Tag Archives: χαμογέλια

σκηνή ανθολογίας

  • Πλουραλισμός. Ο σκηνοθέτης δε φείδεται χαρακτήρων. Θα αρκούσαν τρεις τέσσερις για να προωθήσουν την πλοκή – εκείνος μας παραδίδει ένα τσούρμο από δαύτους με κλιμακούμενη εμπλοκή στη σκηνή: ομιλών ρόλος, προσκήνιο, χορωδία, φόντο ή απλώς το «αλάτι» που νοστιμίζει κάθε δράση. Αν προκαλεί υπερκορεσμό; Με μετρημένη σκηνική διάταξη επιφέρει μια θαυμαστή ισορροπία.
  • Η έκπληξη του αναμενόμενου. Οι πρωταγωνιστές ποτέ δεν πεθαίνουν. Βασανίζονται, ναι, υποφέρουν, αλλά πάντοτε βρίσκουν οδό διαφυγής. Το ξέρεις ότι θα συμβεί. Το περιμένεις. Μένει να μάθεις το πώς. Το στοίχημα που όλοι οι σκηνοθέτες βάζουν με τον εαυτό τους. Η πινελιά της διάσωσης. Δε χρειάζονται από μηχανής θεοί, καιρικά φαινόμενα, το ιππικό ή μια απίθανη επίδειξη πολεμικών τεχνών. Το πιο σπουδαίο όπλο εδώ αποδεικνύεται μια φωνή και ο λυγμός της. Και όλα παίρνουν το δρόμο τους.
  • Ο χώρος ως πρωταγωνιστής. Σαν τα καζίνο που εμπνέουν ή στοιχειώνουν τους τζογαδόρους. Ή τα καφέ που αγκαλιάζουν στοργικά τους ερωτευμένους για να αναδειχτεί η αγάπη τους. Έτσι και δω. Ο πολυέλαιος, τα βαρέλια, ο πάγκος, το πιάνο, το παράθυρο, το κρασί, όλα ακολουθούν τους χρήστες τους σε μια μεθοδευμένη μεταβολή χρηστικής αξίας.
  • Η κατανομή των ονείρων. Μέσα σε 3 λεπτά παρελαύνει μπροστά μας ό,τι έχει ονειρευτεί ο άνθρωπος από τα βάθη των αιώνων. Η καλλιτεχνική καταξίωση, η ερωτική ανταπόδοση, η επαγγελματική αποκατάσταση, το κυνήγι της προσωπικής φιλοδοξίας, ο πλούτος, η αδιανόητη για τους έξω εμμονή σε προσωπικά χούγια. Αλλά ο κύκλος θα κλείσει όπως άνοιξε. Η γυναικεία φωνή στο τέλος είναι η καθαρτήρια πράξη του είδους μας. Το επίμονο όνειρο για κάτι όμορφο, ευγενικό και άπιαστο, αυτό που τρέφει τα πιο αγνά ιδανικά και τέρπει την ψυχή και μόνο θα είναι εκείνο που πάντοτε θα καθαγιάζει όλες τις επιδιώξεις μας.

άφεση στη μαγεία

Advertisements

…σε αναμονή…

Καθώς το γλυκύ έαρ μεταφερόταν από τους ψαλμούς στην ύπαιθρο, ετοιμάστηκαν για την από τριετίας καθιερωμένη γυροβολιά τους. Φούσκωσαν λάστιχα, φόρεσαν κράνη, γέμισαν παγούρια και ξεκίνησαν. Εκείνη και εκείνος. Για την περιήγηση στα αστικά ξέφωτα όπου βασιλεύει η αθωότητα και το γέλιο περισσεύει. Για την περιήγηση στις παιδικές χαρές αυτής της πόλης.

Εκείνη έβγαζε το μπουφάν της, έσφιγγε την κοτσίδα της και έπαιρνε σβάρνα όλες -πλην μίας- τις κατασκευές. Κρεμιόταν στις κούνιες, σκαρφάλωνε στην τσουλήθρα, γυρνούσε το περιστρεφόμενο θεωρείο, δοκίμαζε τις αντοχές από τα ελατήρια στα παπάκια. Παραχωρούσε πάντοτε τη θέση της στους μικρότερους και βοηθούσε όποιον σκάλωνε σε κάποια αναρρίχηση. Σημείωνε στο μυαλό της τη κρυμμένη επικινδυνότητα, το βαθμό δυσκολίας και το ύψος ικανοποίησης και προχωρούσε στην επόμενη δοκιμασία.

Εκείνος, νωθρός στο σώμα αλλά όχι στο πνεύμα, καθόταν σε κάποια θέση και παρατηρούσε τις φυλές γύρω του. Τους υπερβολικά ανήσυχους, τους εξοργιστικά αδιάφορους, τους ασθμαίνοντες ηλικιωμένους, τα παντός καιρού και τόπου μοντέλα, τους μανιακούς του τηλεφώνου, τους επαγγελματίες κουτσομπόληδες, τους ακτινοβολούντες στάτους και υπεροψία, τους φτωχικά ντυμένους. Μα πάνω απ΄όλους το μάτι και η αμηχανία του μέναν πάνω στους σιχαμερούς του ρύπου, εκείνους που τόσο στρεβλωμένο είχαν το μέσα τους που θεωρούσαν απολύτως φυσιολογικό να βρωμίζουν με τσιγάρα και αποφάγια το χώρο που διασκέδαζαν τα παιδιά τους.

Καμιά φορά βρίσκανε παιδικές χαρές κατεστραμμένες, με σπασμένες καρέκλες, αλυσίδες, σκαλιά, έρημες, βουβές, γεμάτες αγριόχορτα, σκουπίδια και λάσπες. Ένα η-κότα-ή-το-αυγό ερώτημα εγειρόταν τότε, να ήταν άραγε αυτές οι χαρές παρατημένες από παιδιά γιατί οι αρχές απαξιούσαν να τις επιδιορθώσουν και να τις καλλωπίσουν ή οι αρχές αρνούνταν να πετάξουν ανώφελα τα λεφτά τους για μια παιδική που οι μπόμπιρες ούτως ή άλλως δεν προτιμούσαν; Δεν είχε και πολύ σημασία, γιατί καθώς υποχωρούσε ο βόμβος από το αδιέξοδο ερώτημα το μόνο που έσπαγε τη σιωπή ήταν -αν μπορούσες να ακούσεις και να δεις πραγματικά καλά- οι  μαθηματικές φόρμες από τα χάχανα του παρελθόντος, το εκκρεμοειδές «χχιιιιιιιι» που ακολουθούσε την τροχιά της κούνιας ή το κεκλιμένο «χχχααααα» που ξεπηδούσε από την τσουλήθρα ή το τέλεια κυκλικό «χχοοοοο» που στροβιλιζόταν κι αυτό στο γύρω-γύρω-όλοι.

Εκείνη μάζευε το μπουφάν της. Εκείνος μάζευε τη ματιά του. Ξαναφορούσαν τα κράνη. Ξανανέβαιναν στο ποδήλατο. Στη σέλα και στο καρεκλάκι. Πριν ξεκινήσουν για τον επόμενο σταθμό κοιτούσαν για λίγο την τραμπάλα. Κι εύχονταν και οι δύο πότε εκείνη θα χαρίσει σε εκείνον ένα αδελφάκι για να μπορούν επιτέλους να αντιστρέφουν τους ρόλους τους.

waiting

Καλά Χλιστούγεννα Killιε Bill

Περνάω 2 ώρες σε μια παιδική γιορτή έχοντας συνεχώς μπροστά μου το εφέ της απαλής εστίασης (soft focus), εκείνο που θολώνει όλη σου την όραση εξόν ένα συγκεκριμένο τμήμα στο πεδίο σου. Θα μπορούσε κανείς να παρατηρήσει αυτό το εφέ που δημόσια εφαρμόζω στην ίριδά μου και να ισχυριστεί ότι διακρίνει αλμυρές σταγόνες που σαν ήρωες σε action-movie κρατιούνται με το ζόρι από τη στέγη-βλέφαρο. Παρερμήνευση το δίχως άλλο. Ας συμβιβαστούμε λέγοντας ότι κάποιο σκουπιδάκι από τη κακοξεσκονισμένη αίθουσα με ενοχλεί στα μάτια. Ή ίσως στο μυαλό. Ή ίσως πιο χαμηλά μέχρι και την κάποτε ερμητικά περιφραγμένη Webdings: Shift+y.

kids4Η παράσταση διακρίνεται για όλα τα στερεότυπα του είδους της. Τα κινεζάκια χορεύουν με τους δείκτες τεντωμένους, τα αφρικανάκια χτυπούν ταμπούρλα, τα αυστραλεζάκια πηδούν σα καγκουρό, τα ινδιανάκια αλαλάζουν με το χέρι μπρος στο στόμα, τα ευρωπαιάκια περπατούν ως πολιτισμένα homo sapiens. Σκέφτομαι για τα πρώιμα εκείνα μονοψήφια μονοπάτια, πόσο καλά πατημένο πρέπει να ΄ναι άραγε το χορτάρι, πόσα κέρινα ομοιώματα αριστερά και δεξιά με τις αναπαραστάσεις του εκάστοτε καλού και κακού, κάποια ψεύτικα, σκοτεινά λαγούμια, ίσως, για την ελεγχόμενη χαρά της εξερεύνησης, πόσο αναλυτικές και αυστηρές οι πινακίδες κατεύθυνσης, κάθε βέλος ένα νέκρωμα κάποιου μικροσκοπικού γκρι κυττάρου. Ετοιμάζομαι να καγχάσω λίγο με το γλυκό αυτό κρεσέντο κατηγοριοποίησης των λαών από πλευράς της σκηνοθέτιδος, όταν για λίγο σταματώ και ακούω ένα γύρω δίπλα μου από τις κερκίδες το πιο ηχηρό στερεότυπο, το στερεότυπο που βρίσκεται εκεί για να μου υπενθυμίζει ότι για πάντα θα προσπαθούμε να βάζουμε τους άλλους στα παπούτσια μας κι όχι εμάς στα δικά τους: καθαρά, καθαρά και δυνατά.

Η παράσταση κυλάει ομαλά πασπαλισμένη με σχετικά τραγούδια, μπόλικα χριστουγεννιάτικα, λίγο we are the world, μια μυρωδιά από γνωστά βαλς, ώσπου κάτι με χτυπάει κατακούτελα εντελώς απροετοίμαστο. Στη σκηνή εισέρχονται οι βοσκοί της φάτνης και το συνοδευτικό τραγούδι είναι αυτό!:

Το να ακούω ένα κομμάτι από μια αιματοβαμμένη περίπου σπλατεριά σε μια παιδική παράσταση είναι κάτι που με ξεπερνάει ως θεατή, κάποιος στέκει μ’ ένα γάντι από πάνω μου και με χτυπάει θριαμβολογώντας: «πες μου τώρα, πόσο γαμ… στερεότυπο είναι αυτό;» Δεν ξέρω τι να απαντήσω, πήρα ένα καλό μάθημα, ο κόσμος είναι ένας και αδιαίρετος, με τα ταμπού, τα καλούπια, τις αγκυλώσεις, τις εκπλήξεις και τις ανοιχτωσιές του, η ασχήμια πουθενά δεν απαγορεύεται αλλά και στα πιο απόκρημνα βράχια μπορεί να φυτρώσει το ομορφότερο λουλούδι, ο Ταραντίνο με απειλεί ότι θα σκηνοθετήσει εκείνος του χρόνου τη θεία Γέννηση, αφού η ιστορία δεν έχει καθόλου αίμα, του λέω, πού θα βγάλεις την αρρώστια σου, ε καλά, θα εστιάσω στον Ηρώδη, απαντάει, η παράσταση τελειώνει και καταφέρνω με τα ζόρια να σβήσω το τρανταχτό γέλιο του από τα αυτιά μου, επιτέλους, το Lonely Shepherd ηχεί ακόμα στ´ αυτιά μου και μπερδεύεται με άλλες φλογέρες από Bacalov και Morricone, εκείνη την ώρα έρχεται να μου ευχηθεί ένας μικρούλης μαθητής και σα σημαδεμένο με βάζει και μένα στο κάδρο, δεν έχει ακόμα καλή άρθρωση, του διδάσκω Αγγλικά και με λένε Βασίλη:

Καλά Χλιστούγεννα Κύλγε Μπιλ!

παράξενο πράμα

apples

Πάω να πάρω το αυτοκίνητο και βρίσκω στο τζάμι του συνοδηγού κολλημένο απ’ άκρου σ’ άκρο ένα διαφανές αυτοκόλλητο. Τι συμβαίνει; Τι κόλπα είναι αυτά; Μπαίνω μέσα και διαπιστώνω ότι έχω αφήσει το παράθυρο ανοιχτό. Θα ‘ναι 3-4 μέρες που το αμάξι είναι ακίνητο. Μέρες με ήλιο, μέρες με βροχή. Εξετάζω καλύτερα την κατασκευή. Πλήρως στεγανοποιημένη. Όποιος το κόλλησε ήθελε πράγματι να κάνει καλή δουλειά.

Η επίθεση αυτή της αγνώστου προέλευσης αλληλεγγύης με ξεπερνά. Με χαροποιεί και με ενθουσιάζει. Γιατί προφανώς είμαι ο ευνοημένος αυτής της υπόθεσης. Γιατί με συγκινεί η απλότητα, η ανωνυμία και η ανιδιοτέλεια της πράξης. Και γιατί καθώς σηκώνω το κατεβασμένο παράθυρο και συλλαμβάνω την αντανάκλαση του προσώπου μου παραδέχομαι ότι εγώ δε θα είχα πράξει το ίδιο.

Μετά φυσικά παίρνουν μπρος οι δεύτερες σκέψεις. Είναι άραγε τυχαίο ότι το αντικείμενο της σωτηρίας είναι το αντικείμενο φετίχ του σύγχρονου τρόπου ζωής; Το αμάξι! Η μετουσίωση της ευκολίας. Ένας αιώνας ραγδαίας τεχνολογικής εξέλιξης κλεισμένος μες στο injection κλειδί μας. Η γυαλισμένη μεταλλική πανοπλία μας που ακτινοβολεί στάτους και επιθυμίες. Ίσως είναι ευκολότερο να συντρέξεις τον άλλο όταν τα πλήγματα γίνονται όχι στην ιδωτική αλλά στη δημόσια περσόνα του και κυρίως όταν γίνονται σε τόπους κοινούς, εκεί που εδράζονται οι κοινές μας -ίσως ασήμαντες ή ακόμα και κατακριτέες- αγωνίες και λαχτάρες.

Ο αναπάντεχός μου ευεργέτης. Όσο ηλίθιο κι αν ακούγεται, είναι το σκέπασμα ενός αμαξιού ασφαλές κριτήριο για γενικεύσω για τον αλτρουϊσμό και τη συνέπειά του; Κόβει αποδείξεις; Βοηθάει απόρους; Περνάει με κόκκινο; Συχνάζει στα κομματικά γραφεία; Ειρωνεύται, αγανακτεί, βρίζει, διαπλέκεται; Παράξενο πράμα αυτή η ηθική. Ένα καλάθι μήλα σκεπασμένο με μια πετσέτα, την ανασηκώνεις λίγο και πιάνεις το πρώτο διαθέσιμο, φρέσκο ή παλιοκαιρισμένο;, κι από αυτό χαρακτηρίζεις όλο το καλάθι. Αλλά εκεί μέσα γίνεται πραγματική μάχη για το αν θα επικρατήσουν τελικά τα σάπια ή τα υγιή.

Λάθος παρομοίωση, χρησιμοποίησες φίλε. Είναι γνωστό τοις πάσι ότι αρκεί ένα βρώμικο μήλο για να μολυνθούν και όλα τα υπόλοιπα. Και το αντίθετο ποτέ δε συμβαίνει. Σ’ ένα νορμάλ σύμπαν, ναι, συμφωνώ. Αλλά ίσως όχι σ΄ένα σύμπαν όπου βρίσκω το αμάξι μου σωσμένο και άθικτο από αγνώστους.

πού είναι ο φοίβος, οέο;

Λίγο πριν παραδώσει την περσόνα μου στο TrueLife RPG ο δημιουργός μου είδε ότι περίσσευαν λίγα ακόμα credits για άλλο ένα (φτηνό) attribute. Δε φτάνανε για ομορφιά, δε φτάνανε για εξυπνάδα, δεν είχε και πολλές διαθέσιμες επιλογές λόγω ασύμβατων χαρακτηριστικών, έπρεπε οπότε να επιλέξει ανάμεσα στα: α. να χτυπάω επιδέξια τις σφραγίδες στο Δημόσιο και β. να είμαι ελιτιστής. Και αγόρασε το δεύτερο. Μα καλά, και γιατί ο ελιτισμός είναι τόσο φτηνός; Γιατί είναι ευχή και κατάρα, δεν ξέρεις σε τι μονοπάτια μπορεί να σε οδηγήσει, σε καταδικάζει να στέκεις σ΄ένα υπερώο και να ψάχνεις με τα κιάλια για να συναντήσεις το ωραίο – ποτέ δεν μπορείς να το απολαύσεις, όμως, αν υπάρχει έστω και η παραμικρή εξωγενής τρύπα στο μπαλόνι της μέθεξης, αν ας πούμε το αντικείμενο του πόθου κουβαλάει κάποιο μικροψεγάδι ή κυρίως αν εκεί κοντά σουλατσάρει κάποιος άσχετος τουρίστας της καλοπέρασης.

δε του φαίνεται αλλά είναι μουσικό κείμενο

ΣΚΔ στιγμές

(post ημιμαραθώνιος)

Τα ταξίδια πάντοτε σε ανανεώνουν. Αν μη τι άλλο συναντάς και 2-3 διαφορετικά πράματα που μπορείς μετά να τα ποστάρεις στο μπλοκαρισμένο σου blog.

moving

-Μεσημέρι στην Τσιμισκή. Το σύνδρομο Αγορα-φοβίας ξαναχτυπά. Δώδεκα η ώρα του Σαββάτου είναι η λάθος ώρα για να βρίσκεσαι σε οποιοδήποτε εμπορικό κέντρο του κόσμου. Στρέφω το κεφάλι αριστερά και δεξιά και το μόνο που βλέπω είναι σκουροντυμένες, δίποδες κινούμενες μάζες να πλησιάζουν ή να απομακρύνονται. Κάπως έτσι απ’ την ανάποδη θα μοιάζει και για τους αστρονόμους το σύμπαν, όπου και να ΄σαι και όπου και να κοιτάξεις αστέρια και ακτινοβολίες και άπειρη σκοτεινή ύλη. Στριμωχτοί στο πεζοδρόμιο σα σαρδέλες που κυνηγάνε κάποιο υποθαλάσσιο ρεύμα ή τρέχοντας στα πράσινα εκείνα φανάρια που για να τα διασχίσεις εντός χρόνου πρέπει να ‘χεις μετάλιο στα 100 από Παμπεριφερειακούς και πάνω. Αδηφάγα πλάσματα που υποκύπτοντας στην κεντροmallο προχωράνε σκυφτά, στοχεύουν απροσδιόριστα, φωνασκούν, κρατούν σφιχτά ξέχειλες σακούλες και τους κρατούν σφιχτά τηλέφωνα φορητά, σκουντιούνται, ανεβαίνουν σκάλες, κατεβάζουν κρεμάστρες, παραμερίζουν κουρτίνες, καθρεφτίζονται, πλασάρονται, ξοδεύουν. Ξάφνου, νιώθω την παρορμητική ανάγκη να σηκώσω πανό με μια δήλωση. Κανείς δε θα θέλει να ακούσει, αλλά αυτό ιστορικά είναι το λιγότερο που ανησυχεί τους τρελά αποφασισμένους (ή αποφασισμένα τρελούς). Το μπουφάν μου είναι διπλής όψης, χειμώνας/καλοκαίρι, εκεί μπροστά, μέσα στο σκοτεινό αυτό χαοτικό μείγμα αποφασίζω και φοράω το μέσα έξω, είναι εκρού πουά με μωβ βούλες και ροζ ανταύγειες, φουσκώνω τα στήθια, στέκομαι γερά στα πόδια μου και φωνάζω: εγώ δε θα καταναλώσω απόψε (εκτός κι αν βρω αυτό το πετρόλ τζιν καμπάνα που τόσο καιρό ψάχνω και παρακαλώ ειδοποιήστε με).

έχει κι άλλες στιγμές…

σαράντα δύο

εναλλαγή δραπέτευση

Ξυπνάω και πετυχαίνω στο ράδιο το 42, είναι καταπληκτικό το πώς ουσιαστικά κρύβει 3 διαφορετικά τραγούδια σε συσκευασία ενός. Δεν έχει επωδό και κάθε λεπτό αλλάζει ο ρυθμός, το στυλ, τα όργανα. Μπαίνω σε coldplay mood και ανοίγω στο youtube το βιντεάκι του life in technicolor ii (δείτε το και σεις), πόσο ευχάριστο και αισιόδοξο χωρίς ίχνος διδακτισμού, σου φωνάζει «μην αφήνεις το Πλαίσιο να καθορίζει τα όρια σου, τα όριά σου είσαι εσύ».

Και μετά σκέπτομαι όλα τα κοινότοπα που απορρέουν από τα παραπάνω, τους δρόμους και τις αποφάσεις που παίρνουμε, μερικές φορές τόσο απροετοίμαστοι, τόσο αφελείς, τόσο λίγοι, πχ να, ο επαγγελματικός προσανατολισμός στα 18, αμήχανος, τυφλός, τυχαίος, χρειάζεται τόση καθαρότητα και τόσο σθένος αργότερα για να αποδεχτείς τις διαφωνίες μεταξύ πραγματικότητας και επιθυμίας (όχι πια άλλα δικόγραφα, από δω και πέρα μόνο τραγουδιστής σε μπουκουζομάγαζο). Σκέπτομαι τις συμβάσεις και τους συμβιβασμούς, τις εύκολες και τις αβασάνιστες λύσεις, τις πιεστικές σπαζοκεφαλιές που πρώτα πρέπει να λύσουμε στη βούληση κι ύστερα στο μυαλό μας, τις μεγάλες ερωτήσεις που θέτουμε στη Ζωή και τις απαντήσεις που εκείνη μας δίνει, αόριστες, αλλοπρόσαλλες, εκτός θέματος, σα μια Πυθία έτοιμη για συνταξιοδότηση που θέλει λίγο να το διασκεδάσει.

ακόμα περισσότερο 42