Tag Archives: πώς τολμάς

γιατί κλαίμε;

Στη ζωή; τις ταινίες; ακούγοντας μουσική; ή και στις διαφημίσεις;

Με το αληθινό; Την αναπαράστασή του; Με λίγη άπιαστη ομορφιά; Ή ακόμα και μ’ ένα κατασκεύασμα κατά βάση ψεύτικο και δολερό;

Είναι την ανεπάρκειά μας που θέλουμε να ξορκίσουμε. Που δεν μπορούμε να αποφύγουμε τέτοιες στιγμές. Που δε θα ζήσουμε τέτοιες στιγμές. Που δε θα τις κατασκευάσουμε. Που δε θα τις εμπνεύσουμε. Που δε θα αγωνιστούμε για να τις κάνουμε περισσότερες ή λιγότερες.

Κι όλη αυτή η ανεπάρκεια μαζεύεται στους δακρυγόνους αδένες και αποβάλλεται με το κλάμα. Νομίζουμε. Γιατί το πηγάδι δεν έχει πάτο. Είμαστε καταδικασμένοι. Ανεπάρκεια και κει.

titanic

Advertisements

ολέθριο λάθος

Που ξεθάβοντας από κάποιο κουτί έναν εξωτερικό σκληρό δίσκο βρήκε εκεί δεκάδες mp3 καταχωρισμένα σε φακέλους: 60, 70, 80, 90, 00. Και που αποφάσισε -επειδή χρειαζόταν τελείως άδειο το δίσκο- να τα περάσει όλα στην iTunes Library. Και που το έκανε όχι με κάποιο μαζικό, γρήγορο τρόπο αλλά επιβάλλοντάς του να παίζει κάθε κομμάτι για 4-5 δευτερόλεπτα. Έτσι, για να τα θυμηθεί. Και τ’ αυτιά του γέμισαν με νότες από ύφη και στυλ που κάποτε σημάδεψαν για λίγο ή πολύ την εποχή τους. Σα σε παρέλαση, σα σε μουσείο, σα σε ντοκιμαντέρ, να απλώνονται μπροστά του τα μουσικά είδη έτοιμα να αναμετρηθούν με τη γεμάτη μπιτ, αδιάφορη θορυβοκρατία του σήμερα. Και άλλα να νικούν, άλλα να κατατροπώνονται. Το ροκ, η ποπ και όλα τα νόμιμα και μπάσταρδα subgenres που γεννήθηκαν στα βρώμικα υπόγεια, τις κάθιδρες σάλες, τους αφιλόξενους δρόμους ή απλά στα σκοτεινά μονοπάτια του μυαλού των πρωτοπόρων.

αδύναμο και συγκεχυμένο σα walkman με ξεθυμασμένες μπαταρίες

το βίντεο που κανείς ποτέ δεν έχει δει (ολόκληρο)

Όχι ότι δεν ξεκινάς με θετική διάθεση. Λες: μια ιστορία διηγείται ο σκηνοθέτης, ΘΑ ΚΑΤΣΩ ΝΑ ΤΗ ΔΩ, μπορεί απλώς να εικονογραφεί τους στίχους του τραγουδιού ή να είναι και τελείως άσχετη, ίσως κρύβει καλλιτεχνικές πινελιές, μια έκπληξη στο τέλος, ένα κρυμμένο μήνυμα στον τοίχο, πρωταγωνιστούν άραγε τα μέλη του γκρουπ ή η δισκογραφική τους δεν έχει τέτοια απαίτηση, κάποιος Βρετανός σελέμπριτι ή μα φατσούλα που ανακάλυψαν στο μετρό. Αυθυποβάλλεσαι, μουρμουράς στον εαυτό σου ότι και το άλλο τους mega-hit αργεί (τρόπος του λέγειν) να πάρει μπρος, τοποθετείς πρόχειρα και μια ζεστή σοκολάτα γραφείο, έτσι για να απασχολείς χέρια και μυαλό με την εύθραυστη ισορροπία φλιτζανιού και ροφήματος, πατάς αισιόδοξος το play. Δεν αντέχεις πάνω από το 0:10. Οι (στοιχειωτικές) τρεις πρώτες νότες του ριφ αρκούν για να σε γραπώσουν από το γιακά, να σε τινάξουν όρθιο πάνω από το γραφείο και να σε στήσουν στο κέντρο του δωματίου με χέρι και δείκτη σηκωμένα ψηλά να κουνάς μέση, ώμους, αρθρώσεις σ΄ ένα ρυθμικό body-sync. Ανακατεύεις κινήσεις, λόγια, φωνές, μιμήσεις, απαγγελία, σοφιστικέ τρελαμάρα. Αυτό είναι Ποπ. Αυτό είναι Πολτός.

Μετά από 10 χορευτικές ακροάσεις (και ουχί θεάσεις), είσαι πλέον υποψιασμένος. Βάζεις να σε δέσουν στην καρέκλα σου. Οδοντογλυφίδες στα βλέφαρα. Ένας κουρδιστός Οδυσσέας του τίποτα. Full screen mode – να γεμίζουν τα μάτια σου. Το τέμπο σε τρελαίνει. Δεν ανήκει στο σύνολο πραγμάτων που μπορείς να διαχειριστείς. Προσπαθείς να αποδράσεις. Σφίγγεις μυς, φλέβες και μηνίγγια. Η μεταμφιεσμένη σε χαλί πίστα σου πετάει ένα σωρό λάγνα προστυχόλογα για να πας κοντά της. Παλεύεις. Προσπαθείς. Εις μάτην. Είσαι αδύναμος. Τα παρατάς. Τα σχοινιά καταλήγουν να σφίγγουν στην καρέκλα ένα λιωμένο βούτυρο, το ηττημένο σου κορμί. Ο αμφιβληστροειδής σου, ναι, αυτός εκών άκων αντανακλά όλα τα 24fps του καταραμένου βίντεο. Κι εσύ κοιτάς – αλλά δε βλέπεις τίποτα. Γιατί το μυαλό σου ταξιδεύει στους στίχους, τόσο απλά και αρμονικά δομημένοι, κάπου υπάρχει μια ξεχωριστή κοπέλα στη ζωή του καθενός, κάπου υπάρχει μια άγουρη, εφηβική προσδοκία, κάπου ένας αγώνας, κάπου μια διάψευση, κάπου ένα παράλληλο σύμπαν, κάπου μια Disco 2000.

Και τώρα ακολουθούν ηλίθιες σκέψεις σχετικά με τα τραγούδια που δεν πεθαίνουν ποτέ, απειροστικοί ύμνοι που γλιτώνουν από τη φυσική φθορά του δημιουργού τους, ναι, και η έμπνευση του τραγουδιού;, τι γίνεται με δαύτη, πόσο σκληρό και άδικο, η αιτία, το ψυχανέμισμα, ο κινητήριος μοχλός της μουσικής και της κάθε τέχνης να χάνεται, να φυλλορροεί και να σβήνει, μια γλυκιά χειρονομία, ένα ιδιαίτερο βλέμμα, μια ευγενική, γενναιόδωρη ύπαρξη, η Deborah :-(

 il

θλιμμένη νύχτα μαγική

mantolino

Πλησίασε μες το σκοτάδι το παράθυρο. Πήρε μια βαθιά ανάσα, όλη η πλάση μοσχοβολούσε γιασεμί. Κοίταξε ψηλά, χόρτασε η ματιά του αστέρια, έψαξε τους σχηματισμούς, χαιρέτισε τον ακούραστο οδηγό των κουρασμένων παλικαριών που αιώνες και αιώνες μπάρκαραν. Μετά αγνάντεψε το βαθύ πέλαγος κάτω απ’ το φως του κόκκινου φεγγαριού – ένας ελαφρύς αναστεναγμός πέταξε μες απ΄το στόμα του. Στ’ αυτιά του φτάσανε οι φωνές των παιδιών από τον κάμπο. Τραγουδούσαν και πηδούσαν φωτιές μα δίχως άλλο η πιο μεγάλη φωτιά έκαιγε μέσα τους. Προπαραμονή δεκαπενταύγουστου κι η σκέψη του μελαγχολικά κύλησε προς την εγγονή του, τη Ραλλού. Ένας χρόνος χώρια. Άνοιξε το σεντούκι της. Ανακάτεψε. Πράγματα και μνήμες.

Την κασέτα με τα επτά παιδικά τραγούδια που του είχε χαρίσει, ένα δίστομο μαχαίρι με μια μαντινάδα για την αγάπη χαραγμένη πάνω του, το λεύκωμά της με τίτλο «Ένα Μυστικό», μια ψευτοκονκάρδα απ’ τους συμμαθητές της που ‘λεγε «τράβα μπρος», τη μαύρη μινιατούρα αμαξιού που ‘χε φέρει ο πατέρας της από την περιοδεία στην Αμερική, τη θολή φωτογραφία της με τον Κεμάλ μπροστά στο σπήλαιο της Περιμπανού, εκεί που ο θρύλος όριζε ότι οι πιο βαθιές φιλίες στερεώνονταν κάτω από την απειλή του Αερικού, έναν χάρτινο Συρανό να σκαρφαλώνει σ’ ένα μικρό φεγγάρι, το κουδούνι από το τσακισμένο της ποδήλατο.

Διάλογοι των τελευταίων μηνών κατέκλυσαν το μυαλό του. Πραγματικοί με τους χωριανούς. Φανταστικοί μαζί της. «Δεν μπορείς να ξεφύγεις απ΄τον πόνο. Άλλαξέ του πρόσωπο. Μη σωπαίνεις. Τραγούδα μου όπως παλιά, μίλα μου, έστω ψιθύρισέ μου κάτι. Μη χάνεις τα λόγια σου. Δε θα βρεις απάντηση εκεί ψηλά. Οι δρόμοι, τα σπίτια, οι πλατείες, όλα είναι σα μαγικά εδώ. Δεν έφταιγε ο Γιαννιός, το ξέρεις, μην τον ξαναπείς έτσι. Έχω γίνει σύννεφο. Έλα να με βρεις. Έλα σε μένα».

Έριξε μια τελευταία ματιά στο δωμάτιο. Ένα μπουκάλι ρούμι που μέσα του οι τεχνητάδες του ‘χανε φτιάξει ένα μπρίκι. Το βιβλίο που του ΄χε χαρίσει ο δάσκαλος μ΄όλες τις ευγενικές μορφές του 21. Ένα μουσικό κουτί με δυο χορευτές σφιχτά εναγκαλισμένους σ’ ένα ξεκουρδισμένο βαλς. Το κρεμασμένο στον τοίχο μαντολίνο που ΄χε μάθει για να του ομορφαίνει τα βράδια. Το κάδρο της μητέρας του μαρμαρωμένο σε μια παντοτινή βλοσυρή έκφραση. Όλα νεκρά. Όλα ακίνητα.

***

Τα παιδιά χτυπούσαν την πόρτα της καλύβας επίμονα. Κανείς δεν άνοιγε. Τα λόγια τους έσκαγαν ανάκουστα στο περβάζι, στα κεραμίδια, στο ξεθωριασμένο, αυτοσχέδιο κουτί για τα γράμματα από τους ξενιτεμένους του. Κάτι είχε σκαλισμένο στη βάση του. Κάποιο παιδί το καθάρισε από τη σκόνη για να διαβάσει. Μυστήριο κανένα. Το όνομά του. «Κυρ Αντώνης». Πιάστηκαν να το φωνάζουν.

Πού είσαι; Τι κάνεις; Γιατί δεν ανοίγεις; Οι απαντήσεις δε θα δινόντουσαν ποτέ. Όχι λεκτικά. Όχι κατά πρόσωπο. Όταν κατάλαβαν τι συμβαίνει, μέσα στον τρόμο και την ταραχή του ο μικρότερος ξεκρέμασε το κουτί από την πόρτα. Μη μου θυμώνεις, τι το θες, αφού θα φτιάξεις άλλο μαζί της,

εκεί, στο δρόμο των ονείρων.

ελευθεριότητα μήπως;

(post τρελή πυξίδα)

Το σκίτσο από εδώ

(Ακολουθούν μικροspoilers)

Μετά από 2 χρόνια περιφοράς από χέρι σε χέρι (άραγε πόσα διαφορετικά DNA είναι κρυμμένα στις σελίδες του) έφτασε και στο δικό μου το Ελευθερία του Τζόναθαν Φράνζεν. Φορτωμένο με τα διθυραμβικά σχόλια όλων των προηγούμενων. Όπως ήταν αναμενόμενο για ένα φύσει αρνητικό άτομο σαν και μένα, παρέβλεψα όλες τις αρετές του (την εναλλαγή στον τρόπο διήγησης, την ενδιαφέρουσα ροή του δράματος, το οικολογικό και ηθικό υπόβαθρο, τη χρονική εξέλιξη των χαρακτήρων, την αγωνιώδη αναζήτηση πυξίδας) και έπεισα τον εαυτό μου να ΜΗΝ του αρέσει. Και στήριξα εκ των υστέρων την ετυμηγορία μου στα εξής τρία σημεία:

– Όλα τα πρόσωπα του δράματος είναι εξαιρετικά ταλαντούχα σε κάποιον τομέα. Δεν έχει σημασία αν ο τομέας αυτός είναι ευγενικός ή ανήθικος, πνευματικός ή σωματικός, κοινωνικά αδιάφορος ή άκρα επηρεαστικός. Σημασία έχει ότι κάθε πρωταγωνιστής μπορεί (σχεδόν) πάντα να βρει καταφύγιο από τα όποια του προβλήματα στο προσωπικό του αγκυροβόλιο, το χτισμένο από την ανάμνηση ή την προσδοκία ότι αυτός ο εαυτός είναι ικανός για σπουδαία επιτεύγματα.

– Υπάρχουν αρκετά (και όχι μόνο ερωτικά) τρίγωνα εκεί μέσα. Υπάρχει ακόμα και το παράδοξο να υπάρχουν 2 διαφορετικά τρίγωνα με την ίδια τριάδα ανθρώπων! Αυτό -στα μάτια μου- προκαλεί μια ενοχλητική ασυνέπεια, μια διγλωσσία που προκαλείται από τις εκ περιτροπής εναλλαγές στο ποια είναι η ισχυρότερη πλευρά του τριγώνου. Μου φάνηκε κάπως εύκολο, κάπως μη φυσιολογικό. Ίσως αν το ξαναδιάβαζα (πιο προσεκτικά) να διέκρινα ότι κάθε προσωπική αντίφαση δικαιολογείται πλήρως στο γενικότερο πλαίσιο που σχηματίζεται από κάποια αναλλοίωτα προσωπικά χαρακτηριστικά. Ίσως.

– Οι διάλογοι είναι αστραπιαίοι στην εναλλαγή τους, όλοι ξέρουν τι να πουν και πώς για να πείσουν, να πληγώσουν, να καθησυχάσουν, να επιβληθούν. Κι αυτό γίνεται με όλους τους ομιλητές και σε όλες τις ηλικίες. Που σημαίνει ότι ή οι Αμερικανοί είναι πολύ σπιρτόζοι ή ο Φράνζεν έχει δει πολύ Παπακαλιάτη.

-Ε, μην τελειώνεις έτσι αρνητικά. Πες και κάτι άλλο. ΟΚ. Το μυθιστόρημα χωρίζεται κάθετα στα δύο από τη σκηνή της υπνοβασίας. Τα όσα διαδραματίζονται εκεί από τη μια είναι το αποτέλεσμα χρόνιων καταπιεσμένων επιθυμιών, από την άλλη είναι η αιτία για ένα νέο μοίρασμα της συναισθηματικής και της αλληλεπιδραστικής τράπουλας για την επόμενη δεκαετία. Η απορία μου καθώς διάβαζα την -πολυαναμενόμενη- σκηνή ήταν «εντάξει, αλλά γιατί υπνοβασία; Θα μπορούσε η ίδια σκηνή να δοθεί με μύριους άλλους, συνειδητούς τρόπους». Μου φάνηκε κάπως περίεργο, θα ΄λεγα και πάλι εύκολο, αν ήμουν αρκετά ανόητος για να χαρακτηρίσω έτσι αβασάνιστα την καθοριστικότερη σκηνή ενός τόσο καλά δουλεμένου έργου. Οπότε το ερώτημα παραμένει: «προς τι η υπνοβασία;»

Ίσως γιατί η κάθε υπνοβασία έχει την εξής ιδιαιτερότητα: το υποκείμενο δρα χωρίς συνείδηση των όσων πράττει. Δηλαδή, σε μια υπνοβασία υπάρχει φυσικός αυτουργός, αλλά δεν υπάρχει κανένας ηθικός. Είναι αυτό ίσως κάποιο γενικευμένο μήνυμα του συγγραφέα για όλο το μυθιστόρημα αλλά και για τη σύγχρονη εποχή; Δράση που αδιαφορεί για την ηθική της δικαίωση; Ατάραχη ελευθεριότητα; Παρεξηγημένη ελευθερία; Ελευθερία. Νομίζω πρέπει να περάσει πάνω από το μισό του έργου για να αρχίσει να χρησιμοποιεί τη λέξη ο συγγραφέας. Μια ελευθερία που όταν είναι άφρακτη και ανέξοδη γίνεται δύσκολα διαχειρίσιμη και καταλήγει ασυδοσία. Κρύβουμε τον εαυτό μας πίσω από παραπλανητικές μάσκες και ανώνυμα προφίλ, πίσω από εξουθενωτικές τάχα μου σκηνές αντιμαχόμενων συναισθημάτων, πίσω από ακραίες αντιδιαστολές του πρέπει με το θέλω και του θέλω με το έχω, ώστε μέσα σ’ ένα καθεστώς ατιμωρησίας που μόνοι μας δημιουργούμε για τον εαυτό μας να μπορούμε να κωλυσιεργούμε, να αργοπορούμε, να συμβιβαζόμαστε, να καταγγέλλουμε και να αμαρτάνουμε χωρίς ποτέ να συναντάμε τις συνέπειες των πράξεών μας; Δεν ξέρω, δεν είμαι και ο καταλληλότερος για να δογματίσει, άλλωστε,

και το blog τούτο ανώνυμο είναι.

το ξωτικό τραγουδούσε υπέροχα

(post τυχαίος)

Εγώ: έρχομαι μόνο και μόνο για να σε δω να εκστατιάζεσαι. Και για να ξεβάψουμε ροζ ακόμα λίγα άπλυτα μαζί. Τσουλάω όλο το δίωρο απ’ τη μια παρατηρώντας τις εκφράσεις, τις χειρονομίες και τα ακόρντα σου κι απ’ την άλλη ξαναθέτοντάς μου τα αιώνια ερωτήματα των συναυλιών. Διαθέτει κάθε χώρα ένα τιτανοτεράστιο δίπολο τραγουδιστικής μελωδικότητας και αγωνιστικότητας σαν το κλασικό δικό μας ή εμείς εδώ σταθήκαμε τυχεροί ή μήπως είμαστε απλά αυτάρεσκοι; Νιώθουν άραγε οι υπόλοιποι Έλληνες συνθέτες συντεθλιμμένοι μέσα στη θεοποιητική λαίλαπα του διπόλου αυτού; Επιτρέπω στον εαυτό μου να επιτρέπει στους μεταγενέστερους -όσο σπουδαίοι κι αν είναι- να αγγίζουν τις σφραγισμένες, μεγαλειώδεις πρώτες εκτελέσεις της καρδιάς μου; Είναι τελικά το τραγούδι για τον καλλιτέχνη δουλειά, ευχαρίστηση ή κοινωνία; 

Εσύ: έχεις βουτήξει με όλο σου το είναι μέσα στο ταξίδι του, στην ηρεμία καταμεσής του πελάγους που επιφέρει με τις de profundis ερμηνείες, στα κύματα που δημιουργεί η φωνή του, στον ενθουσιασμό που προκαλεί η λυτρωτική έλευση εκρηκτικών τραγουδιών προσωπικής και εθνικής αναζήτησης και ανάτασης. Πριν καν υπάρξουμε ημιεπίσημο ζευγάρι μου είχες τολμηρά αφιερώσει ένα τραγούδι του γεμάτο συναίσθημα και στοργή και υπόσχεση. Το ακούμε πρώτη φορά live από τότε, συγκινείσαι, αναρωτιέμαι αν υπήρξα ποτέ και αν εξακολουθώ να είμαι αντάξιος του τραγουδιού και της αφοσίωσής σου, είμαι απόλυτα πεπεισμένος πως όχι, το μόνο που είναι η ζωή είναι ένα διάχυτο φως τριβής που σωρευτικά φθείρει σώματα, αισθήματα, όνειρα και κοσμοθεωρίες (αλλά ας το αντιπαλέψουμε αυτό).

Αυτός: στο ελληνικό μουσικό δάσος είναι μια διασταύρωση ξωτικού με χόμπιτ που άλλοτε λιτό και άλλοτε πληθωρικό στέκεται στα ξέφωτα και στις συναθροίσεις και απαγγέλλει, παθιάζεται, μαζεύει και απλώνεται, ξεσηκώνει και ξεσηκώνεται, γεμίζοντας ασφυκτικά το χώρο τόσο με τη χροιά και τα decibel της βαθιάς και ένρινης φωνής του όσο και με τα αισθήματα που αφήνει να τον υπερχειλίσουν προσπαθώντας να τα μεταδώσει στο ακροατήριό του. Και κοίτα, τα καταφέρνει καλά! Μερικές φορές ακόμα και με αθεράπευτα κυνικούς παχύδερμους σαν και μένα.

lekkas

το αυγό του συγγραφέα

(post ομελέτα)

Columbus Breaking the Egg: χαρακτικό του William Hogarth

Στη συλλογή διηγημάτων Το Κορίτσι Στο Ψυγείο ο Ισραηλινός Έτγκαρ Κέρετ έχει συγκεντρώσει μια πινακοθήκη αλλόκοτων χαρακτήρων που ποτέ δε θα φανταζόμασταν ότι μπορεί και να έχουν «ψυχή» και να μιλάνε. Έτσι, μας διηγείται ιστορίες για το ζευγάρι που κάνει σεξ στην κόλαση, για τις σκέψεις των στόχων στο σκοπευτήριο, για το ανίκητο τέρας του ταβλιού, για τον άνθρωπο που ήθελε να χαθεί, για τη γυναίκα που ερωτεύτηκε το τίποτα. Κάθε ιστορία είναι φτιαγμένη από υλικά οικεία, εύπλαστα, γνωστά σε όλους μας, πολλές φορές συλλαμβάνω τον εαυτό μου να σκάω από ζήλεια, γιατί να μην είχα σκεπτεί κι εγώ μια τέτοια απλή και παράδοξη ιστορία; (Που φυσικά δε θα την υπηρετούσα ούτε στο ελάχιστο με τόσο μπρίο και συνοχή και επιτυχία όσο ο Κέρετ). Κάθε διήγημα είναι ένα αυγό-πρόσχημα που ο Κέρετ είναι ο πρώτος που αποφασίζει να το σπάσει για να το στήσει όρθιο, να το πλάσει σε μύθο, να το δομήσει (συνήθως με σύντομες, αδρές πινελιές) και να μας εκπλήξει. Γιατί με τον Κέρετ περιμένεις πάντα ως το πολύ τέλος για μια φράση, για μια πρόταση, για μια λέξη που θα δικαιώσει και απογειώσει όλη την αφηγηματική παραδοξότητα.

Αναρωτιέμαι, τώρα. Υπάρχουν άλλα αυγά εκεί έξω για να σπάσουμε; Έχουν ειπωθεί όλα και με κάθε δυνατό τρόπο; Εξαντλήσαμε την κυριολεξία, βυθιστήκαμε στη φιλοσοφία, μπουχτίσαμε από τη μεταφορά, ξεπετάξαμε τον μεταμοντερνισμό; Κάθε μέρα εκατομμύρια άνθρωποι κάτι γράφουν. Κάθε μέρα εκατομμύρια αυγά σπάνε για να στηθούν όρθια, τα περισσότερα καταλήγουν μια χλαπάτσα από τσόφλια, ασπράδια και υγρά κρόκων κι όλα μαζί μια τερατώδης ομελέτα που λέγεται blogόσφαιρα. Είμαι και γω χαμένος κάπου εκεί, η ζωή είναι μίμηση ιδεών, η συγγραφή μίμηση ζωής, το blogging μίμηση συγγραφής, το σανκότινγκ μίμηση blogging.

Όσο για τον Κέρετ, εκείνος βρίθει από διηγηματικές μελωδίες. Μπορείς να πεις ότι είναι ο Moby της λογοτεχνίας. Άλλοτε μελωδικός, άλλοτε τραχύς, εύπεπτος, ανεξάντλητος. Προς επίρρωση όλων αυτών, να και το διήγημά του Το ζήτημα της ύβρεως που έχει θέμα ελληνικό. Απλό και άψογο.

———-

Το ζήτημα της ύβρεως