Tag Archives: φόβος

φορώντας σιγουριές

newlinus

;;;

Advertisements

αρκεί να κόβεις ό,τι σε ενοχλεί

Επέστρεψε από τη χαοτική megadance σάλα όπου είχε περάσει 106 λεπτά παρατηρώντας απαθής τις δυο επόμενές του γενιές να χτυπιούνται με άγνωστα τραγούδια. Έβγαλε βιαστικά τα ρούχα του, τα πέταξε στο πάτωμα. Ξανά και ξανά και ξανά. Δύο μετά τα μεσάνυχτα βγήκε γυμνός στο μπαλκόνι και τ’ άπλωσε να αεριστούν. Συνέχισε με τα δάχτυλά του. Η ιδέα και μόνο ότι είχε ακουμπήσει πράγματα (το ποτήρι, το σκαμπό, τη μαξιλάρα) που για χρόνια άπειρες στρώσεις καπνού είχαν επικαθίσει πάνω τους του προκαλούσε αηδία. Τα έτριψε μέχρι εξαντλήσεως. Μπήκε στην ντουζιέρα. Διπλή δόση αφρόλουτρου. Διπλή δόση σαμπουάν. Ένιωθε τη βρωμερή νικοτινούχα οσμή να αποκολλάται από τα μαλλιά και το σώμα του και να ουρλιάζει περιδινούμενη στο σιφόνι. Ξάπλωσε στα σκοτεινά στον καναπέ. Τίποτα να μη μυρίζει, τίποτα να μην αγγίζει. Μόνο το αρωματικό τσάι και τη ροή στο λάρυγγά του μήπως και καθαρίσει το δηλητηριασμένο μέσα του.

Ως πότε θα θυσίαζε υγεία και ευεξία στο βωμό μιας αμήχανης κοινωνικής ζωής; Ο αντικαπνιστικός νόμος ήρθε την καταλληλότερη στιγμή. Τον σιγοντάρισε με μια δραστική μεταβολή στην ανθρωπογεωγραφία της διασκέδασης: λιγότερα τετραγωνικά μέτρα, μεγαλύτερες ηλικίες.

3 ενότητες και φινάλε

παιχνίδι χαμένο

Είμαστε μαζεμένοι στην αυλή του σχολείου – Έκτη Δημοτικού. Αυθόρμητα γέλια πολλά (όπως τόσα χρόνια άλλωστε) και μια ψιλοτεχνητή συγκινησιακή φόρτιση χαμηλών αμπέρ, γιατί, διάολε, αφήνουμε έναν οικείο χώρο και ξεκινάμε για το άγνωστο και οι δάσκαλοι μας το τονίζουν συνέχεια, ώστε να ενδώσουμε στην ευκολία της θλίψης. Ετοιμαζόμαστε για την αναμνηστική φωτογραφία. Κάποιοι μπροστά, κάποιοι πίσω, κάποιοι κάτω, ο φωτογράφος απομακρύνεται τόσο ώστε να χωράμε όλοι στο κάδρο (εμείς, ο δάσκαλος, λίγο χαλίκι, τα δέντρα που βαφτίσαμε εστία). Ένα σμήνος μυγαράκια πετάνε γύρω από τα κεφάλια μας, μικρά, ακίνδυνα, εξ ορισμού ενοχλητικά, αλλά όχι τόσο ώστε να διαταραχτεί η προσοχή και η ομόνοια της ιστορικής στιγμής. Δυο μήνες μετά κρατώ στα χέρια μου ένα αντίτυπο, δε διακρίνεται τίποτα, φταίει ίσως το μυρμήγκιασμα από τη χαμηλής ποιότητας διαδικασία εμφάνισης και ανατύπωσης.

Το ίδιο στο Γυμνάσιο. Το ίδιο στο Λύκειο. Ανοργάνωτα, ερασιτεχνικά, αδέξια. Κάποιος καθηγητής θέλει να κρατήσει το momentum, «για την ιστορία του Σχολείου, για την ιστορία τη δική σας», κάποιοι από εμάς θα ενδιαφερθούν να αποκτήσουν το αντίτυπο, κάποιοι όχι, κάποιοι θα το σκίσουν, κάποιοι θα το κρατήσουν για να θυμούνται για πάντα (πόσο είναι το πάντα;) τον ανεκπλήρωτο εφηβικό τους έρωτα. Θα έπαιρνα όρκο, τα ίδια μυγαράκια μας περιτριγυρίζουν, θαρρείς ένα για τον καθένα μας, άλλα παχιά άλλα αδύνατα, το πέταγμά τους ακούγεται πιο έντονο από παλιά, θα ‘ναι ο Ιούνης κι η πανίδα του, η φύση οργιάζει και δε σέβεται μήτε φωτογραφίες μήτε πρόσωπα. Η φύση;

2 δεκαετίες μετά, το πρώτο reunion. Ως μεγάλος, άχαρος, αποστασιοποιημένος αρνητής είμαι εκεί για να εξακριβώσω πώς εκείνες οι αχνές, περιφερόμενες, αυλικές φιγούρες, οι εκκολαπτόμενοι εγωίσταροι, νιρβάνες, συμφεροντολόγοι, ημιάγιοι, ξερόλες, μεμψίμοιροι, φιλόδοξοι, καιροσκόποι, σαγηνεύτρες, money-lovers, κομπλεξάρες… έχουν καταφέρει να σβήσουν το επίθετο στον αργό δρόμο για την πλήρη έκδοση του εαυτού τους. Αλλά όχι, όχι όλοι. Γιατί κάποιοι λείπουν. Πόσο σκληρό. Εκεί από όπου κανείς ποτέ δε γύρισε. Κι είναι αυτές οι απουσίες στο προσκλητήριο που με τσακίζουν, με τσακίζουν, με τσακίζουν, με θλίβουν και με μαγκώνουν, μ΄έχουν πιασμένο από το λαιμό και με ρωτούν, γιατί εμείς, είναι άδικο, ποιος μπορούσε να το πει, και τι νόημα θα είχε;

reuneon

Κι είναι η στιγμή που η αντίληψή μου ξανασυναντά στο καθιερωμένο ραντεβού τα γνωστά μυγαράκια, και τώρα ξέρω, τώρα επιτέλους καταλαβαίνω, το μάτι μου γίνεται ένας υπερμεγεθυντικός φακός που τα συλλαμβάνει και τα αναλύει, δεν είναι μύγες, φευ, είναι αριθμοί, οι αριθμοί του πεπρωμένου μας που τιτιβίζουν γύρω από το είναι μας, μας προειδοποιούν και μας ειρωνεύονται, τα χρόνια που ‘χουμε ακόμα να ζήσουμε, άλλα καταφαγωμένα από κάποιον επιθετικό καρκίνο, άλλα στραπατσαρισμένα από ένα άγριο αυτοκινητικό, άλλα θανατερά χαραγμένα από κάποιο εγκεφαλικό.

Ακούω γύρω μου. Γέλια. Χαρές. Πειράγματα. Κι από πάνω να βουίζουν διψήφια και απελπιστικά γαμώτο μονοψήφια μυγαράκια/αριθμοί. Προσπαθώ να βρω το δικό μου. Δεν μπορώ. Ποτέ δεν μπορείς. Όποτε γυρνάω το κεφάλι προς το βουητό του εκείνο έχει αλλάξει θέση. Όπως ακριβώς οι μόνιμες σκιές που σχηματίζονται πάνω στις βεβλαμμένες περιοχές της ίριδάς μας, όσο κινείς το μάτι για να τις πιάσεις τόσο σου ξεφεύγουν. Πρέπει να μείνεις ακίνητος, να παγώσεις λίγο το χρόνο για να τις αισθανθείς και να τις σχηματοποιήσεις.

Ακίνητος. Παγωμένος χρόνος. Ακίνητος. Παγωμένος χρόνος.

Τρεις τα μεσάνυχτα γυρνάω σπίτι και μανιακά ανακατεύω ντουλάπια, ανοίγω συρτάρια, πετάω άλμπουμ μέχρι να βρω την κούτα με τις παλιές, τις παιδικές φωτογραφίες. Να ‘τη. Εδώ. Έκτη Δημοτικού. Αυλή του σχολείου. Κοιτάω αφηρημένα. Κοιτάω θολά. Κοιτάω ασυνείδητα. Το μυρμήγκιασμα υποχωρεί. Τα εικονοστοιχεία ξεδιαλύνουν. Εμείς. Εγώ. Όσοι φύγαν. Οι μύγες. Εγώ. Δε χαμογελώ. Καθόλου δε χαμογελώ.

ποδηλατότρομος

μπρρρ

Το πρώτο πράγμα που συμβαίνει είναι ότι η ευκολία που σου υπόσχεται (αποκλειστική χρήση, λείο οδόστρωμα, ευδιάκριτη σήμανση) αδρανοποιεί το ευλαβικά συντηρημένο ένστικτο αυτοσυντήρησής σου. Σαν ένα αδέσποτο σκύλο που, φτιαγμένος απ’ τη φύση να επιζεί στην άγρια πλευρά μόνος, νηστικός, φοβισμένος, κυνηγός και κυνηγημένος, βρίσκεται ξαφνικά να θωπεύεται μες στο προστατευμένο περιβάλλον μιας ανάδοχης οικογένειας. Το σώμα πλαδαρεύει, οι αισθήσεις ατονούν, η μυρωδιά του κινδύνου και η ανάγκη επιβίωσης γίνονται σιγά σιγά απλώς αναμνήσεις.

Κι είναι τότε ακριβώς που τα χρειάζεσαι περισσότερο.

Γιατί εδώ στα μέρη μας ποδηλατόδρομος σημαίνει: όλοι ξέρουμε τι σημαίνει

encore

Βραδυνές ώρες. Πίσω αυλή του Λυκείου. Εξέδρες. (Κουβέντες x Αγκαλιές x Πασπατέματα) σε όλους τους συνδυασμούς. Στις δώδεκα καληνυχτιζόμαστε. Τον βλέπω να απομακρύνεται στο ημίφως, με χαιρετάει από μακριά και βάζει τα χέρια στις τσέπες. Γυρνάω πλάτη, προχωράω. Ακούω το όνομά μου, τρεχαλητό, ξανά το όνομά μου από απόσταση αγγίγματος πια. Ξέρω τι θέλει. Τα χείλη μου βελούδινα, η ανάσα φραουλένια: «Ένα φιλί ακόμα».

morethanthis

θέλω κι άλλο

παραπεμπτικό γενικής ηθικής

(post κατατρέχον)

remorses

Έσβησε τα φώτα του δωματίου και πήγε για ύπνο. Είχαν περάσει αρκετές ώρες και περίμενε την καθιερωμένη επίσκεψή τους. Έσβησε (ή έσβησαν μόνα τους) και τα εσωτερικά του φώτα και αποκοιμήθηκε. Δεν ξέρει πόση ώρα είχε περάσει όταν χτύπησε η πόρτα του υποσυνείδητού του. Άνοιξε (ήθελε δεν ήθελε).

-Ποια είσαι εσύ;

-Είμαι η τύψη για το μεσημεριανό σου αμάρτημα και ήρθα για να σε δείρω.

Η τύψη; Θα αστειεύεσαι. Οι τύψεις επισκέπτονται πάντα κατά ομάδες. Πιο πολύ μου κάνεις για πλασιέ τάπερ. Πού είναι η βαλίτσα σου; Έχεις εκείνα με το αεροστεγές καπάκι;

-Μην είσαι ανόητος. Δεν ταξιδεύουμε πάντα σε γκρουπ. Στα πολύ ανώδυνα και στα πολύ επαίσχυντα περιστατικά το αφεντικό στέλνει ΜΟΝΟ ΜΙΑ τύψη. Κι ο λόγος είναι ο ίδιος: το αντικείμενο (εσύ δηλαδή) είναι είτε πολύ εύκολο (οπότε πρόκειται περί ρουτίνας) είτε σχεδόν απίθανο (οπότε πρόκειται περί εθιμοτυπίας) να πειστεί για το λάθος του και ο dispatcher δε χαραμίζει προσωπικό και εργατοώρες. Μία και πολύ σου πέφτω.

4 η ώρα τα χαράματα τι λέγανε αυτοί οι δύο;