Tag Archives: ταξίδια

η ατέλειωτη επανεκκίνηση

Άστοχη κουβέντα. Ανείπωτο αστείο. Αδέξια κίνηση. Ψυχοφθόρο ατύχημα. Κρύο φιλί. Απρόθυμη αγκαλιά. Χαλάρωση. Απροσεξία. Αδόκιμη συμβουλή. Χαμηλές πτήσεις. Αναβλητικότητα. Ψεύτικα όνειρα. Απουσία καθοδήγησης. Διεστραμμένη πραγματικότητα. Στοργή με το σταγονόμετρο. Ποτάμια σκληράδας. Φόβος για αύριο. Φόβος για τα επόμενα πέντε λεπτά. Πρόχειρο σχέδιο. Νομίζεις πάντοτε ο άνεμος θα ΄ναι ούριος.

retrip

Μετά το κάθε λάθος λες: «όχι πια, θέλω λευκό ποινικό μητρώο, τα σβήνω όλα και πάλι από την αρχή». Μια ζωή σε επανεκκίνηση. Ένας μικρός, πολυ αμήχανος Οδυσσέας. Ξεκινάς το ταξίδι και στο πρώτο αφιλόξενο λιμάνι, στον πρώτο Κύκλωπα, πάντοτε γιγάντιος, πάντοτε απειλητικά ανυπέρβλητος, το σκας όπως όπως και επιστρέφεις στην Τροία ελπίζοντας σε ανασύνταξη και μια πιο στρωτή πλεύση. Αλλά οι αέρηδες της ανεμελιάς, της άγνοιας και της επιπολαιότητάς σου έχουν χίλιους τρόπους για να φυσάνε και χίλια δύσβατα νησιά για να σε ρίξουν. Εσένα και το πλήρωμά σου. Ή μήπως είσαι εσύ το πλήρωμα, ο μάγειρας, ο μούτσος, τόσα χρόνια ανεμοδαρμένων στραβοτιμονιών το καπετανλίκι θα ΄πρεπε να ΄ναι το τελευταίο πράμα να σε νοιάζει.

Κι έτσι, ποτέ δε συνεχίζεις. Ποτέ δε μαθαίνεις. Ποτέ δεν προβλέπεις. Δε θες να θυμάσαι. Έχεις εκείνο το σακί με λωτούς κι όποτε ξαναπατάς τα πόδια σου στην κουρσεμένη Τροία τρως έναν από δαύτους και παραδίδεσαι άσπιλος στην επόμενη πλεύση. Σιγά σιγά συνειδητοποιείς ότι έχεις περάσει περισσότερα χρόνια εκεί, στην Τροία, παρά στην Ιθάκη ή τη θάλασσα. Εκείνη έχει γίνει πια η πατρίδα και ο νόστος σου. Ω, ίσως τελικά όλοι τους να είχαν άδικο, δεν μετράει ο προορισμός, ναι, αλλά ούτε και το ταξίδι, μεταλλαγμένος σίγουρα ο πρώτος, αβέβαιο και ύπουλο το δεύτερο, η αφετηρία, όμως, μια στερεή βάση κάτω από τα πόδια σου, το σημείο μηδέν, εκεί όπου μπορείς ακόμα να ελπίζεις ότι δε θα επαναλάβεις τα ίδια σφάλματα. Tabula rasa.

Μόνο που όλο αυτό, η φρεσκάδα και η καθαρότητα της κάθε πρώτης φοράς είναι μια φενάκη. Γιατί όσο κι αν θες εσύ να σβήνεις τα επεισόδια που σου παραλύουν το μυαλό και σου κατατρυπούν τον εγωισμό, άλλο τόσο κι εκείνα έχουν βρει τον τρόπο τους για να αφήνουν μια μικρή χαρακιά πάνω σου και να σε σημαδεύουν. Αδιόρατη χαρακιά, ασήμαντη, ανάξια λόγου. Όταν από το καράβι σου αλλάζεις μία και μόνη σανίδα, ε, το καράβι διάολε παραμένει ουσιαστικά το ίδιο, έτσι δεν είναι; Αλλά με κάθε ταξίδι μια νέα σανίδα αλλάζεις, μια νέα χαρακιά εισπράττεις. Και τώρα κοίτα, μετά από δεκαετίες επανεκκινήσεων το καράβι σου έχει ολόκληρο αλλάξει – οι σανίδες κακοστερεωμένες τρίζουν. Κι εσύ είσαι όλος μια τεράστια άναρχη χαρακιά που το στιλέτο του χρόνου έχει ζωγραφίσει πάνω σου, τα χέρια σου μουδιασμένα, πονάς παντού και κάνεις πώς δεν ξέρεις το γιατί.

Ετοιμάζεσαι για το επόμενο ταξίδι. Αυτή τη φορά θα τα καταφέρεις. Δε θα ‘ναι η ιθάκη. Κι ούτε κάποιο άλλο νησί. Μόνο το Βούλιαγμα – εκεί θα φτάσεις. Θα παραδοθείς αμαχητί. Θα ‘ναι ένα τέλος κι αυτό.

Advertisements

…όλους όσους ξέρω

Δραπέτευσα εσπευσμένα από το ΆσχημοΔωμάτιο αφήνοντας πίσω ομήρους δυο παχύσαρκες βαλίτσες και μια γενναία προκαταβολή μόνο και μόνο για να συνειδητοποιήσω ότι ήμουν εγκλωβισμένος σε μια φυλακή με απανωτές στρώσεις παρόμοιας αισθητικής. Για κάθε τοίχο που διαπερνούσα ένας άλλος ψηλότερος ορθωνόταν μπροστά μου. ΆσχημηΠανσιόν, ΆσχημοΧωριό, ΆσχημοςΚόλπος, ΆσχημοΝησί.

Με είχε δελεάσει μια παραπλανητική αχλή παιδικών αναμνήσεων και η πρόκληση να ξαναπλάσω γλυκά δεκαπενθήμερα ηλικίας 30 χρονών και βάλε. Σαν τους ηθοποιούς που η ζωή και η καριέρα τους τους αξιώνει να μεγαλουργούν δυο φορές στο ίδιο θεατρικό: πρώτα στο ρόλο του γιου και πολύ αργότερα στο ρόλο του πατέρα. Αλλά όσοι κριτικοί ευζωίας ζούνε δίπλα μου μάλλον θα αποφανθούν ότι ήμουν πολύ πιο αποτελεσματικός παλαιότερα, όταν φορούσα ποδάρια στραβά, δόντια λειψά και αποτυχίες χωρίστρας.

περισσότερο ΆσχημοΚείμενο εδωπέρα 

τριακόσια εξήντα πέντε είναι λίγο

Συμπληρώστε τους λόγους που επιθυμείτε αυτό το ταξίδι:

– Οι μέρες που ξεκινούν και τελειώνουν γύρω από μια ασθένεια, ελαφριά ή όχι, μεταδοτική ή μη, υπαρκτή ή φανταστική. Είναι φορές που απλώς σε ανησυχούν, είναι φορές που σε θορυβούν, ειναι φορές που σε παραλύουν. Ανυπεράσπιστοι. Αμήχανοι. Απαισιόδοξοι.
– Τα οχτάωρα που αναστατώνεσαι στη δουλειά, όταν συγκρούεσαι με τους συναδέλφους ή το σύστημα ή τον ίδιο σου τον ανεπαρκή εαυτό. Κινείσαι νευρικά, χτυπάς το ποντίκι σου στο desktop, σχίζεις και πετάς ένα σωρό files στο bin icon. Συνδέεσαι νοερά με την persona σου σε άλλα δέκα χιλιάδες παράλληλα σύμπαντα. Αν είχες διaλέξει άλλη Σχολή, αν είχες στριμώξει άλλο βιογραφικό, αν είχες ανταλλάξει θέσεις σε μερικά Όχι και Ναι, αν είχες δείξει κάπου περισσότερη πυγμή. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: το αίσθημα της μη πληρότητας είναι πάντοτε παρόν γιατί πηγάζει από μέσα σου, σου κατατρώει τα σωθικά και σου τσαλακώνει το μυαλό.
– Οι φορές που πληγώνεις τους άλλους. Ένας λάθος χειρισμός, μια στρεβλή διαπαιδαγώγηση, μπόλικη αδιαφορία, μια πικρή κουβέντα. Έχεις το νου να αυτοκατηγορείσαι, περίεργο, όχι και να αυτοδιορθώνεσαι. Ως πότε;
– Οι νύχτες που δεν την ικανοποιείς. Η γλυκιά κουβέντα που έμεινε κλεισμένη στο συρτάρι, το τριαντάφυλλο που μαράθηκε πριν μυριστεί, ο οργασμός που από καιρό μετακόμισε.
– Η συγχρονισμένη δυστυχία αυτού του κόσμου. Η αμεσότητα στην επικοινωνία έχει αφαιρέσει τη βολική πολυτέλεια της μεταχρονολογημένης θλίψης. Τώρα τα πάντα γίνονται σε ζωντανή μετάδοση: το συμβάν, η ταραχή, η πεισματική αποστροφή του βλέμματος.
– Το βασίλειο της απογοητευτικής ντοπαρισμένης μικρότητας. Μια ταινία ανεκπλήρωτων προσδοκιών, ένα αστείο γκολ στο 93, μια γρατζουνιά στο πίσω φτερό. Μικρά ανάξια τσιμπήματα που μόνος σου τα μετατρέπεις σε χιονοστιβάδες ικανές να διαλύσουν μεθοδικά χτισμένες ώρες ελέγχου και κανονικότητας.
– Όλα τα αμέτρητα καταδικαστικά λεπτά που σκέφτεσαι πόσο ανερμάτιστος είσαι, πόσο επουσιώδη πράγματα σε απασχολούν, πόσο ασεβής αποδεικνύεσαι που αντί να σκορπάς απλόχερα λίγη από την τύχη σου κάθεσαι και την τριπλοεξετάζεις κάτω από μικροσκόπιο για να βρεις τους φορείς δυστυχίας που σίγουρα την έχουν ήδη διαβρώσει.
– Οι στιγμές, οι αιώνιες εκείνες στιγμές που τα πάντα μοιάζουν να στάζουν ασχήμια και δυσωδία. Οπότε λέω, 365 δε φτάνουν. Χρειάζομαι ένα ταξίδι μακρινό, ένα ταξίδι ως τον Άρη, μήπως και στην ερυθρή ανοιχτωσιά που θα μου χαρίσουν οι 687 μέρες περιστροφής του γύρω από τον ήλιο μπορέσω, έτσι, εντελώς εγωπαθώς και εντελώς αυθαίρετα να βρω μία, έστω μία ημέρα μες στο χρόνο που να πω, ναι, σήμερα είμαι ανέμελος και ευτυχής.Παρακαλώ, δεχτείτε με!

Mars-Surface

μίχελ

Καθώς περνούσε τη φλεγόμενη πύλη πρόσεξε την επιγραφή ψηλά πάνω από το κεφάλι του: Μίχελ. Οπωσδήποτε παιχνίδι με το όνομά του και τα Γερμανοφλαμανδικά που πάντοτε μισούσε.

mixel

Στον προθάλαμο αμέτρητα ποντίκια συνωστίζονταν και σκουντιόνταν. Δεν είχαν φωσφορίζοντα, σπινθηροβόλα μάτια κι ούτε χνώτα που βρωμούσαν θειάφι. αρκούσε μόνο η όψη του παλλόμενου, αηδιαστικού χαλιού που σχημάτιζαν για να προκαλούν απανωτούς εμετούς – που άλλωστε ήταν και ο σκοπός τους, ο εμετός τα έθρεφε και τα συντηρούσε. Κι η μόνη αναμμένη δάδα που βρισκόταν πρόχειρη -μήπως και καταφέρει και τα εκφοβίσει- έκαιγε πεισματικά καρφωμένη στο χέρι ήταν το χέρι του τριτοκλασάτου διαβολάκου που τον συνόδευε. –Σιχαίνομαι τα ποντίκια. Το ξέρεις, φυσικά, τι λέω. Και τι έχει μετά; Φίδια; Αράχνες; –Μπαα, αναλογεί μόνο ένα ζωικό είδος στον καθένα σας. Αναθάρρησε. Βρήκε το κουράγιο και περπάτησε γλίστρησε πάνω στο μυοχαλί.

.δυσάερο, δυσήλιο 4άρι .ενοικίασις: υποχρεωτική

clackwalk

Καθώς το Gate Open, η άκρη του νήματος που θα την οδηγούσε σε μια εβδομάδα χαλάρωσης, αναβόσβηνε στην οθόνη πάνω από το κεφάλι της, η Χορεύοντας με τον Ιγκόρ αποφάσισε να χαρίσει στον εαυτό της άλλα πέντε λεπτά βουλιάγματος στην αναπαυτική VIP θέση αναμονής του Toronto Pearson Airport. Το Imitation of Life κουδούνισε μέσα στην τσάντα της και το νήμα έπεσε χάμω. Από την απέναντι κυψέλη ο σκηνοθέτης της την ενημέρωνε ότι η Βαθιά Μέσα στη Στέπα είχε ένα ατυχηματάκι (δυο στάλες ριγμένο κέτσαπ από το λουκάνικο του μηχανικού προβολής θα την καθήλωνε για λίγες μέρες στη μονταζιέρα) και την Τρίτη έπρεπε να βρίσκονται στη θέση της. Το νήμα ανακατεύτηκε. Τρεις προβολές κι ένα class για το νέο κύμα του σλοβάκικου κινηματογράφου. Το νήμα έγινε χίλια κομμάτια.

clackwalk

director’s cut

μια βόλτα

Είχα πρόβλημα με το ADSL. Κοβόταν συνέχεια. Ήρθε ο τεχνικός του ΟΤΕ χθες. Γνωστός ήταν. Στις τηλεπικοινωνίες, λέει, αν μια γραμμή βγάλει πολλά λάθη μέσα σε πολύ πολύ μικρό χρονικό διάστημα, τα δύο άκρα τα παρατάνε, κόβουν το μπίρι μπίρι, σου λένε δεν έχει προκοπή εδωπέρα. Το έφτιαξε. Φεύγοντας μου άφησε κι ένα δωράκι: «πάχυνες». Ειρωνεία. Γιατί είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι αν μέσα σε μια εβδομάδα μου πούνε πάνω από 10 άτομα ότι πάχυνα θα την έκοβα την επικοινωνία με το φαγητό. Εκείνος ήταν ο ενδέκατος. Και σήμερα τηρώ τα προαποφασισμένα: βόλτα με το ποδήλατο.

Για πού; Σε κάποιο δρόμο ήπιας κυκλοφορίας, σε κάποια εξοχή. Και για πόσην ώρα; Να, για όσο κρατάει ένας μουσικός δίσκος. Να ΄ναι οικεία τα ακούσματα, να ΄χω παρέα στις ερημιές, να (ξέρω ποτέ να) φορτσάρω με τα ανεβάσματα και (πότε) να ηρεμώ με τους σιγανούς τόνους. Μόνο που, καθώς μ’ έπιασε ο ενθουσιασμός, αντί για κάποιον πρωτόλειο, μεταεφηβικό, σύντομο σε διάρκεια δίσκο, διάλεξα έναν κουρασμένο, δεινοσαυρικό μαραθώνιο. Που σημαίνει +15 λεπτά χτύπημα πάνω στα πετάλια. Πατάω το shuffle (να υπάρχει λίγο και το στοιχείο της έκπληξης) και ξεκινάω.

αδιάφορη διαδρομή