

-Αναπόφευκτα. Αλλιώς θα έπρεπε να μιλήσω πάλι για οδηγούς και αυτοκίνητα. Γι’ αυτούς που κάνουν σφήνες, τρέχουν με 200, μιλάνε στο κινητό. Και γι’ αυτά που έχουν στρόγγυλα νούμερα, θυμίζουν ντισκοτέκ, περνάνε στη ζούλα τα ΚΤΕΟ. Για όσα βλέπω και αντιλαμβάνομαι, δηλαδή, καθημερινά επί 8 ώρες καθηλωμένος σ’ ένα στενό γκισέ χωρίς τουαλέτα. Καλά, καλά, δε σε πρήζω άλλο, λοιπόν, την Παρασκευή το βράδυ στις 7:00 στον πολιτιστικό, σιγουρέψου ότι θα δουλεύει ο προτζέκτορας.

«Άλλη μια ομιλία για την αιμοδοσία. Σάμπως γίνεται και τίποτα. Έχει αρχίσει να με παίρνει από κάτω. 3 χρόνια προέδρος στην Αιμοδοτική ζήτημα να αυξήσαμε 10% τα μέλη μας.»

 – 2+75, κύριε.

«Είναι κι αυτό ένα δείγμα των Ελλήνων που επιμένουν. Επιμένουν να αρνούνται να σοβαρευτούν και να βασιστούν στις δυνάμεις τους ακόμα και για τα στοιχειώδη. Εξού και το χιλιοπαιγμένο άσμα: «Μεταξύ γκρεμού και ρέματος, οι εισαγωγές μας μάραναν του αίματος».  Κοίτα αυτόν: φορτηγό ετοιμόρροπο, λάστιχα καταφθαρμένα και υπέρβαρος όσο δεν πάει άλλο. Κυκλοφορεί, βέβαια, ανετότατος.»

 – 6+60, κύριε. Πενηντάρικο, κύριε; Σούπερ μάρκετ είμαι, κύριε; Ορίστε!

«Παπάρα! Επειδή βαριέσαι να ψάχνεις στο πορτοφόλι σου. Καλείς τώρα την τροχαία ή όχι; Αλλά τι τα θες; Να κι ο άλλος με το πορσάκι. Γυαλισμένο σασί με μπριγιαντίνη, χαμηλή ανάρτηση, σκούρο γυαλί, λαϊκοπόπ στο ράδιο, φραπεδιά στο τιμόνι, ξανθό γκομενάκι δίπλα που σκαλίζει το κινητό της, προσπέραση στον μπροστινό του που σταματάει για τα διόδια, μπινελίκωμα αυθάδικο για να τα χώσει κι αυτός κάπου. Πείτε του σας παρακαλώ …»

– Ευχαριστώ.

– Ευχαριστώ. Καλό δρόμο.

«…ότι έχει διαλύσει το στερεοτυπόμετρο. Δεν είμαστε λαός. Είναι κι αυτή η εμμονή μας με τ΄αμάξια μας. Σε μια αιμοδοσία κάποτε μέτρησα πόσοι ήρθαν και πόσοι έφυγαν με το αμάξι τους. Υποτίθεται ότι για 1-2 ώρες μετά δεν πρέπει να οδηγήσεις, για ασφάλεια δικιά σου αλλά και των άλλων. Μα του κάκου. 100%. Μια πράξη μεγάλης προσφοράς κολλητά συνοδευόμενη από μια πράξη μεγάλης ανευθυνότητας. Έτσι είναι οι Έλληνες. Κάτσε, τι-παι-δι-να-φτό;»

» – Εσείς μπορείτε να περάσετε έτσι, χωρίς να πληρώσετε, γλυκιά μου.

 – Ευχαριστώ, ω ευγενικέ και όμορφε υπάλληλε των διοδίων. Θέλετε να σας γράψω το κινητό μου;»

 – 2+75, δεσποινίς.

«Σαν την άλλη την ταινία που η δικηγορίνα εντυπωσιάζεται τόσο από τους τρόπους και την εξυπνάδα ενός ταξιτζή που φεύγοντας του αφήνει και το τηλέφωνό της. Χόλιγουντ!  Να τος, να τος ο μαλάκας. Κατεβαίνει από την τζιπάρα, ανεβάζει την μπάρα, μπαίνει μέσα και φεύγει. Κύριος!»

 – Αφού μας έχει γαμήσει εμάς τους μεγαλογιατρούς η εφορία, θέλετε να πληρώνουμε και διόδια;

Καημενούλι. Ξέχασα και το πορτοφόλι μου να σου δανείσω. Εκτός κι αν είναι θέμα αρχών. Οπότε να μου δανείσεις εσύ λίγη ιδεολογία. Έρχεται και δεύτερος. Στοίχημα ότι θα πληρώσει. Δείχνει το βλέμμα του. Αποπνέει μια ειλικρίνεια. Θα μου δώσει και ψιλά».

 – Ευχαριστώ.

«Καλά σε κατάλαβα εγώ. Αφού το τζιπ είναι παλιό και δεν είναι και δικό σου. Φαίνεται από το απότομο φρενάρισμα, από το πώς έψαξες να βρεις την ψιλοθήκη, από το σκουντούφλημα στην εκκίνηση. Γειαα. Καλό παιδί ήταν τούτο» .

Φεβ-22: ςηστμέΔ

Ανθρώποι: (μπζζζζ;; μπζζζζ;; μπζζζζ;;)

Λαχειοπώλης: Έλα, έλα, οι βούλε φτιάχνουν το μνημόνιο, η τρόικα του ΠιΕσΑι, πάρε κι εσύ λαχείο κι η τύχη σου γυρνάει.

Ομπρελάς: Μόνη ελπίδα στην αντάρα, η ομπρέλα στη βροχάρα.

Περιπτεράς: Ε, παλιόπαιδα, μη σκαλίζετε τα περιοδικά μες στη βροχή. Κι άντε φυγέτε από δω.

Λούστρος: Η βροχή φεύγει, το λουστράρισμα έρχεται κύριοι, έξτρα κάλτσες για ζεστασιά, κύριοι.

Ξανθιά: Τρελό μου κορίτσι, αλήθεια το λες, όπου πας μαζί σου, εκεί μπροστά του τα ΄χωσες; Χα χα, να σε φιλήσω.

Μελαχρινή: Hello, κουκλίτσες. Πού βρίσκεται τόσο καιρό το παρεάκι μου;

Λαπτοπάς: Μια εναλλακτική προσέγγιση. Όμως ποια είναι η εναλλακτική της εναλλακτικής;

Ταβερνιάρης: Θα ‘ναι μια ομορφιά η ταβέρνα, και μη νοιάζεσαι, οι Δήμαρχοι κι αν φοβούνται το πολιτικό κόστος.

Καπνιστές: Η μαγκιά είναι όλη δική μας. Σας γράφουμε καταλλήλως όλους εσάς τους άκαπνους. Κι εσάς και τον νόμο σας και τα πνευμόνια σας.

Μικροφωνητές: Δεν είμαστε εκατό. Δεν είμαστε χιλιάδες. Είμαστε εκατομμύρια. Έξω από το ευρώ. Έξω.

Συνδικαλιστές:
- Εεε, οοο, πάρτε το μνημόνιο και φύγετε από δω.
- Εδώ, εδώ και κάθε μέρα εδώ, ελάτε εσείς να ζήσετε με 400 ευρώ.
- Παπαδήμο, σε 10 χρόνια δε θα υπάρχει εργαζόμενος και συνταξιούχος για να κόψεις κι άλλα. Βενιζέλε, σταμάτα να μετράς με νούμερα και στατιστικές. Είμαστε άνθρωποι, εργάτες, αγρότες, συνταξιούχοι. Θα αγωνιστούμε!

Ιάκωβος: Είσαι καλά; πέρασε μέσα. «Τι να σου κάνω; Άχρηστε, αποτυχημένε, που ανάθεμα την ώρα που σε γνώρισε η Ζωούλα μου.”

Γραμματέας: Ορίστε το νερό σας. Να φέρω τώρα τη σοκολάτα σας, κύριε Δέμτση;

Άστεγος: Εσείς γιατί παλεύατε; Εσύ γιατί πάλευες;

Δέμτσης: «Απεχθάνομαι το υφάκι σου. Ποιον νομίζεις ότι πείθεις, πες μου. Το παίζεις αδιάφορος κι ανίδεος, αλλά κι οι δυο ξέρουμε πολύ καλά γιατί δεν προχώρησες στην αποποίηση περιουσίας. Περιττό να κρύβεσαι από μένα. Σκέψου λιγάκι. Πάνω που η κόρη μου θ’ άνοιγε φτερά για να κατακτήσει τον κόσμο, υπέκυψε βλακωδώς στην ανύπαρκτη γοητεία ενός παρακατιανού δημοσιογραφίσκου. Για μια φορά επέτρεψε στη θλιβερή σου ύπαρξη να βγει απ’ το αμμόκαστρο που έχτισες και δες τα πράγματα από μιαν άλλη σκοπιά».

Φεβ-23: σπασμένο τηλέφωνο

Ως αντικείμενο είμαι ένα από τα πιο βρώμικα πράγματα που μπορείς να αγγίξεις. Μαζί με τα πόμολα, τα κουμπιά ασανσέρ, τα τηλεχειριστήρια σε ξενοδοχεία, τα κλειδιά, τα χαρτονομίσματα, τις βάνες των βρύσεων σε κοινόχρηστες τουαλέτες και άλλα παρεμφερή. Μερικές φορές, όμως, σκέπτομαι ότι η βρωμιά που κουβαλάω δε συγκρίνεται σε τίποτα με τη βρωμιά που «ακούω» και εκπέμπω. Ειρωνείες, ψέματα και ψεματάκια, χοντροαπάτες, βρισιές, μπινελικώματα, παρακολουθήσεις, μεγάλα και μικρά μυστικά, σεξουαλικές πράξεις, ερωτικοί αναστεναγμοί, υποσχέσεις, αθετήσεις, κατηγόριες, δολοπλοκίες, υποκρισίες.

Ως χρηστικό μέσο τα τελευταία χρόνια έχω αναβαθμιστεί. Ιδιαίτερα η κινητή έκδοσή μου κουβαλάει μπόλικο εξτρά βάρος και λειτουργικότητα. Ξυπνητήρια, αριθμομηχανές, κάμερες, φακοί, ημερολόγια, σημειωματάρια, χρονόμετρα, ραδιόφωνα… Αποτέλεσμα; Να έχω υποσκελίσει το σκύλο στη θέση του «καλύτερου φίλου» του ανθρώπου (εντάξει, το βιβλίο διεκδικούσε μόνο ως αστείο το ρόλο αυτό στις βιβλιοφιλικές διαφημίσεις και οι ελβετικοί σουγιάδες ακόμα δεν έχουν χτυπητήρι για να φουσκώνει η κρέμα γάλακτος). Ιδιαίτερη λατρεία μού έχουν δείξει οι:

-gadgetάκηδες που ανακάλυψαν (και ακολουθούν με συνεχή upgrades) το υπέρτατο νόημα της ζωής

-μανάδες με σφόδρα ανεπτυγμένο το σύνδρομο GPS (Gie Pu Surtukevis?)

-παραγωγοί σαπουνόπερας που δε χρειάζεται πια να καταστρατηγούν κάθε νόμο α) Φυσικής και β) κίνησης στο μπάχαλο της Αθήνας για να βάζουν τους πρωταγωνιστές τους να συζητούν δια ζώσης σε κάθε δυνατό συνδυασμό. (Αν και εδώ διακρίνεται μια γεύση τεχνοφοβίας: ποτέ δε θα δεις τριμερείς επικοινωνίες στις σαπουνόπερες, είναι ακόμα θέμα ταμπού, ίσως, γιατί παραπέμπει(;) σε πολυμέρειες σεξουαλικές, ίσως πάλι οι σαπουνοπεράνθρωποι δεν έχουν εξελιχθεί αρκετά για να πατάνε κάτι παραπάνω από το πράσινο και κόκκινο κουμπάκι μας).

-αθεράπευτα ερωτευμένοι που δεν αντέχουν μισή ώρα χωρίς να μιλήσουν στο ζουζουνάκι τους.

Ως παιδικό παιχνίδι, τέλος, ίσως είμαι το πιο προβοκατόρικο από γεννησιμιού της ιδέας «παιχνίδι». Γιατί τα παιδιά κάθονται στη σειρά και μεταφέρουν το ένα στο άλλο μια φράση με σκοπό τι; Να μείνει ή να μη μείνει ανέπαφη; Σε κάθε περίπτωση το δεύτερο, το πρώτο άλλωστε δεν έχει καθόλου γέλιο. Αλλά για να στραπατσαριστεί μια φράση πρέπει ο ένας να προσπαθήσει πολύ να τα μασήσει και ο άλλος να προσπαθήσει πολύ για να κωφεύσει. Υπάρχει σκοπιμότητα, λοιπόν, υπάρχει παρόρμηση, υπάρχει παρεξήγηση και καταστροφική υπονόμευση. Kάτι μου θυμίζει…

Φεβ-24: Hercule T. Holmes

HP: Ξυπνήστε! Νομίζω φθάσαμε.

SH: Πού;

HP: Στο κέντρο του δράματος.

SH: Αυτό νομίζω είναι κανονικό σπίτι κι όχι κέντρο διασκέδασης.

HP: Είχε να πάει κι αλλού πρώτα;

SH: Έτσι φαίνεται.

PM: Πες μου ότι με ξυπνήσατε για πλάκα. Κι έχω ένα κεφάλι από χθες…

HP: Και τώρα;

SH: Αφού είμαστε εδώ ΚΑΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΞΥΠΝΙΟΙ ας ρίξουμε μια ματιά, δε βλάπτει λίγη εξάσηση.

HP: Ο πορτιέρης φαίνεται ευτραφής και αιμοβόρος, θα έλεγα ότι ίσως δουλεύει στο λιμάνι ως εκφορτωτής.

PM: Πρώην ντράμερ είναι ο άνθρωπος, φαίνεται απ’ τις γραμμώσεις στους καρπούς του που το λίπος δεν έχει προλάβει ακόμα να καλύψει κι απ’ το πόδι του που συνέχεια ακολουθεί κάποιο ρυθμό.

SH:  Ντράμερ; Τι εννοείς drummer?

PM: Ναι, ξέχασα, εσύ είσαι κάπως εκτός εποχής. Θα πρέπει να ακολουθήσουμε μια σύμβαση, ειδάλλως είμαστε χαμένοι. Θα αντιλαμβανόμαστε τα αντικείμενα ως να ξέρουμε τι είναι. Σε διαφορετική περίπτωση ο κύριος από δω (SH) θα μας ταράξει στις ερωτήσεις. Όχι ότι κι εμείς οι δύο είμαστε και τα πρώτα τζόβενα. Σύμφωνοι;

SH, HP:  Σύμφωνοι.

PM: Ποια η γνώμη σας για την κυρία, νομίζω ότι είναι ο πιο ενδιαφέρων χαρακτήρας εδώ μέσα – χώρια το παλικάρι μας.

SH: Ευγενεστάτη κυρία. Στα νιάτα της θα είχε κάψει τις καρδιές αρκετών τζέντλεμαν. Φέρνει λίγο της Irene, τολμώ να πω. Τι λέτε κι εσείς;

HP: Θα ΄λεγα ότι μια κυρία είναι τόσο ενδιαφέρουσα όσο και τα πάθη που μπορεί να ξεσηκώσει. Δεν ξέρω, έχει εμπνεύσει κάποιο έγκλημα ή φόνο; Αλλιώς, ααα.

PM: Εγώ είμαι λίγο έξω απ’ τα νερά μου εδωπέρα. Νομίζω έχω μείνει κλασικός για την προτίμησή μου στις ξανθές, ή μήπως όχι;

Συνέχεια

Φεβ 11-20

Τα «κεφάλαια» αυτά γράφονταν σε αυτό το blog ένα κάθε μέρα μετά από τη δημοσίευση του αντίστοιχου ημερήσιου κεφαλαίου του μυθιστορήματος «Φεβρουάριος» από τον Θοδωρή Γεωργακόπουλο. Σε κάθε κείμενο καταγράφονται οι σκέψεις κάθε φορά και ενός διαφορετικού δεύτερου χαρακτήρα που συμμετείχε στα δρώμενα της αντίστοιχης ημέρας. Εννοείται ότι αποτέλεσαν μία προσωπική «εκμετάλλευση» πάνω στον «Φ» και καμία πραγματική σχέση δεν έχουν με το στήσιμο των χαρακτήρων από τον Θ. Γεωργακόπουλο. Διατηρούνται μόνο και μόνο γιατί η προσπάθεια αυτή ήταν η αφορμή για να στηθεί το sunCoat.

Φεβ-11: Ερρίκος

-Οκ, φιλάρα, τσάκωτο και καλομίλητο. Κι ένα κεράκι δώρο, δε δίνουν τέτοια οι εταιρείες κινητής, χα! Γεια χαρά!

Ε, διέκρινα μια σκιά αποδοκιμασίας στο πρόσωπό σου; Τι; Εσύ λυπάσαι εμένα; Κάτσε ρε να τα βάλουμε κάτω. Έχω δουλειά, δεν έχεις, έχω 3 κινητά, δεν έχεις, είσαι τόσο άφραγκος που παζαρεύεις μεταχειρισμένα που ούτε ξέρεις σε τι κατάσταση είναι, γυρνάς στο σπίτι σου που βρωμάει -είμαι σίγουρος- καλτσίλα και χνώτα και κλεισούρα, αλλά εγώ κάθε πρωί μυρίζω τ’ αρώματα των παραμυθιών εδώ μέσα. Άσε που εγώ έχω γυναίκα κι εσύ δεν έχεις.

Μαλάκα, Ερρίκο, αυτό πόνεσε, ήταν πολύ χαμηλό. Τι ΄ταν αυτό που σκέφτηκα για το παλικάρι, αυτή η τρέλα εκεί έξω μας έχει επηρεάσει όλους. Το θυμάμαι, πόσο(;), έχει κάνα χρόνο ή πιο λίγο, μου το ‘χε πει ο Αντρέας, είχα συγκλονιστεί τότε, δεν πίστευα πώς μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο μέσα στην πόλη. Αλλά δεν είμαστε πόλη πια, είμαστε ζούγκλα, ο ένας τρώει τις σάρκες του άλλου, στο δρόμο, στη δουλειά, στον κόσμο έξω, ακόμα ακόμα και μέσα στο σπίτι. Γι’ αυτό και τα κεράκια πουλάνε σα τρελά, αν δεν μπορείς να γεννήσεις λίγη ομορφιά μέσα στο σπίτι σου, τουλάχιστον αγόρασέ την.”

(κινητό με κουμπάκια παίζει ένα midi ringtone)

-Ρε μαλάκα, δε σου ‘χω πει να μη με παίρνεις εσύ; Κλείνω, κλείνω γαμώτο, καλά θα σε πάρω μετά, σήμερα είναι Σάββατο γαμώτο, θα βγω με τη Μάρα, ούτε αύριο, ίσως Δευτέρα, θα σε πάρω μετά, ΜΗΝ ξαναπάρεις.

Φεβ-12: Χριστίνα

Τι μέρα κι αυτή. Κρεβάτι, έρωτες, πρωινό, φιλιά, Σύνταγμα, διαδήλωση, κόσμος, βόμβες, ένταση, τρέξιμο, φωτιές, κόσμος, κράξιμο, φιλιά, δυστυχία, αληταριό, νταηλίκια, αστυνομίες, πυροσβεστικές, λιποθυμίες, φιλιά… Αν γίνει τίποτα σοβαρό με μας, θα το λέμε ότι από αντίδραση την επόμενη κάηκε η Αθήνα. Φθηνό. Ακόμα και για μια δημοσιοσχετίστρια σαν και μένα. Με μπέρδεψε και τον μπέρδεψα σήμερα. Φρίκαρε τελικά ή δε φρίκαρε; Δύσκολο να πεις. Άνοιξα και το laptop του, πανάθεμά με. Εντάξει, χωρίς τίποτα “πουλιά” ή θάλασσες για background. Τι λέει το ράδιο; Ακόμα καίγεται το κέντρο. Να δούμε πώς θα τα παρουσιάσουν αύριο. Κανάλια, βουλευτάρια, ματατζήδες, χουλιγκάνια, αριστεροί, δεξιοί. Το γαϊτανάκι της ελληνικής παράνοιας. Ε τον μαλάκα, είναι νύχτα και περνάει με κόκκινο. Μαλάκα! Κάτσε να βρω καμιά μουσική.

Όπα, Belle and Sebastian. Ήταν ανάγκη; Υποτίθεται προσπαθώ να αποφορτιστώ. Αλλά δεν μπορείς να αντισταθείς. Κάποια στιγμή, αν προχωρήσει λίγο το πράμα, ίσως κάνουμε και το “Belle and Sebastian Test”. Θα δείξει. Ίσως το «simple things«, το «nice day»  ή το «wrapped up in a book«. Γιατί δεν μπορείς να είσαι με κάποιον, αν εσύ λατρεύεις τους Belle και αυτός τους απεχθάνεται. Δεν υπάρχει συμβατότητα. Είναι μήλα-αχλάδια, πέτρα-ξύλες, νύχτα-μέρα. Γιατί οι Belle έχουν την ακριβή δόση μελούρας, ώστε να λιγώνονται οι γυναίκες και να μην αηδιάζουν οι άντρες. Δε του ζητάς του άλλου, δηλαδή, extreme καταστάσεις, να του αρέσουν οι Anthrax ή η Βανδή ή το string quartet. Του ζητάς, ψάχνεις να δεις αν μπορεί να τους υπομείνει, αν δεν κάνει εμετό, αν ίσως πάλλεται λίγο μια συναισθηματική χορδή, αν ίσως βρίσκει κάποια ταύτιση σε κάποιους στίχους έρωτα, απώλειας και ανεκπλήρωτου ονείρου. Πάλι κόκκινο, πόσα κόκκινα θα πετύχω πια! Καλά, ιστορίες για αγρίους, αν είναι έτσι, τι έκανα εγώ 2 χρόνια με τον Μάκη που γούσταρε Joan Jett; Τεστ και αηδίες. Λες να χαλάστηκε που την κοπάνησα; Πρέπει να λούσω μαλλί και να βάλω ρούχα καθαρά και αύριο είναι Δευτέρα κι έχουμε ένα κάρο συναντήσεις…

Blur. Ε, καλά, όλοι περνάνε το “Blur Test”, δεν υπάρχει “Blur Test”. Είναι σαν την πίτσα ή τη σοκολάτα ή τις γαλάζιες παραλίες ή μια καλή κομεντί στο σινεμά. Όλοι τα γουστάρουν αυτά τα παιδιά, στα κρυφά ακόμα και οι ορκισμένοι οπαδοί των Oasis.

Δεν υπήρχε περίπτωση. Oasis. Κλασική εναλλαγή.

Elastica…

Supergrass… το ΄χει ρίξει για τα καλά στη britpop.

Suede…

Pulp. Pulp; Υπάρχει “Pulp Test”; Ίσως “Jarvis Test”. Αθήνα: You are hardcore

Τελευταίο κόκκινο.

Φεβ-13: κάποιος οδηγός

μπλα μπλα μπλα… Την κάψανε την Αθήνα και παπαριές καμαρωτές. Μας τα ‘χουν πρήξει από χθες, πασόκοι και νδ και παπαρήγα κι ο αλέξης κι ο λάος. Κύριοι τα σκατώσατε. Όλοι σας. Σας έχουν πάρει πρέφα στην Ευρώπη, σας έχουμε πάρει πρέφα και μεις. Τελειώσατε. Λευκό στις επόμενες, λευκό. Ή καλύτερα μια πούτσα ζωγραφιστή. Λένε ότι άμα το λευκό πάρει 51% γίνονται ξανά εκλογές και κανείς υποψήφιος δεν μπορεί να βάλει ξανά υποψηφιότητα. Αυτό σας αξίζει. Μας έχετε γαμήσει…”
- Δε το βλέπεις το stop βρε βλαμμένη;
“Γυναίκες οδηγοί. Στο σπίτι στην κουζίνα ρε, και να παίρνουν άδεια για να βγουν έξω. Λαμόγια. Ούτε ένας τους δεν έχει πάει φυλακή. Πού μας καταντήσανε! Γίναμε οι ζητιάνοι της Ευρώπης. Όχι ότι οι κουτόφραγκοι είναι καλύτεροι από μας. Κι αυτοί λαμόγια, ευρωπαϊκά, αλλά είναι “το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό”. Αφού δε ξέρουνε να ζούνε οι άνθρωποι, τι να λέμε τώρα. Αλλά κι οι δικοί μας οι πολιτικοί ένα μάτσο χάλια. Με τόσους φόρους που πληρώνουμε θα ‘πρεπε να είμαστε Χαβάη. Άχρηστοι βουλευτές! Σάμπατις δεν τον έχω καταλάβει τον δικό μας που πήγα για την πρόσληψη του μικρού. Κύριε Λάκη μου, κύριε Λάκη μου και ένα χρόνο έκανε μέχρι να μπούμε στην Υπηρεσία…”
- Βγάλε και κάνα φλας!
“Ορίστε, ολόκληρη γειτονιά και δεν έχει πού να παρκάρεις. Όλο πολυκατοικίες με πιλοτές και γκαράζ με 20 ευρώ την ώρα, και μαγαζιά με φορτηγά που ξεφορτώνουνε και μηχανάκια, μηχανάκια, μηχανάκια και κάδοι σκουπιδιών, η ανακύκλωση μας μάρανε, πού θα μπούνε ρε τόσα αμάξια, πώς θα κινηθεί ο κόσμος και το εμπόριο, α ρε ένας εκεί μέσα με μυαλό δεν υπάρχει, κι αυτό το προποτζίδικο σημείο που βρήκε και άνοιξε, ελεύθερο πάρκινγκ πουθενά, κάτσε, πράσινη λωρίδα(;), ποδηλατόδρομος, τι μαλακίες είναι αυτές, έχει δει κανείς ποδήλατο στην Αθήνα, μια χαρά είναι εδώ, δυο κληρώσεις και έφυγα.

Φεβ-14: deep throat

Να την ξεσκαρτάρω ή όχι; Άσε, τι νόημα έχει; Ας είναι όλοι εκεί να τους βλέπω και να τους έχω στα υπόψη. Παραλίγο να με πιάσει προχθές ο Πέτρος, τι μαλάκω κι εγώ ν’ αφήσω το facebook ανοιχτό χωρίς να είμαι δίπλα. “Ποιοι είναι όλοι αυτοί οι άγνωστοι friends, γλυκιά μου;” Σοφές κινήσεις: 1. Βάλε ουδέτερο όνομα λίστας: “δουλειά”, όχι “πηδήματα” (που θα ‘ταν και πιο ξεσηκωτικό), τώρα ο ψυκτικός από την Κυψέλη περνιέται για καθηγητής Φυσικοχημείας κι ο δικηγοράκος για φιλόλογος με αδυναμία στον Πλάτωνα. 2. Κότσαρε και μερικές γυναίκες συναδέλφους από το Λύκειο που να τις ξέρει ο άντρας σου, κάποιες γυναίκες γενικώς για ξεκάρφωμα, όχι που δεν υπάρχει και κοπέλα που είναι για το σωστό λόγο στο “δουλειά/πηδήματα”, η Βάνα ας πούμε χαλαρά θα ανήκε και στο “τοπ πηδήματα”, αν υπήρχε τέτοια λίστα. Ίσως αν έφτιαχνα και μια “χάλια πηδήματα”. Θα έβαζα τότε μέσα και σένα, αγόρι μου. Περίεργη περίπτωση. Πριν 10 χρόνια ήσουν τούρμπο, πριν 10 μήνες ένα ράκος. Τι μεσολάβησε; Συμβαίνουν αυτά. Μπαίνω στον πειρασμό να σε καλέσω μόνο και μόνο για να ελέγξω άλλη μια φορά την πάρτη σου. Να βγάλω ένα τελεσίδικο συμπέρασμα. Αλλά τα πηδήματα έχουν αραιώσει τώρα με τις τόσες υποχρεώσεις και δεν πρέπει να σκορπάω τις ευκαιρίες μου στον αέρα. Ο γυμναστής/γυμναστής εγγυάται σταθερά υψηλές επιδόσεις. Send message…

Φεβ-15: συννεφάκι

Είναι φορές που οι άνθρωποι όλοι

ζούμε μέσα σ’ ένα σύννεφο.

Φτωχοί και πλούσιοι, δίκαιοι και άδικοι,

ταπεινοί και μεγαλομανείς, άγγελοι και διάβολοι

συνωστιζόμαστε μες στη δαιδαλώδη σκέψη κάποιου

που με τη σειρά του στριμώχνεται στα ασφυκτικά όρια

που ο δικός του δημιουργός έχει θέσει για τον κόσμο,

“τον κόσμο που καλύτερός του δεν μπορεί να υπάρξει”.

Φεβ-16: Surely You’re Joking…

-Καπετάνιε, μπορούμε να περάσουμε λίγο κοντύτερα από το νησί; Έχει πανηγύρι απόψε εκεί και ‘χω ειδοποιήσει όλο το χωριό και περιμένει…
 –Σίγουρα αστειεύεστε, κ. Ύπαρχε.

-Για να δούμε: 1 μέτριος χωρίς γάλα, 1 νεράκι, 1 πατατάκι, 1 σταυρόλεξο, 1 κουτί μπισκότα και 1 Αστερίξ. Αυτά μας κάνουν 20+15.
 –Σίγουρα αστειεύεστε, κύριε, μην πω καμιά κουβέντα.

-Ε, Γιακουμή, είμαστε χάλια απ’ το χθεσινό μεθύσι, τι μπόμπα τσίπουρο ήταν αυτό, λέμε να την πέσουμε 2 ώρες στην κουκέτα, κάλυψέ μας στον Καπετάνιο. 
-Σίγουρα αστειεύεστε, ρεμάλια σας-πήρε-και-σας-σήκωσε.

– Hallo Miss, I am Stathis, what are you doing this time of year going to Chania? It is a long trip tonight, i see you don’t have a cabin, you can come with me, it’s a double and empty.
 –Surely you’re joking, Mr. Pain-In-The-Neck. 
-Play in ΑΝΕΚ; Yes, yes, okeeyy, ANEK, Chania, biuuuutiful.

-Λες τώρα που κατεβαίνουμε να καταφέρουμε τη μάνα σου να μας γράψει εκείνο το κτήμα στο Σταλό;
 –Σίγουρα αστειεύεσαι, η παλιόγρια δε δίνει νερό του αγγέλου της, όχι κτήμα στην τρίτη νύφη της. 
-Εσύ πάντως από κοντά να την έχεις και με το μαλακό.
 -Μαμά μαμά, θέλω κι εγώ τέτοιο κινητό σαν του κυρίου. 
-Σίγουρα αστειεύεσαι, Μαρία.
 -Να μου πάρεις, να μου πάρεις!
 -Το βλέπεις αυτό; Να τι θα πάρεις! Βγάλε το σκασμό τώρα να κοιμηθούμε.

Φεβ-17: Έκτορας

Για να δω, εντάξει, ωραίο χάιδεμα, όπως πάντοτε, ε ρε, όσοι σκύλοι και να έρθουν σ’ αυτό το σπίτι ένας θα ‘χει την πρωτοκαθεδρία. Δε γίνεται αλλιώς. Καλώς το παλικάρι. Καιρό έχουμε να σε δούμε. Η αγκαλιά σου είναι ζεστή, δεν πιστεύω να ‘μαι εγώ ο μόνος που αγκαλιάζεις. Σιγά σιγά, μη με ταρακουνάς τόσο. Όπως βλέπεις, γερνάμε όλοι μας. Εγώ, ο Σκύλος, ο γέρος σου, ακόμα κι αυτή η αειθαλής Ντέμπορα. Πολλές φορές τους ακούω να μιλάνε για σένα. Ανησυχεί ο γέρος σου, ανησυχεί. Και πήρε μια χαρά που θα ερχόσουν. Χθες στο τζάκι, ξεσκαρτάριζε τις ιστορίες του, μου τις διηγούταν να δει αν τις θυμάται καλά. Αλλά σήμερα τα γύρισε. Ήθελε να σου πει κάποιες ιστορίες κι απ’ τη μάνα σου, “δε χρειάζεται πάντοτε να φεύγεις μακριά”, είπε, “αν θες να βρεις το όμορφο και το ιδιαίτερο”. Το ξανασκέφτηκε, φαίνεται, κι είπε εσένα να μη στενοχωρήσει και την Ντέμπορα να μην πληγώσει. Όπα, χάιδεψε εκεί, εκεί είναι ό,τι πρέπει, μ΄ έχουν ταράξει αυτά τα τσιμπούρια. Γουφ.

Φεβ-18: Δέσποινα

«Ωχ, τι ήταν αυτό; Hallo, Mr. President! Νόμιζα ότι είχε έρθει με γκόμενα. Αλλά με τρία μοχίτο μονοκοπανιά και με τη Ζιζέλ να έχεις έρθει δεν μπορείς να αντισταθείς σ’ ένα ευκαιριακό κωλοπιάσιμο. Κι άμα είναι κι ωραίος σαν το δικό μου (τρελιάρα!), ε, το κρατάς λίγο παραπάνω. Τώρα τι, πρέπει να γυρίσω να τον φιλήσω, να τον χουφτώσω κι εγώ, όχι βέβαια, μήπως να τον ρωτήσω αν του αρέσει εκεί που πήγε διακοπές το χέρι του; Ααα, είναι όμορφα. Θυμάμαι πώς με μπάνιζες τότε με τα στενά t-shirt το καλοκαίρι στη δουλειά. Σκουλαρίκι στη γλώσσα, ο σίγουρος τρόπος για να προκαλείς ονειρώξεις σε αχόρταγα αρσενικά. Αν είχαμε πάει ποτέ μαζί διακοπές (συνέχισε, είναι άβολο, μ’ αρέσει, καυλώνω και το βράδυ μάλλον θα μαλακιστώ) θα ‘χες δει, πρώτον, κολυμπάω τόπλες, δεύτερον, έχω σκουλαρίκι και στην αριστερή ρώγα, τρίτον, μη φοβάσαι, δε σκουριάζει με την αλμύρα. Κάτι πρέπει να γίνει, θα τελειώσει το πάρτι και μεις σαν τις γυναίκες του Λωτ θα ΄χουμε μείνει αλληλοχουφτωμένα αγάλματα, αυτός με το χέρι και γω με το μυαλό μου. Ωραία, το αποφάσισες…»

– ΟΚ.


»…καλό βράδυ μαλάκα, δε θα μάθεις ποτέ αν έχω και στο μουνί σκουλαρίκι».

Φεβ-19: ο άντρας που έκλαιγε στο ντους

Ήρθες πάλι σήμερα. Κυριακάτικα στο κολυμβητήριο. Αναρωτιέμαι αν δεν έχεις τίποτα άλλο να κάνεις. Κλινική περίπτωση. Μπαίνεις πάντα με μια δόση διστακτικότητας από την ξεκλείδωτη πόρτα. Αναρωτιέσαι «αν είναι δυνατόν». Και μετά αυτοσυγχαίρεσαι που έχεις μία Ολυμπιακή πισίνα όλη για την πάρτη σου. Δε σε αδικώ.  Μακάρι να μπορούσα και γω να κολυμπάω τις Κυριακές. Αλλά δε γίνεται. Γιατί εγώ είμαι ο φύλακας της πισίνας. Και σε παρατηρώ κάθε φορά μέσα από το ημιδιαφανές τζάμι κάτω από τις κερκίδες. Έχεις βελτιώσει το στυλ σου, αυτό είναι βέβαιο. Όπως και κάτι άλλο: δεν έχεις καταλάβει ότι ο φύλακας της πισίνας είναι ο άντρας που κλαίει στα ντους.

Με πρόσεξες τις προάλλες. Είμαι σίγουρος. Και αναρωτήθηκες αν είναι δυνατόν να υπάρχουν άντρες που κλαίνε. Άσε με να σου πω: ο κόσμος είναι γεμάτος από άντρες που κλαίνε. Άντρες που απεγνωσμένα ψάχνουν μέρη  για να ξεσπάσουν καμουφλάροντας τα δάκρυά τους: κάτω από μια βροχή, με τη μηχανή απέναντι από τον αέρα, μέσα στη θάλασσα, αναπνέοντας δακρυγόνα. Γιατί δεν μπορούν να αντέξουν:

τόση ομορφιά (γκολ του Μέσι)

τόση συγκίνηση (γκολ του Μέσι στο 90+)

τόση αλητεία (χαρακιά στο πλαινό του τζιπ)

τόση πολλή αλητεία (χαρακιά κι απ’ την άλλη μεριά)

τόσο μελό (ψηφοφορία στη Βουλή)

τόση ανέχεια (ψηφοφορία στη Βουλή – after)

τόση απώλεια

τόση απώλεια…

Φεβ-20: Περκίζογλου

-Ναι;

-Έλα, μπαμπά, πού είσαι;

-Εδώ, με τους φίλους μας, τσιμπάμε κάτι ελαφρύ.

-Α, ωραία, γιατί έχω 2 θεματάκια. Μαζεμένα πέσανε.

-Λέγε. Γρήγορα!


-Ήρθε στο σπίτι ένα χαρτί από τη Στρατολογία. Δεν είχε κλείσει αυτή η ιστορία;


-Και τι λέει;

-Λέει να παρουσιαστώ από το Γραφείο και να πάω και κάτι χαρτιά.


-Τι χαρτιά;


-Δεν ξέρω, μόνο που το ‘δα, θόλωσα και το πέταξα. Τι θέλουν πια;

-Ε δες τα, να ξέρουμε ρε παιδάκι μου. Γι’ αυτό με πήρες; Δεν υπάρχει περίπτωση. Έχει τελειώσει. Κλείνω.


-Κάτσε κάτσε, και κάτι άλλο. Είναι μαζί σου κι ο Βου;


-Εε, ναι, είναι.

-Πες του, ότι την άλλη εβομάδα βγαίνουν οι βαθμοί από τον «Πολεοδομικό Σχεδιασμό», καθηγητής είναι ο δικός του, να κανονίσει.

-Θα κανονίσεις;…Θα κανονίσει. Κλείσε τώρα γιατί μας έκοψες πάνω στο ψάρι, για μικροπράγματα σου ‘χω πει μην ενοχλείς.

«Καμιά φορά νιώθω ντιπ άχρηστος. Έτσι είμαι ή έτσι με κάναν; Ορίστε τώρα, Στρατός, Σχολή, όλα μαζεμένα. Τράκαρα, έφαγα και την κλήση για το STOP! Γκαντεμοεβδομάδα. Ας είναι καλά ο Αντρέας Πέρκιζας. Αυτός όλα τα καταφέρνει. Αλλά ως πότε άραγε; Αναρωτιέμαι πόσα λεφτά έχουμε βγάλει έξω. Τι είναι να γίνει ένα μπαμ! Ούτε η μάνα μου δε μου λέει. Ελπίζω να ήταν αρκετά έξυπνοι για να μας εξασφαλίσουν. Ποιος παίρνει πάλι; Απ’ τα γραφεία. Δεν πρόκειται. Σιγά σιγά να απομακρυνόμαστε κι από κει. Ο μπαμπάς λέει έχει ήδη ρίξει άγκιστρα για την άλλη μεριά. Αλλά κι αυτούς ψόφιους τους βλέπω. Αυτή η αβεβαιότητα δε θα μας βγει σε καλό. Δεν ξέρεις προς τα πού να κινηθείς, τι να προγραμματίσεις, ποιον να πιάσεις.

Και δεν είναι μόνο αυτό. Δεν ξέρω, το τρακάρισμα, ο Στρατός, η Σχολή, ο μπαμπάς με τη γαστρεντερίτιδα, η μαμά με το καψαλισμένο μαλλί, η Ντίντι χώρισε… Αισθάνομαι σα να μας κάναν βουντού, κάποιος μας επιβουλεύεται, τι θέλει από μας, η μαμά ξεσκίζεται στη δουλειά, στην τσίτα όλη μέρα να εξυπηρετεί τα μεγάλα κεφάλια, κι ο μπαμπάς 30 χρόνια στην υπηρεσία της Νεολαίας και του Κόμματος, έχει βγάλει έργο και έργο. I can feel it coming in the air tonight. Κάτι απειλητικό πλησιάζει και δεν είναι η τρόικα. Άντε να βγει αυτός ο Φλεβάρης να ησυχάσουμε. «

Φεβ 01-10

Τα «κεφάλαια» αυτά γράφονταν σε αυτό το blog ένα κάθε μέρα μετά από τη δημοσίευση του αντίστοιχου ημερήσιου κεφαλαίου του μυθιστορήματος «Φεβρουάριος» από τον Θοδωρή Γεωργακόπουλο. Σε κάθε κείμενο καταγράφονται οι σκέψεις κάθε φορά και ενός διαφορετικού δεύτερου χαρακτήρα που συμμετείχε στα δρώμενα της αντίστοιχης ημέρας. Εννοείται ότι αποτέλεσαν μία προσωπική «εκμετάλλευση» πάνω στον «Φ» και καμία πραγματική σχέση δεν έχουν με το στήσιμο των χαρακτήρων από τον Θ. Γεωργακόπουλο. Διατηρούνται μόνο και μόνο γιατί η προσπάθεια αυτή ήταν η αφορμή για να στηθεί το sunCoat.

Φεβ-01: αποκεφαλισμένο playmobil

Ουάου. Ποτέ δεν τον έχω δει να κάθεται σε αυτή την καρέκλα. Και λέγοντας “ποτέ” εννοώ τουλάχιστον όσο βρίσκομαι εγώ εδώ, ξαπλωμένο κάτω από το ξεφτισμένο μπράτσο του μπλε καναπέ. Πάνε τόσοι μήνες από τότε που με εκσφενδόνισε εδώ εκείνο το μανιασμένο ανιψάκι του. Πάντα πίστευα ότι κάποια μέρα θα με ρουφήξει απότομα μια μοχθηρή ηλεκτρική σκούπα και θα βρισκόμουν να πλέω μετά δυσκολίας σε μια πηχτή θάλασσα από μορφοποιημένες τρίχες και σκόνες. Ίσως αν ήμουν τυχερός θα σφήνωνα σε κάποια γωνία του σωλήνα, με αποτέλεσμα να χάσει η την απορροφητική της ικανότητα. Τότε εκείνος (εκείνος; μα καλά, ΕΚΕΙΝΗ πού είναι τόσο καιρό;) θα αναγκαζόταν να ανοίξει το σωλήνα, και ίσως με σκουντούσε στα τυφλά γρατζουνίζοντάς με (αλλά χαλάλι του) μ’ ένα μακρύ σύρμα μπουγάδας. Και τελικά θα διαπίστωνε περιχαρής ότι πέρα από την επισκευή της σκούπας είχε ξαναβρεί και το αγαπημένο του playmobil, το playmobil που του ΄χε χαρίσει ο πατέρας του 22 χρόνια πριν σε κάποια ανέμελα, παιδικά γενέθλια.

Αλλά τώρα πια δε χρειάζεται να ελπίζω σε όλο αυτό το απίθανο σενάριο. Γιατί με κοιτάει, ναι, βέβαια, είναι φανερό ότι με κοιτάει και από στιγμή σε στιγμή θα σηκωθεί να με αρπάξει, θα ψάξει για το κεφάλι μου εκεί πίσω, θα με συναρμολογήσει ξανά, θα με απολυμάνει με οινόπνευμα και θα με ξαναβάλει στο κουτί με τα παιδικά όπου περιμένουν οι φίλοι μου.

Έχει περάσει μισή ώρα – καμία κίνηση εκ μέρους του. Μοιάζει το σώμα του να έχει λάβει μια θέση παραίτησης και το μυαλό του κάπου να ταξιδεύει, κάτι σημαντικό τον απασχολεί, τόσο σημαντικό ώστε του έχει αφαιρέσει κάθε εκφραστικό ίχνος νόησης και συναισθηματισμού από το πρόσωπο. Και μόλις συνειδητοποίησα ότι ναι, κοιτάει, αλλά δε βλέπει τίποτα, γιατί το βλέμμα του είναι πιο άδειο κι από το βλέμμα ενός ακέφαλου, γερασμένου, απαισιόδοξου playmobil.

Φεβ-02: η ταμίας

…μπιπ, μπιπ, μπιπ, μπιπππΣΤΑΜΑΤΑ ΑΜΕΣΩΣ ΣΟΝΙΑ! Πάλι αφέθηκα να επαναλαμβάνω τον ήχο του barcode. Καταραμένη τεχνολογία. Τουλάχιστο δε χρειάζεται να θυμάμαι όλες τις τιμές απ’ έξω. Το Αλ…


-21+20 κύριε.


…τσχάιμερ δε το γλιτώνω. Και συ προκομένε πήρες ό,τι υπήρχε σε προσφορά στο μαγαζί και μετά διαμαρτύρεσαι για έλλειψη ποιότητας στη ζωή σου.

-Ορίστε τα ρέστα σας. Ευχαριστώ.

Με σκοτώνει αυτό. Στις κωμωδίες γελάνε όταν ο άλλος διαβάζει τις σκέψεις των άλλων, όταν σταματάει το χρόνο, όταν κάνει τα μύρια απίθανα. Ξεχνάνε εμάς, οι ταμίες των σούπερ μάρκετ είμαστε που ξέρουμε τη ζωή του καθενός. Τι μάρκα απορρυπαντικό χρησιμοποιεί, ποιο γάλα προτιμάει, κάθε πότε φτιάχνει γλυκό για τα παιδιά της, αν χέζει πολύ, αν γουστάρει κεριά, αν ξεσκίζεται στο σεξ, αν μπεκροπίνει και τα τσούζει, αν…


- 40 ακριβώς κύριε.

Oυου στρόγγυλο ποσό, αυτή ήταν μόλις η κορύφωση της ημέρας. Κι ούτε κι εσύ ακόμα, γνωστέ άγνωστε πελάτη, που σε διακρίνω εκεί πίσω και χρόνια τώρα έρχεσαι πάντα στην ουρά μου, προσβλέποντας σε τι μακάρι να ‘ξερα, δε θα μπορέσεις να την ξεπεράσεις. Δε ξέρω, τι να πω, ίσως το βράδυ η Βίκυ να ‘χει μια αληθινά δυνατή ιστορία.

Φεβ-03: Νικήτας

Πω πω, ωραίο γκομενάκι αυτό, όχι, γύρνα από δω, έχω αργήσει ήδη κι ο άλλος θα ‘χει φάει τα λυσακά του. Τέλος πάντων, μπορεί και στο Κινέζικο να παίζει τίποτα καλό. Ίσως τίποτα γκομενίτσες που ξεθεώθηκαν από το σήκωμα των μαγαζιών και θέλουν να ξεκουραστούν τρώγοντας σούσι. Ή ίσως τίποτα κινεζούλες ανιψιές του μάγειρα που ήρθαν ταξίδι στην Αθήνα για να γεμίσουν τις χιτάτσι τους με εικόνες από Ακρόπολη και Μοναστηράκι. Ή ακόμα ακόμα και καμιά πορνό-γκέισα που πριν το πριβέ βραδινό της σόου θέλει να χαλαρώσει ανάμεσα σε κόσμο που δε λιγουρεύεται τα μπούτια της. Γκέισα; Γκέισα… Χμ. Ίσως όταν κάποτε πάψω να μπερδεύω την Κίνα με την Ιαπωνία, καταφέρω και να σταματήσω να σκέπτομαι κάτι έξω από γκόμενες. Γιατί αυτό που θα ‘πρεπε να με απασχολεί είναι το πώς να τον υποστηρίζω και να τον κατευθύνω, γαμώτη μου, νιώθω άσχημα, πάει ένας χρόνος τώρα, δεν έχω καταλάβει ακόμα αν οι παρέες, οι φιλίες, οι ερωτικές συνευρέσεις τον λυτρώνουν ή τον βυθίζουν περισσότερο, και γιατί θα ‘πρεπε, λέω τώρα, να ασχολούμαι εγώ, και πού είναι αυτό το κωλομάγαζο, νόμιζα ότι  ήταν δίπλα στις βαλίτσες, ωχ, λάθος όροφος, πού είναι οι κυλιόμενες, γιατί είμαι ο καλύτερός του φίλος, να γιατί, και γιατί υποτίθεται ότι θα έπρεπε να μας χρειάζεται, και μεις είμαστε αρκετά σοβαροί και στιβαροί για να του παρέχουμε ένα χέρι για να κρατηθεί, ωραίο κωλαράκι, ας περιμένω λίγα σκαλιά, ααααα, άλλη αίσθηση όταν το κοιτάς από κάτω, γεια σου όμορφη, και γιατί του οφείλω την καριέρα μου, ηλίθιε, δεν είναι λόγος αυτός, δεν ξέρω, έφθασα, πάλι Σακαμότο παίζει, τελικά δεν είμαι ο μόνος που μπερδεύει την Κίνα με την Ιαπωνία.

– Άστα έμπλεξα στη δουλειά.

Φεβ-04: ο παπάς

Έχει καλή μέρα σήμερα, μα γιατί δεν έχει τόσο κόσμο; Ίσως όταν ανέβει λίγο ο ήλιος και ζεστάνει περισσότερο. Αλλά μήνας πού ΄λαχε στην ενορία για να κάνει τη βάρδια της στα νεκροταφεία! Ο Αρναούτογλου ψες έλεγε ότι θα είναι ο πιο κρύος Φλεβάρης της δεκαετίας – ποιος να έρθει και τι τρισάγια να κάνεις και τι να κονομήσεις, ήμαρτον Κύριε. Ίσως να μιλήσω με τον πρεσβύτερο, να καταθέταμε μια πρόταση προς τη Μητρόπολη, οι βάρδιες να εναλλάσσονται κάθε εβδομάδα και όχι κάθε μήνα. Ε, τι στο δ…κόρακα, δε θα ΄χει συννεφάκι με βροχή κάθε φορά που θα ‘ρχομαι εγώ στα νεκροταφεία.

Κοίτα εκείνον το νεαρό. Δε θα ‘ναι πάνω από 30-35. Ήρθε μόνος και κλωθογυρίζει γύρω από κείνο το μνήμα. Δε μου ακούγεται καλό όλο τούτο. Να πάω  να προσφέρω ένα τρισάγιο; Θα νομίζει ότι το κάνω για τα χρήματα. Που το κάνω δηλαδή, αλλά είναι και η πνευματική ενατένιση που μετράει. Παρεξηγημένο λειτούργημα. Ειδικά στη νεολαία. Και να πεις ότι απέχουμε πολύ, έχουμε δεν έχουμε 10 χρόνια διαφορά. Δεν ξέρω, ο Παπαιωακείμ λέει, βρήκε νέο τρόπο προσέγγισης, γράφτηκε στο φέιτσμπουκ κι έχει 230 φίλους. Ενορίτες του αλλά και χριστιανοί. Ποτέ δε τα συμπάθησα αυτά τα μηχανήματα – είναι που η δεν τα ΄μαθα όσο ήμουν νέος στο σχολείο  και τώρα μου μοιάζουν αίρεση άγνωστη και φθονερή. Αλλά ο Παπαιωακείμ λέει είναι εργαλείο και για καλό και για κακό, για ιερό ή ανόσιο, είναι πλαστελίνη πρόσφορη που το χέρι σου τη πλάθει και φτιάχνεις είτε μια ομορφιά είτε ένα τέρας.

Δε χάνω τίποτα. Ξεκινώ από τη μεριά του και να, παραδίπλα περιμένουν 2-3 γριούλες, πιο κει εκείνη η γυναίκα έτοιμη να με υφαρπάξει, θα βγει το μεροκάματο, πώς το ‘πε η κόρη μου, τα Σάββατα θα πρέπει να ΄χει μηχάνημα με εισιτήρια για την ουρά όπως στις τράπεζες, να μη μαλώνει ο κόσμος σε τέτοιο τόπο γαληνέματος.

– Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός…

Φεβ-05: Λεωνίδας Ηλίας Σαραφίδης

-Ε, τι κάνεις εκεί;

-Τι να κάνω, βάζω τους καναπέδες στη θέση τους.

-Θα σε πιάσει η μέση σου. Τι τα θες τώρα, θα έρθει το απόγευμα το παιδί από πάνω να μας βοηθήσει.


-Άμα περιμένω από το από πάνω. Πώς θα ΄ρθει; Όπως ήρθε σαν την άλλη φορά που βάψαμε και τα ‘χαμε ακουμπήσει όλα στην άκρη.

-Τι λες, πότε βάψαμε, χρόνια έχει, το παιδί μπορεί να μην έμενε τότε εδώ.

-Εγώ τους καναπέδες πάντως θα τους βάλω στη θέση τους. Έχει κι αγώνα μετά.

-Το τέσσερα ήταν, ναι ναι, το τέσσερα ήταν που βάψαμε, θυμάσαι, μόλις είχαμε κερδίσει το Μουντιάλ και το βάψαμε γαλάζιο. Θες λίγο γιαούρτι και φρυγανιά;


-Δεν πεινάω. Θα περιμένω τον αγώνα. Κάνε στην άκρη τώρα, γιατί μου φαίνεται ο καναπές δεν μπήκε σωστά, σκούντα λίγο και συ, όχι, πολύ σκούντησες, δώστο λίγο πίσω, δε στέκει καλά, κοίτα το χαλάκι, είναι μακριά, άσε θα το κάνω μόνος μου.

-Τι θα φάμε αύριο;


-Φακές, τι να φάμε.


-Όχι λέω, τι θα φάμε αύριο και μεθαύριο. Τα λεφτά πάνε κι ο Μανολάκης στη Θεσσαλονίκη, δε μπορεί να βοηθήσει, να τον πάρουμε τηλέφωνο.

-Άσε τον Μανολάκη ήσυχο, θα βρούμε να φάμε. Τις φακές τις πήραν; όχι, το ρύζι; μπορεί να ΄χει και λίγο κρέας στο ψυγείο.

-Κι όταν τελειώσουν;

-Δε θα τελειώσουν. Θα ξαναπιάσω το ταξί.


-Ποιο ταξί; Δεν έχεις πια ταξί. Κι ούτε καλά καλά βλέπεις.


-Θα πάω στον Νώντα, μπορεί να θέλει καμιά μισή βάρδια για ξεκούραση. Και βλέπω μια χαρά. Τι ώρα είναι ο αγώνας;

-Μα ο αγώνας σε νοιάζει τέτοια ώρα;

-Παίζει η ΑΕΚ.

Φεβ-06: big brother

-Σούλα, μπορείς να μου φέρεις ένα ζεστό καφέ; Ευχαριστώ.

Τι ώρα θα έρθει. Αυτό το παιδί ούτε καν στη συνέπεια δεν τα καταφέρνει. Πρέπει να τον πείσω. Τον έχει πάρει η κατηφόρα και πού θα σταματήσει. Όσο πέφτεις, βέβαια, δεν καταλαβαίνεις τίποτα, η πτώση είναι που πονάει. Καλή μαλακία και το “Μίσος”, σα να θυμάμαι τώρα τη Φανή που δεν είχε βρει εισιτήρια για την κωμωδία και μπήκαμε όπου βρήκαμε. Θα του τα πω χύμα. “Πάμε για χρεωκοπία, σιγά, πώς γράφεται αυτό, χρεωκοπία ή χρεοκωπία, αυτό είναι το καλό με τον προφορικό λόγο, δεν υπάρχουν ορθογραφικά λάθη, θα πτωχεύσουμε, απολύσεις, ανίκανοι, πολιτικοί, Ευρώπη, τρόικες, ανεργία, μελανό μέλλον, από κάπου πρέπει να αρχίσεις, όλοι ξεκινάμε από χαμηλά, εσύ ποτέ δε φοβήθηκες τη δουλειά – αυτό είναι ψέμα, θα το καταλάβει; αν όχι, είναι πολύ θολωμένος, η διαφήμιση περνάει κρίση, αλλά αυτό σημαίνει ότι η πορεία σταδιακά θα ΄ναι ανοδική, επενδύεις στα χαμηλά για να καρπωθείς τα υψηλά, τι άλλες διαφημιστικές παπαριές ξέρω, άσε, δεν πιάνουν σ΄ αυτόν, μια ζωή απροσάρμοστος κι έξω απ’ το χαντάκι ήταν, το χειρότερο είναι ότι θεωρεί εαυτόν έξυπνο και τους υπόλοιπους βλάκες.

Μακάρι να καταλάβαινε ότι δεν το κάνω γι’ αυτόν. Ή τουλάχιστο δεν το κάνω μόνο γι’ αυτόν. Γιατί η οκνηρία και η νωθρότητα είναι ιοί που δεν αργούν να προσβάλλουν όλη την οικογένεια, τα παιδιά μου δεν πρέπει να τον έχουν για πρότυπο, είναι φυσικό να τον κοιτάνε έτσι, είναι ο θείος, ο νέος, εκείνος που παίζουν μαζί του όπως δεν παίζουν με τη μαμά και τον μπαμπά, δε θέλει και πολύ να τους καρφωθεί να του μοιάσουν, ειδικά αν φαίνεται να τα καταφέρνει στη ζωή του όντας άνεργος και ανεπρόκοπος. Καλύτερα χαμηλόμισθος αλλοτριωμένος παρά μποέμ αιθεροβάμων. Πατατέλεια! Μια τέτοια βλακεία να μου ξεφύγει και θα τον ξαναδούμε σε κανά εξάμηνο. Πάμε πάλι, χρεωκοπία, ανεργία, κειμενογράφος, ταλέντο…

Φεβ-07: ο ραδιοφωνικός παραγωγός

-Πολύ καλημέρα σε όλους και όλες, σήμερα είναι μια υπέροχη μέρα, υπέροχη δηλαδή αν αναλογιστεί κανείς τις καρέκλες που έριχνε τις προάλλες, το ΄χει το κρυουλάκι του, αλλά δε μασάμε, βάλτε ένα ζεστό φλιτζάνι καφέ, ίσως κανά δυο αχνιστά κουλουράκια κι είμαστε εμείς εδώ για να σας ανεβάσουμε τη διάθεση και το κέφι. Σήμερα εμείς εδώ με την Τζένη, πες καλημέρα Τζένη…


-Καλημέρα φίλες και φίλοι, σήμ…


-…σήμερα, λοιπόν, εμείς εδώ ετοιμάσαμε ένα δίωρο με τα πιο πολυπαιγμένα τραγούδια από ταινίες, όλοι τα ΄χουμε ακούσει, σε όλους αρέσουν, τι θ’ ακούσουμε, θ’ ακούσουμε James Brown-i feel good, Louis Armostrong-what a wonderful world, Marvin Gaye, Rolling Stones, Beatles, βέβαια, σ’ αρέσουν οι Beatles, Τζένη;


-Ε, βέβαια, Beatles…

-θ’ ακούσουμε όχι μόνο τραγούδια, αλλά και ορχηστρικά, θ’ ακούσουμε Vaggeli, Zaratustra, Platoon-adagio και λέω μάλιστα να ξεκινήσουμε με ένα ορχηστρικό, έτσι για να μπούμε σιγά σιγά στο κλίμα, την έβλεπα προχθές την ταινία, το “Άρωμα Γυναίκας” , φοβερός ο Πατσίνο, πήρε και Όσκαρ, πόσα Όσκαρ να ΄χει μαζέψει αυτός ο άνθρωπος ρε παιδί μου, ηθοποιάρα, είναι που λέτε εκεί που θέλει να χορέψει ένα ταγκό, αλλά είναι τυφλός, αλλά δεν έχει σημασία, τα βήματα τα ξέρει απέξω και μπορεί και να κατευθύνει την ντάμα του, και ποιο ταγκό παίζει, είναι το “Por Una Cabeza”, “για μια Cabeza”, σα να λέμε “για μια Μαρία”, αααα, τι λες Τζένη, θα ‘θελες να ‘σαι μία Cabeza, να εμπνεύσεις ένα τόσο ωραίο τραγούδι;

-Ε, βέβαια, κάθε γυναίκα…


-…πάμε, λοιπόν, ν’ ακούσουμε και να σκεφτούμε τον Αλ Πατσίνο να χορεύει ταγκό για τη δικιά του Cabeza…

Φεβ-08: Ναπολέων

Το αρχίδι ο Παπαπέτρου μ’ έβαλε 5ο ομιλητή, όχι πρώτο ούτε δεύτερο ούτε καν τρίτο, και σα να μην έφθανε αυτό, βλέπω στο πρόγραμμα ότι μετά από μένα έχει διάλειμμα, τότε όλοι θα σκέπτονται το καπνιστήριο κι ένα τοστάκι κι ένα γρήγορο κατούρημα, και πώς να πάνε να μιλήσουν με τα μοντέλα και τους επιχειρηματίες και κανείς δε θα προσέχει τι λέω εγώ. Ουδέν κακό αμιγές καλού, όμως, μαλάκα Παπαπέτρου, αυτές οι μαλακίες facebook και twitter καλά καλά δεν ξέρω ούτε που τονίζονται κι ίσως είναι θετικό που δε με προσέχουν και τόσο, γιατί φοβάμαι μην πετάξω καμιά κοτσάνα. Γιατί καλό παιδί ο Δημητράκης από το IT της HappensNow, αλλά μια φορά τους είχα απειλήσει όλους με απόλυση και δεν ξέρω αν το θυμάται και μου το κρατάει, ελπίζω δηλαδή ό,τι μου έχει ετοιμάσει για το λόγο να ‘ναι αληθοφανές και έγκυρο.

Κι αυτή η καριόλα που μιλάει για engagement, θυμάμαι τότε που είχε αρνηθεί να έρθει στον όμιλο, της φαινόταν χαμηλού επιπέδου, και πού κατέληξε, να ΄τη τώρα ανέραστη κι ανύπαντρη να μιλάει για engagements και “αρραβώνες”, χα! Ελπίζω τουλάχιστο να συντομεύει και να τελειώνει όπου να ΄ναι, γιατί αν καθυστερήσει λίγο ακόμα αυτός που θα χρειαστεί άμεσα το κατουροδοχείο θα ‘μαι εγώ, το ‘ξερα γαμώτο ότι οι 2 μπύρες που ήπια για να λυθεί η γλώσσα μου θα ‘χαν κι άλλες παρενέργειες.

Ας συγκεντρωθώ λίγο. Για να δω, ανακεφαλαίωση, social media, ναι, αστειάκι με την ταινία του Φίτσερ, πολλά λεφτά στο παιχνίδι, νέοι διαφημιστικοί ορίζοντες, αμεσότητα πρόσβασης, επιθετική διαφήμιση, δεοντολογία (ΜΑΛΑΚΙΕΣ!), twitter vs facebook, ποιο το επόμενο βήμα, το κυλικείο, ΝΑ το επόμενο βήμα, χα, καλό αστείο, μαλάκα Δημητράκη δεν μπορούσες να το σκεφτείς εσύ αυτό, ε;

Φεβ-09: ο πατέρας

-Ο μικρός ήταν;

-Ναι, ο μικρός.


-Τι κάνει;

-Τι να κάνει; Άνεργος κι απένταρος. Θα κατέβει να μας δει λέει.

-Πότε; Να μου το πεις να έχω ετοιμάσει κάτι σπέσιαλ για φαγητό.


-Καλά, καλά. Είδες πουθενά την εφημερίδα μου;

Αυτό το παιδί. Πάντα προβληματικό. Ξεχωριστό, αλλά προβληματικό. Ή μάλλον προβληματικό γιατί ξεχωριστό. Πιο έξυπνος, πιο σπιρτόζος, πιο ανήσυχος από τον Φίλιππο. Και δες τους τώρα. Ποιος θα το πίστευε. Του ‘χα πει “μην μπλέκεις εσύ με εφημερίδες και δημοσιογράφους, είναι άτιμη φάρα αυτή, αυτοί κάθε 2 χρόνια αλλάζουν δουλειά και αφεντικό, μπορείς εσύ να παίξεις τέτοιο παιχνίδι;”. “Μην ανησυχείς εσύ”, ήταν η απάντησή του. “Γιατί δεν κατεβαίνεις εδώ να κάνουμε μια δουλίτσα μαζί”; “Τι να κάνω, δηλαδή, να σπέρνω αγγουράκια και να γράφω στον Κήρυκα”; Δεν είχε κι άδικο.

Και από πέρσι τι φοβερό ζόρι τραβάει, λυγμό δε βγάλαμε απ’ τα σωθικά του, λέξη από το στόμα του. Και μεις, μια θάλασσα μακριά, τι χειρότερο από έναν πατέρα να μην μπορεί να βοηθήσει τα παιδιά του.

Άσε, έτσι που τα κάναμε οι Έλληνες, από αύριο όλοι στην ίδια μοίρα θα ‘μαστε. Πλούσιοι, φτωχοί, μισθωτοί, συνταξιούχοι, η Ελλάδα πάει κατά διαόλου και αλίμονο στις επόμενες γενιές. Θα ‘θελα να ‘ξερα ποιος έφταιξε. Ο Ευρωπαίος που θέλει να μας στραγγαλίσει, ο Έλληνας που ζαλίστηκε από τα δάνεια και τις επιδοτήσεις ή ο πολιτικός που επένδυσε στην ανάγκη και τα ρουσφέτια μας.

Άμα κατέβει το παιδί με τρόπο να του δώσω κατιτίς. Με το μαλακό. Να μην τον προσβάλλω κιόλας. Περήφανος. Σαν τη μάνα του. Ο μεγάλος πήρε πιο πολύ από μένα. Λίγο υπόγειος, λίγο συμφεροντολόγος, λίγο “ας βάλω νερό στο κρασί μου”. Αλλά ο μικρός. Το δρόμο του. Κι όπου βγάλει. Και δικιά μου δουλειά ήταν να φροντίζω να μην τον βγάλει σε γκρεμό, αλλά χωρίς να με παίρνει χαμπάρι. Παιδί αυτά, άπαξ και ενηλικιώνεσαι πώς να σε επηρεάσει ο γονιός σου. Έχουν αλλάξει τόσο και οι εποχές. Εμείς: μικροαγρότες, μικροαστοί, μικρομεροκαματιάρηδες. Κι η οι κοινωνία κι αυτή μικρή, συγκεκριμένη, με όρια, αντιληπτή. Αλλά οι επόμενες γενιές, με τα κομπιούτερ, τις σπουδές, τα εξωτερικά – δεν τις καταλαβαίνω. Έτσι είναι. Δεν τους καταλαβαίνεις. Μόνο παρατηρείς. Παρατηρείς και προσεύχεσαι.

Φεβ-10: οι υποδοχείς

Χρειάζονται 30 δευτερόλεπτα για να συνηθίσεις τη δυσάρεστη μυρωδιά ενός χώρου, 2 λεπτά για να διακρίνεις σχήματα στο σκοτάδι, 5 μαθήματα οδήγησης για αυτοματοποίηση του φλας, 3 γεμίσματα βενζίνης για να ηρεμήσεις μετά την αύξηση της τιμής της, 2,3 αποκρούσεις για να τελειοποιήσεις την απάντηση στο επιθετικό σέρβις στο βόλεϊ, 15 μήνες προγραμματισμού για να εντρυφήσεις στην ουσία του “αλγοριθμισμού”, 1,6 πτώματα για να μη λιποθυμάς ως φοιτητής ιατρικής, 2 καταδικαστικές αποφάσεις για να αποφασίσεις ότι έχεις γραμμένους τους πελάτες σου, 3 ζητιάνοι στο δρόμο για να γλιτώσεις από τις τύψεις που δεν ελέησες ούτε τον πρώτο, 40 κακάσχημες πολυκατοικίες για να νομίζεις ωραία πόλη την Αθήνα, διψήφιος αριθμός θυμάτων για flat-line αντιδράσεις σε μαζικές καταστροφές, 6 θεατρικές παραστάσεις πριν η δραματουργία εκπέσει σε ρουτίνα, 15 χρόνια για να νιώσεις άνετα με τη μουσική ραπ, 20 χρόνια ιδιωτική τηλεόραση για να καταπίνεις αμάσητη όποια μπαρούφα λένε, 2 μνημόνια και αντίστοιχες “δραματικές” ψηφοφορίες για να πεισθείς ότι οι ίδιοι που σε κατέστρεψαν μπορούν και να σε σώσουν, 14 χιλιάδες φωτογραφισμένα γυμνά για να δηλώσεις αδυναμία ερεθισμού, 3 χυλόπιτες πριν μισήσεις όλα τα κορίτσια (για πάντα), 4 φιλιά πριν υποχωρήσει το πρωτοξάφνιασμα από τη γεύση του νέου σου συντρόφου.

Είναι ασαφές αν κάποια ή όλα από τα παραπάνω υπάγονται στην εξοικείωση ή την αλλοτρίωση του υποδοχέα.