friends request

Ίσως έπρεπε να το καταλάβω. Όταν ξεκινώντας εκείνο σαββατιάτικο το μεσημέρι για μια ανοιξιάτικη εκδρομή στη θάλασσα ρώτησα τη γυναίκα μου αν θα είμαστε πίσω μέχρι τις 15:45 και κείνη απάντησε καθησυχαστικά φυσικά, αγάπη μου – είχα απωθήσει βαθιά στη μνήμη μου ότι αγάπη μου με αποκαλούσε μόνο την περίοδο που με απατούσε. Ή ίσως όταν την είδα να φορτώνει την τεραστίων διαστάσεων τσάντα χειρός της και τη ρώτησα μα τι έχεις μέσα και μου απάντησε ξέρεις τώρα, καλλυντικά – ναι, θα ΄ταν αρκετά για να βάψουν μια διμοιρία απεγνωσμένων μοντέλων. Ή μετά που έστριψε για να βάλουμε βενζίνη ενώ το ρεζερβουάρ ήταν ήδη μισογεμάτο και ρώτησα μα χρειάζεται τώρα; και κείνη απάντησε έχει δώρο ποτήρια – δε χτύπησε κάποιο καμπανάκι μέσα μου που να μου θυμίζει ότι όλα τα πιατικά στο σπίτι κουβαλούσαν πάνω τους πιτσιλιές διάσημων εικαστικών αξίας 100άδων ευρώ.

Πιάστηκα εν υπνώσει.

Η βενζίνη χρειαζόταν γιατί τελικά διανύσαμε 300 επιπλέον χιλιόμετρα μέσα σ’ ένα κλειστό αυτοκινητόδρομο μέχρι την κοντινότερη μεγάλη πόλη. Ανησύχησα, αλλά όχι πολύ. Ταξίδι έκπληξη – ξενοδοχείο – 15:00 θα βρισκόμασταν στον προορισμό μας – και πάλι προλάβαινα. Η τεράστια τσάντα χειρός περιείχε αλλαξιές ρούχα – ταξίδι γαρ, οκ, προφανές πλέον. Μόνο όταν την άνοιξα στο πάρκινγκ διαπίστωσα ότι είχε μόνο δικά μου σώβρακα και πιτζάμες, πουθενά φουστάνια και σουτιέν. Δεν πρόλαβα καν να σκεφτώ να αντιδράσω. Δυο ευγενικοί μποντιμπιλντεράδες με γράπωσαν αποφασιστικά και καθώς η Σοφία πίσω μυξοέκλαιγε με οδήγησαν στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου ΚΕΝΤΡΟΥ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΟΓΕΝΩΝ ΔΙΑΤΑΡΑΧΩΝ. Ήταν ήδη τρεισήμισι. Σε μια ζωή τόσο στρωμένη όσο η δική μου είχα ξεχάσει πώς είναι να πανικοβάλλεσαι. Κι ούτε να πεις ότι πίστευα σε θεούς για να προσευχηθώ σε κείνον της τελευταίας στιγμής. Πήρα απόφαση ότι μετά από 5 χρόνια και 8 μήνες είχε φθάσει η στιγμή για να χάσω ένα επεισόδιο Φιλαράκια. Ακόμα δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι η απώλεια αυτή θα ήταν ο κανόνας για το επόμενο τρίμηνο.

10 κύκλοι σε 1

γιατί κλαίμε;

Στη ζωή; τις ταινίες; ακούγοντας μουσική; ή και στις διαφημίσεις;

Με το αληθινό; Την αναπαράστασή του; Με λίγη άπιαστη ομορφιά; Ή ακόμα και μ’ ένα κατασκεύασμα κατά βάση ψεύτικο και δολερό;

Είναι την ανεπάρκειά μας που θέλουμε να ξορκίσουμε. Που δεν μπορούμε να αποφύγουμε τέτοιες στιγμές. Που δε θα ζήσουμε τέτοιες στιγμές. Που δε θα τις κατασκευάσουμε. Που δε θα τις εμπνεύσουμε. Που δε θα αγωνιστούμε για να τις κάνουμε περισσότερες ή λιγότερες.

Κι όλη αυτή η ανεπάρκεια μαζεύεται στους δακρυγόνους αδένες και αποβάλλεται με το κλάμα. Νομίζουμε. Γιατί το πηγάδι δεν έχει πάτο. Είμαστε καταδικασμένοι. Ανεπάρκεια και κει.

titanic

σκηνή ανθολογίας

  • Πλουραλισμός. Ο σκηνοθέτης δε φείδεται χαρακτήρων. Θα αρκούσαν τρεις τέσσερις για να προωθήσουν την πλοκή – εκείνος μας παραδίδει ένα τσούρμο από δαύτους με κλιμακούμενη εμπλοκή στη σκηνή: ομιλών ρόλος, προσκήνιο, χορωδία, φόντο ή απλώς το «αλάτι» που νοστιμίζει κάθε δράση. Αν προκαλεί υπερκορεσμό; Με μετρημένη σκηνική διάταξη επιφέρει μια θαυμαστή ισορροπία.
  • Η έκπληξη του αναμενόμενου. Οι πρωταγωνιστές ποτέ δεν πεθαίνουν. Βασανίζονται, ναι, υποφέρουν, αλλά πάντοτε βρίσκουν οδό διαφυγής. Το ξέρεις ότι θα συμβεί. Το περιμένεις. Μένει να μάθεις το πώς. Το στοίχημα που όλοι οι σκηνοθέτες βάζουν με τον εαυτό τους. Η πινελιά της διάσωσης. Δε χρειάζονται από μηχανής θεοί, καιρικά φαινόμενα, το ιππικό ή μια απίθανη επίδειξη πολεμικών τεχνών. Το πιο σπουδαίο όπλο εδώ αποδεικνύεται μια φωνή και ο λυγμός της. Και όλα παίρνουν το δρόμο τους.
  • Ο χώρος ως πρωταγωνιστής. Σαν τα καζίνο που εμπνέουν ή στοιχειώνουν τους τζογαδόρους. Ή τα καφέ που αγκαλιάζουν στοργικά τους ερωτευμένους για να αναδειχτεί η αγάπη τους. Έτσι και δω. Ο πολυέλαιος, τα βαρέλια, ο πάγκος, το πιάνο, το παράθυρο, το κρασί, όλα ακολουθούν τους χρήστες τους σε μια μεθοδευμένη μεταβολή χρηστικής αξίας.
  • Η κατανομή των ονείρων. Μέσα σε 3 λεπτά παρελαύνει μπροστά μας ό,τι έχει ονειρευτεί ο άνθρωπος από τα βάθη των αιώνων. Η καλλιτεχνική καταξίωση, η ερωτική ανταπόδοση, η επαγγελματική αποκατάσταση, το κυνήγι της προσωπικής φιλοδοξίας, ο πλούτος, η αδιανόητη για τους έξω εμμονή σε προσωπικά χούγια. Αλλά ο κύκλος θα κλείσει όπως άνοιξε. Η γυναικεία φωνή στο τέλος είναι η καθαρτήρια πράξη του είδους μας. Το επίμονο όνειρο για κάτι όμορφο, ευγενικό και άπιαστο, αυτό που τρέφει τα πιο αγνά ιδανικά και τέρπει την ψυχή και μόνο θα είναι εκείνο που πάντοτε θα καθαγιάζει όλες τις επιδιώξεις μας.

άφεση στη μαγεία

ο άνθρωπος που έβλεπε τα γλέντια να περνούν

Το ρεβεγιόν της Πρωτοχρονιάς του προκαλούσε απέραντη θλίψη με το ξεθώριασμα του παλιού και τις κανιβαλιστικές τάσεις του καινούριου. Οι Απόκριες ένα απειλητικό πανηγύρι του ψεύδους και του τρόμου. Η Καθαρή Δευτέρα και η Πρωτομαγιά, σημαδεμένες από τον ελαφρολαϊκό τόνο των τραγουδιών των εαρινών εθνικών μας αργιών, βασανιστικές ασκήσεις εξωτερίκευσης. Το Πάσχα, ένας αποτυχημένος διαγωνισμός εμετικής κρεατοφαγίας και οινοποσίας. Η αποφοίτηση, ένα με το στανιό ξέδομα για την υποτιθέμενη απαλλαγή από τον εκπαιδευτικό βραχνά. Τα beach party, ολοκληρωτικές επιθέσεις στις αισθήσεις («είναι η αγάπη μας απλά μια σημαδούρα στα ανοιχτά») και τα αισθήματα («γιατί τον φλερτάρει; μπροστά μου; δεν υπάρχω»). Οι συναυλίες, ένα ετερόκλητο πλήθος μουσικά αδαών που διψάνε για σωματική κίνηση και συνωστισμό χωρίς ούτε ένα λυγμό στους στίχους που ίσως και να λένε κάτι. Οι ρεμπέτικες βραδιές, ταξίδια σε μια ξένη, αφιλόξενη χώρα με υπόκρουση ένα μονότονο, προγονολατρικό ταξίμι. Επέτειοι, γενέθλια, μαζώξεις, πιεστικές, θλιβερές υπενθυμίσεις ότι η καρδιά δε θα στέλνει για πάντα αίμα στον εγκέφαλο.

partyTrain3

Στην αποβάθρα. Κάθεται παγωμένος σε μια απλή, ψάθινη καρέκλα – σε σχέση με την καθηλωτική ακαμψία του μια μαριονέτα φαντάζει πρωταθλήτρια ρυθμικής γυμναστικής. Μπροστά στα μάτια του περνάει ένα ατέλειωτο τρένο, κάθε βαγόνι και μια γιορτή με το δικό της κλίμα, τους δικούς της κανόνες, τα εδέσματα, τα ποτά, τα τραγούδια, το πρωτόκολλο. Όσο ξέφρενο είναι το γλέντι μέσα σε κάθε βαγόνι, τόσο αργή απ’ την άλλη μεριά είναι η τροχοδρόμηση του τρένου, θα μπορούσε αν ήθελε να πηδήξει πάνω του, δεν είναι δύσκολο, μια μικρή αρχική προσπάθεια με αντάλλαγμα ώρες ευφρόσυνης διασκέδασης, φτάνει μόνο να κάνει το πρώτο βήμα. Δεν το κάνει ποτέ.

***

Ξέρεις ότι θα κάποτε θα είσαι πολύ γέρος για να μπορέσεις να πηδήξεις στο τρένο; Ίσως έχεις πείσει τον εαυτό σου ότι δε σε ενδιαφέρει, δε σου ταιριάζει. Αλλά τι θα λες μετά από 30 χρόνια, τότε θα φυλλομετρήσεις όλα σου τα άλμπουμ και θα ΄ναι λευκά, με σκόρπιες μόνο μερικές κακοφτιαγμένες, μοναχικές πόζες διαβατηρίου, δε θα αναρωτηθείς τότε γιατί σπατάλησες τις γιορτές σου σε μια καρέκλα; Μήπως ακόμα διατηρείς παράλογα και πεισματικά την εκδοχή του διαφορετικού, ελπίζεις να ανακαλυφθεί ένα είδος γλεντιού που θα ΄ναι λες και φτιαγμένο για την ιδιοσυγκρασία σου, θα σε παρασύρει στη δίνη του και κει θα ξεφρενιάσεις με όλο σου το είναι, απελευθερώνοντας όλη τη συσσωρευμένη ενέργεια που τα αυστηρά σου κριτήρια κρατούν εγκλωβισμένη στα κύτταρά σου.

Όχι. Δεν είναι θέμα κριτηρίων. Παρά μόνο θέμα προοπτικής. Κοίτα, αν ξεζουμάρεις την εικόνα, θα δεις ότι πίσω και πλάι τρέχουν κι ένα σωρό άλλα τρένα, το τρένο της δημιουργίας, της κοινωνικότητας, της προσφοράς, της άσκησης, της καλλιτεχνίας. Εξακολουθώ να μην ανεβαίνω. Πήγαινε κι άλλο πίσω. Δες την ακόμα μεγαλύτερη εικόνα. Όλοι μαζί τελικά βρισκομόστε σ’ ένα τεράστιο βαγόνι που φέρνει ασύλληπτες στροφές και το λένε ζωή. Δε χρειάζεται, λοιπόν, εγώ να κινούμαι. Κινείται η ζωή για μένα. Ακατάπαυστα και ιλιγγιωδώς. Και γω απολαμβάνω το ταξίδι. Η ματιά μου κολλημένη στο παράθυρο. Γεμίζω εικόνες. Χορταίνω εναλλαγές. Είμαι ικανοποιημένος.

***

Τώρα περνάει ένα βαγόνι μπροστά του με μια κοπέλα μόνη να κάθεται. Μαλλιά κόκκινα, καμπύλες γεμάτες, αποπνέει χάρη και ηρεμία, σερβίρει στον εαυτό της ένα ζεστό ρόφημα και κάθεται να διαβάσει ένα βιβλίο. Η κοπέλα χαμογελάει. Κι είναι ένα χαμόγελο ήπιο, αθώο, ελαφρύ, αλλά τι αλλόκοτο, νιώθει πως αν το βάλει σ’ ένα ζυγό θα υπερνικήσει όλα τα εκκωφαντικά χάχανα των υπόλοιπων βαγονιών. Μα τι σόι γλέντι είναι αυτό; Κάποιος προφανώς έχει γράψει λάθος τη διαδικασία. Είναι περίεργος. Απαιτείται κάποια διόρθωση. Λίγη δυνατή μουσική. Κάποια έντονα φώτα. Και κυρίως μπόλικη βαβούρα και μπόλικη αταξία. Τότε η κοπέλα σηκώνει το βιβλίο και στο εξώφυλλό του διαγράφεται ένα μωράκι. Ααα, εντάξει, νάτη και η αταξία. Κι είναι μια αταξία που ξαφνικά μεταφέρεται στο μέσα του. Τα σωθικά του ανακατεύονται, το μυαλό του γρηγορεί, η καρδιά του ακούγεται. Αηδίες.

Το βαγόνι αρχίζει να ξεφεύγει από τη ματιά του. Η αταξία θεριεύει. Και μετατρέπεται σε μια δίνη που τον ρουφάει και θέλει να τον καταπιεί. Θέλει να της ξεφύγει. Πρέπει να κινηθεί. Προσπαθεί. Κοιτάει μακριά. Το βαγόνι, σα πουλί στον ορίζοντα ίσα που διακρίνεται.

cloudhog day

alarm

Και είμαι κολλημένος εκεί, στη 2α Φεβρουαρίου. Δεν ξέρω τι έχει συμβεί. Κάποια βλακεία θα έχω κατεβάσει στο laptop και όλα μοιάζουν σταματημένα. Δεν αποθηκεύει κανένα password και κάθε φορά πρέπει να κάνω χειροκίνητο login. Διαβάζω κανονικά τα feeds και τα updates της ημέρας, το άλλο πρωί, όμως, όλα είναι εξαφανισμένα – το timeline σημαδεύει και πάλι την 2/2. Αλλάζω το screensaver και το ξυπνητήρι, μετά από λίγο επιστρέφουν θριαμβεύτριες στην οθόνη οι εικόνες απ’ τα χιόνια και οι 6 τα χαράματα. Μπαίνω και ψάχνω εισιτήρια για το ταξίδι πίσω στο σπίτι, την επομένη όλο το ιστορικό είναι χαμένο.

Αρχίζει και γίνεται ενοχλητικό, εντάξει, μπορεί τα φύλλα από το ημερολόγιο τοίχου πίσω από τον πάγκο της υποδοχής να πέφτουν ένα-ένα σηματοδοτώντας μια τυπική διαδοχή, μπορεί να συναναστρέφομαι ανθρώπους με σάρκα και οστά, μπορεί να με ρωτάνε για την υγεία μου και το πώς κόπηκα στο ξύρισμα, μπορεί και γω από τη μεριά μου να υποκρίνομαι κάποιο αληθινό ενδιαφέρον, εσύ; δύσκολο να το πιστέψω

ολέθριο λάθος

Που ξεθάβοντας από κάποιο κουτί έναν εξωτερικό σκληρό δίσκο βρήκε εκεί δεκάδες mp3 καταχωρισμένα σε φακέλους: 60, 70, 80, 90, 00. Και που αποφάσισε -επειδή χρειαζόταν τελείως άδειο το δίσκο- να τα περάσει όλα στην iTunes Library. Και που το έκανε όχι με κάποιο μαζικό, γρήγορο τρόπο αλλά επιβάλλοντάς του να παίζει κάθε κομμάτι για 4-5 δευτερόλεπτα. Έτσι, για να τα θυμηθεί. Και τ’ αυτιά του γέμισαν με νότες από ύφη και στυλ που κάποτε σημάδεψαν για λίγο ή πολύ την εποχή τους. Σα σε παρέλαση, σα σε μουσείο, σα σε ντοκιμαντέρ, να απλώνονται μπροστά του τα μουσικά είδη έτοιμα να αναμετρηθούν με τη γεμάτη μπιτ, αδιάφορη θορυβοκρατία του σήμερα. Και άλλα να νικούν, άλλα να κατατροπώνονται. Το ροκ, η ποπ και όλα τα νόμιμα και μπάσταρδα subgenres που γεννήθηκαν στα βρώμικα υπόγεια, τις κάθιδρες σάλες, τους αφιλόξενους δρόμους ή απλά στα σκοτεινά μονοπάτια του μυαλού των πρωτοπόρων.

αδύναμο και συγκεχυμένο σα walkman με ξεθυμασμένες μπαταρίες

το βίντεο που κανείς ποτέ δεν έχει δει (ολόκληρο)

Όχι ότι δεν ξεκινάς με θετική διάθεση. Λες: μια ιστορία διηγείται ο σκηνοθέτης, ΘΑ ΚΑΤΣΩ ΝΑ ΤΗ ΔΩ, μπορεί απλώς να εικονογραφεί τους στίχους του τραγουδιού ή να είναι και τελείως άσχετη, ίσως κρύβει καλλιτεχνικές πινελιές, μια έκπληξη στο τέλος, ένα κρυμμένο μήνυμα στον τοίχο, πρωταγωνιστούν άραγε τα μέλη του γκρουπ ή η δισκογραφική τους δεν έχει τέτοια απαίτηση, κάποιος Βρετανός σελέμπριτι ή μα φατσούλα που ανακάλυψαν στο μετρό. Αυθυποβάλλεσαι, μουρμουράς στον εαυτό σου ότι και το άλλο τους mega-hit αργεί (τρόπος του λέγειν) να πάρει μπρος, τοποθετείς πρόχειρα και μια ζεστή σοκολάτα γραφείο, έτσι για να απασχολείς χέρια και μυαλό με την εύθραυστη ισορροπία φλιτζανιού και ροφήματος, πατάς αισιόδοξος το play. Δεν αντέχεις πάνω από το 0:10. Οι (στοιχειωτικές) τρεις πρώτες νότες του ριφ αρκούν για να σε γραπώσουν από το γιακά, να σε τινάξουν όρθιο πάνω από το γραφείο και να σε στήσουν στο κέντρο του δωματίου με χέρι και δείκτη σηκωμένα ψηλά να κουνάς μέση, ώμους, αρθρώσεις σ΄ ένα ρυθμικό body-sync. Ανακατεύεις κινήσεις, λόγια, φωνές, μιμήσεις, απαγγελία, σοφιστικέ τρελαμάρα. Αυτό είναι Ποπ. Αυτό είναι Πολτός.

Μετά από 10 χορευτικές ακροάσεις (και ουχί θεάσεις), είσαι πλέον υποψιασμένος. Βάζεις να σε δέσουν στην καρέκλα σου. Οδοντογλυφίδες στα βλέφαρα. Ένας κουρδιστός Οδυσσέας του τίποτα. Full screen mode – να γεμίζουν τα μάτια σου. Το τέμπο σε τρελαίνει. Δεν ανήκει στο σύνολο πραγμάτων που μπορείς να διαχειριστείς. Προσπαθείς να αποδράσεις. Σφίγγεις μυς, φλέβες και μηνίγγια. Η μεταμφιεσμένη σε χαλί πίστα σου πετάει ένα σωρό λάγνα προστυχόλογα για να πας κοντά της. Παλεύεις. Προσπαθείς. Εις μάτην. Είσαι αδύναμος. Τα παρατάς. Τα σχοινιά καταλήγουν να σφίγγουν στην καρέκλα ένα λιωμένο βούτυρο, το ηττημένο σου κορμί. Ο αμφιβληστροειδής σου, ναι, αυτός εκών άκων αντανακλά όλα τα 24fps του καταραμένου βίντεο. Κι εσύ κοιτάς – αλλά δε βλέπεις τίποτα. Γιατί το μυαλό σου ταξιδεύει στους στίχους, τόσο απλά και αρμονικά δομημένοι, κάπου υπάρχει μια ξεχωριστή κοπέλα στη ζωή του καθενός, κάπου υπάρχει μια άγουρη, εφηβική προσδοκία, κάπου ένας αγώνας, κάπου μια διάψευση, κάπου ένα παράλληλο σύμπαν, κάπου μια Disco 2000.

Και τώρα ακολουθούν ηλίθιες σκέψεις σχετικά με τα τραγούδια που δεν πεθαίνουν ποτέ, απειροστικοί ύμνοι που γλιτώνουν από τη φυσική φθορά του δημιουργού τους, ναι, και η έμπνευση του τραγουδιού;, τι γίνεται με δαύτη, πόσο σκληρό και άδικο, η αιτία, το ψυχανέμισμα, ο κινητήριος μοχλός της μουσικής και της κάθε τέχνης να χάνεται, να φυλλορροεί και να σβήνει, μια γλυκιά χειρονομία, ένα ιδιαίτερο βλέμμα, μια ευγενική, γενναιόδωρη ύπαρξη, η Deborah :-(

 il